index.jpg

Δια χειρός > Nωπό μελάνι

Nωπό μελάνι



Και στην εαρινή περίοδο, στους φιλόξενους χώρους του ΕΚΕΒΙ, θα μοιραστούμε τα "μυστικά" και τα "ψέμματα" της γραφής με νεόκοπους και παλαιότερους μαθητευόμενους της λευκής σελίδας.
Το λογοτεχνικό αλισβερίσι αρχίζει, με ακλόνητο άλλοθι το διήγημα ή τη νουβέλα.



Νουβέλα
Ημέρα: Τετάρτη
Ώρα: 17:30 - 20:30

Διήγημα

Ημέρα: Δευτέρα
Ώρα: 17:30 - 20:30


Το Eργαστήρι του Bιβλίου
του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου

Ξεκίνησαν οι εγγραφές για τα μαθήματα της Aνοιξης...

Διάρκεια σεμιναρίων: 1 Μαρτίου - 16 Μαΐου 2010
Αιτήσεις συμμετοχής: 1-14 Φεβρουαρίου 2010

Από τις 1 Μαρτίου έως τις 16 Μαΐου 2010 θα πραγματοποιηθούν τα εαρινά μαθήματα στο «Εργαστήρι του βιβλίου». Το κάθε σεμινάριο περιλαμβάνει δέκα τρίωρα απογευματινά μαθήματα (17:30 - 20:30, Δευτέρα - Παρασκευή).

Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής από τη Δευτέρα 1 έως 17 Φεβρουαρίου, ηλεκτρονικά στον κόμβο του ΕΚΕΒΙ ή στο γραφείο κοινού του ΕΚΕΒΙ στη Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Πανεπιστημίου, Αθήνα).




                                                    *********************


Το UrbanDig Project ολοκληρώνεται με τον Μισέλ Φάις, ο οποίος μετά τη λήξη της παράστασης «Μοσκώβ Σελήμ» (της ομάδας "Όχι παίζουμε, σκην. Γ. Σαχίνης) πρόκειται να συζητήσει με το κοινό πάνω στο έργο του «Ελληνική Αϋπνία». Ένα έργο τομή στην προσέγγιση της λογοτεχνίας, της ψυχοσύνθεσης και της ζωής του Γεώργιου Βιζυηνού. Ο ομιλητής θα αναλύσει πώς ο Βιζυηνός, στην στροφή του 19ου αιώνα, ακολουθώντας το δρόμο της απονενοημένης γραφής τολμά να αναζητά την αποεδαφοποιημένη πατρίδα και την προσωπική λύτρωση στην παιδική ηλικία, τη μεικτή θρακική παράδοση, την αναζήτηση του πατέρα, την κοινωνική αποδοχή, το χρήμα και την τρέλα.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009
Ώρα:
9:00 μ.μ. - 11:00 μ.μ.
Τοποθεσία:
UrbanDig 4: Βιζυηνός [Μοσκώβ Σελήμ] Ωδείο Αθηνών (Ρηγίλλης) Ώρα έναρξης παράστασης 21.00 (Είσοδος 18 € και 13 €) Ώρα έναρξης ομιλιών 22.30 (Είσοδος δωρεά


 

Για πέμπτη συνεχή χρονιά το  "Hotel-Ένοικοι Γραφή" (που επιμελείται και συντονίζει ο Μισέλ Φάις) προτείνει το νέο πλαίσιο διηγηματογραφίας πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων: Hotel Οιδίπους.

        Προσβλέποντας σε ιστορίες (5000-7000 λέξεων), όπου θα πρωταγωνιστεί ένας από τους καταστατικούς μύθους του δυτικού κόσμου (Σοφοκλής, Φρόιντ, Λεβί Στρος, Κοκτώ, Παζολίνι, κτλ, επιβεβαιώνουν την μακρά διαδρομή του πολύπαθού βασιλιά των Θηβών στην τέχνη και στον στοχασμό), επιδιώκουμε να προκαλέσουμε τη γραφή πρωτοεμφανιζόμενων διηγηματογράφων ώστε να αποτυπώσουν στις ιστορίες τους τον Οιδίποδα της εποχής τους, της ζωής τους, της μυθοπλασίας τους.

          Σ’ αυτόν το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι γράφουν και κρίνουν: οι πεζογράφοι Νίκος Δαββέτας, Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Ασημένια Σαράφη, Νατάσσα Μπλάτσιου (η νικήτρια του Ηοtel Zoo) και ο νεοελληνιστής και πανεπιστημιακός Bart  Soethaert.

 

Πανελλήνιος Θεματικός Διαγωνισμός Διηγήματος

 Συμμετοχές έως 30.6.2010

Πληροφορίες  www.patakis.gr

 

 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

 Χορηγός επικοινωνίας ATHENS VOICE








                   Στριφογυρίζει σαν σαμάνος γύρω από τη σκιά του


Δέχτηκε επίθεση και ασύστολη λάσπη. Μονόλογος ακαριαίος, διαισθητικός, γεμάτος οξέα. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα στους δρόμους της αφύπνισης. Κόκκινη εργάτρια από τη Βουλγαρία, απέναντι στη μαύρη εργοδοσία. Παντιέρα διεκδικήσεων και συζητήσεων. Για ποιους; Η παράσταση που πραξικοπηματικά έπεσε. Το ελάχιστο σε όγκο βιβλίο του Μισέλ Φάις, έβαλε το φυτίλι. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνει η πολιτιστική Ιστορία της διεισμένης αυτής χώρας. Στο βιβλίο αποτυπώνεται μια διαδρομή. Η πορεία της προσφυγιάς. Απόδραση από το οικογενειακό περιβάλλον, προσαρμογή με ότι συνεπάγεται σε έναν καινούργιο τόπο. Πεπραγμένα δεν υπάρχουν. Τα πάντα ανακαλύπτονται από την αρχή. Τα βλέμματα, οι ομιλίες, ο χλευασμός, το σεξ. Κίτρινο είναι το φως της νύχτας. Γλείφει τους λιγδιασμένος τείχους των αποβάθρων του τρένου. Ποιος θα βάλει το χέρι του στο βούρκο. «Η Ιστορία δεν χαϊδεύει τις καρδιές. Πρώτα τις ξεριζώνει και μετά τις τρώει. Μια χαψιά τις κάνει». Ένα δείγμα του εσωτερικού ουρλιαχτού της Ρούσκα Ρούσεβα, από την Ανατολική Ρωμυλία. Για τον Μισέλ Φάις ο Αλλος δεν καταδυναστεύεται από έναν ενοχικό πανδαμάτορα νόμο. Επαναδιαπραγματεύεται συνεχώς. Η συνθήκη αλλάζει, η κοινωνία πάλλεται. Δεν υπάρχει το μανιχαϊστικό Καλό που είναι η άμωμος αθωότητα, ούτε το παθητικό Κακό. Το σώμα της ηρωίδας είναι ένας πομπός. Από μέσα του περνούν και διασκορπίζονται θύμισες, πατρίδες, απογοητεύσεις, συγκρούσεις, δηλώσεις. Ο Μισέλ Φάις δεν βάζει νερό στο κρασί του. Ανθρωποι στα τέσσερα να υπηρετούν κρατούντες προοδευτικούς και συντηρητικούς. Μα κυρίως τον εγωκεντρισμό μας. Η λογοτεχνία όπως και το θέατρο οφείλει να περπατήσει πάνω σε καρφιά. Σε καιρούς επαμφοτερίζοντες με οβιδιακές μεταμορφώσεις, ο λόγος είναι ασπίδα. Ο κόσμος έχει χάσει τη γοητεία του. Οι άνθρωποι είναι καταναλωτικά υποκείμενα. Η Ρούσεβα ανακυκλώνει για εμάς. Εμφανίζεται από το σκοτάδι, βάζει φόρμα εργασίας βρωμίζεται και στη συνέχεια καίγεται. Ένα δημόσιο πρόσωπο, αόρατο. Μια ψυχή περιφερόμενη, άταφη. Βρικόλακας μέσα στην αναλγησία. Δεν αποζητά τον οίκτο. Θέλει να έχει δικαίωμα σε κάτι μακρινό, κάτι ποθητό. Ο λόγος του Μισέλ Φάις χτυπά σαν σφυρί τις προκαταλήψεις εκατέρωθεν. Εκθέτει το πορτραίτο του εξεγερμένου. Που δεν θα πάει σε εκδηλώσεις, δεν θα ζητιανέψει έλεος. Αντιμάχεται την αναλγησία στα ελάχιστα τετραγωνικά της επιβίωσης. Σαρκάζει τον ευδαιμονισμό που δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τα χρήματα. Εξαπολύει μύδρους κατά της βάναυσης κακοποίησης που υπέστη κάποτε. Ένας μονόλογος που εξακοντίζει λέξεις στον αέρα. Στην αρχή χάνονται, μα στη συνέχεια έρχονται πίσω έτοιμες για…θερισμό. Εργοδοσία ή μη, εδώ μιλάμε για συλλογική ψυχοπαθολογία. Τη συναντάς συνεχώς και αδιαλείπτως στο δρόμο, στη δουλεία, στον ανύπαρκτο ελεύθερο χρόνο. Αυτή η αναίτια πρόκληση του πόνου. Στο τεραίν του απρόβλεπτου, το επικίνδυνο είναι αυτονόητο πια. Στο πεδίο του άφαντου σμιλεύεται η νέα ουτοπία. Το βιβλίο-ποταμός του Μισέλ Φάις, δεν είναι αποκλειστικά ένας πολιτικός μονόλογος ή ένα πεπατημένο «κατηγορώ». Είναι ένα ξέσπασμα. Τα συνθήματα στους τοίχους σώθηκαν, τα τραγούδια μουγκάθηκαν. Η γυναίκα στα μπλε ζητά εκδίκηση, πριν τσιτσιδωθεί κάτω από τα φώτα με κινήσεις πονηρές. Σε έναν «διάλογο» του Λέοναρντ Κοέν με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ, πυροδοτείται η μαρτυρία της γυναικείας φύσης. Κίτρινο άρρωστο, εξιδανικευμένο. Εντός του η γυναίκα και έπειτα η μετανάστρια, βάλλονται όπως τον καιρό που κυνηγούσαν μάγισσες. Ας όψωνται κάποιοι που αντί για το συγχωροχάρτι δέχτηκαν την μήνη της ενοχής. Ο λόγος του Μισέλ Φάις αποτυπώνει εικόνες. Είτε πάνω στο θεατρικό σανίδι, είτε στο κινηματογραφικό πλατό (εάν κάποιος επιχειρούσε διασκευή), η ζωή μεταφέρεται στα υπόγεια. Εκεί που ξέρει να υποτροπιάζει φλερτάροντας με το θάνατο και περιφρονώντας τον παράλληλα. Για πολλούς ο πολιτισμός είναι μπαϊράκι αυθαιρεσιών, όπου ο ακατάσχετος ατομισμός βασιλεύει. Με την ανάγνωση του μονόλογου αυτού, αντιλαμβάνεται και ο πλέον αδαής ότι ο πολιτισμός είναι το διαφυγών απόκτημα ενδελεχούς μελέτης. Ο πολιτισμός πάντα διαφεύγει. Η Ρούσκα Ρούσεβα είναι σάρκα δικιά μας, αλλά ταυτόχρονα και κάτι ξένο. Μια Λυδία λίθος προς διερεύνηση. Ένα κείμενο που στριφογυρίζει σαν σαμάνος γύρω από τη σκιά του. Συνδιαλέγεται με την ετερότητα και τη τρομοκρατία της καθημερινότητας, πίσω από το λούστρο των προσωπείων που μας κατακλύζουν.



Νίκος Κουρμουλής  (Camera Stylo, Οκτώβριος, http://camerastyloonline.wordpress.com)

«Η αγάπη είναι υπόθεση ασεβής»*

 

 

 

 

Μισέλ Φάις. Το κίτρινο σκυλί. Μονόλογος. Πατάκης 2009. Σελ.  77.

 

Ο Μισέλ Φάις έγραψε το θεατρικό αυτό κείμενο με αφορμή την δολοφονική επίθεση με βιτριόλι που δέχτηκε η Κωνσταντίνα Κούνεβα το Δεκέμβριο του 2008.

          Μέσω της διακειμενικής σχέσης με το ομότιτλο μυθιστόρημα του Georges Simenon, στο οποίο ο αστυνομικός Maigret καλείται να διερευνήσει μια εγκληματική επίθεση με ασαφές κίνητρο, έτσι, συμμετρικά, το Κίτρινο σκυλί συνυπογράφει την αίτηση για την πλήρη διαλεύκανση της επίθεσης εναντίον της βουλγάρας καθαρίστριας.

       Οι παραστάσεις, όπως είναι γνωστό, αμαυρώθηκαν από τη λογοκριτική επίθεση κατά των συντελεστών της, όταν μια ομάδα νεαρών βανδάλισε το θέατρο το βράδυ της πρεμιέρας (με αποτέλεσμα από τις δώδεκα προγραμματισμένες παραστάσεις να πραγματοποιηθούν τελικά μόνο τρεις). Ακολούθησε μια εν θερμώ πρόσληψη της «επείγουσας γλωσσικής πραγματικότητας» του κειμένου στον Τύπο, που έθεσε υπό αίρεση ότι ένας συγγραφέας λογοδοτεί πρωτίστως στα γραπτά του και ότι, επομένως, το Κίτρινο σκυλί είναι ένα λογοτεχνικό συμβάν. Το έργο αυτό πιάνει υπόγεια τα νήματα που διαμορφώνουν τον πολύπλευρο κόσμο της γραφής του. Στη σύνθεση του πολυφωνικού μονολόγου ο εξοικειωμένος με το έργο του Φάις αναγνώστης μπορεί να ακούσει τον αντίλαλο εννοιών και μοτίβων, που συνδέουν ριζωματικά τον πεζό, δοκιμιακό, θεατρικό και φωτογραφικό του λόγο, ή ακόμη και να ψηλαφήσει αυτούσια αποσπάσματα, όπως π.χ. από τη σειρά κειμένων «Από κακό μάτι», που δημοσιεύονταν στην Ελευθεροτυπία.

       Στο Κίτρινο σκυλί η Ρούσκα Ρούσεβα, «πρώην αρχαιολόγος, πρώην παντρεμένη, πρώην λυπημένη» και τώρα «κόκκινη καθαρίστρια για τη μαύρη εργοδοσία», απευθύνεται στο συνάγωγο πλήθος (το εσείς) με φωνές που προέρχονται από τον αποσυνάγωγο χώρο του εσωτερικού και εξωτερικού βίου. Το πολυφωνικό αυτό παραμιλητό που παίρνει στον λόγο της το σχήμα ενός πνευματικού κολάζ του περιθωρίου, αποτελεί την ίδια τη συνθήκη της ζωής της. Για να καταλάβουμε πώς οι άλλοι λειτουργούν ως καλούπι ζωής και έκφρασης του εαυτού χάρη και μέσα στο οποίο μπορεί να ζήσει ο εαυτός, αρκεί να αναλογιστούμε πώς ο βιογράφος Ευθύμης χρησιμοποιεί το περίγραμμα της ζωής του Μάκη για να μιλήσει για τον εαυτό του στην Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1994). Όπως η ηρωϊδα στο Κίτρινο σκυλί μαζεύει και σαρώνει τις «μισοτελειωμένες φράσεις σας, τις λέξεις σας που σαν χνούδια χάνονται στον αέρα», έτσι και ο μαυρόγυπας-αφηγητής του Aegypius monachus (2001) «τρέφεται» με τις ακρωτηριασμένες ιστορίες και σκόρπιες φράσεις άλλων. Αυτό το παιχνίδι του ίδιου και του άλλου κλιμακώνεται στις δύο, μέχρι στιγμής, αυτοβιογραφίες ενός άλλου, στις οποίες ένας αόρατος παίχτης των νημάτων στο θέατρο σκιών της αφήγησης διερευνά τη σχέση του με τον Πατέρα, μέσα από το σχήμα του Τζούλιο Καΐμη (Το μέλι και η στάχτη του Θεού, 2002) και ο Αναγνώστης χρησιμοποιεί ως ένας έξ-υπνος εγγαστρίμυθος το κείμενο της ζωής και της γραφής του Βιζυηνού για να επιστρέψει στον γενέθλιο του τόπο, τη Θράκη (Ελληνική αϋπνία, 2004).

      Ως νοικοκυρά του έξω η Ρούσκα Ρούσεβα έχει αφοσιωθεί στα «κάτω άκρα της πόλης». Η μετέωρη θέση της, που αμβλύνει τα όρια του μέσα και του έξω, του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου, καθώς καθαρίζει τους δρόμους σαν να ήταν δικό της σπίτι, την προικίζει μ’ ένα διαγνωστικό βλέμμα. Μέτοχος του βλέμματος αυτού είναι ο Βέλγος φωτογράφος, ο οποίος, φωτογραφίζοντας τα παπούτσια αγνώστων, περπατάει κι αυτός έξω από τον εαυτό του και κρατάει έτσι επαφή με τον έξω κόσμο. Θερμομετρούν στο βιαστικό περπάτημα των περαστικών τον πυρετό της κοινωνίας, εξετάζουν με το βετέξ ή τον φακό τους τα συνθήματα στους τοίχους σαν να ήταν δερματοπάθειες στο πρόσωπο της πόλης. Μ’ ένα παρόμοιο ευαισθητοποιημένο βλέμμα στρέφεται ο διαγνωστικός φακός του «λυσσαλέου περιπατητή» στους άστεγους «οικοδεσπότες του έξω» (Η πόλη στα γόνατα, 2002), ψηλαφεί τον κόσμο του κατεξοχήν άλλου, του αμετάκλητα άλλου, με ταφικές φωτογραφίες (Ύστερο βλέμμα, 1996), καταγράφει στιχομυθίες της καθημερινής ζωής σε μια μεγαλούπολη (π.χ. «Εμποδισμένη ζωή», 1999) και είναι φανατικός ακροατής του «ραδιοφώνου των άλλων» («Open Sesame», 2007).

       Στο «Κίτρινο σκυλί» αυτή η πλήρης αφοσίωση στη «βρομιά» της κοινωνίας αποκαλύπτει τη Ρούσεβα ως «πρόσωπο δημόσιας αγάπης», που μεταμορφώνει το βιτριόλι, που ρίχνουν οι «βρομιάρηδες» στο πρόσωπο του άλλου, σε αγάπη. Τέτοιος είναι ο «μυστικός όρκος των καθαριστριών», ώστε η αγάπη τους γίνεται το «δυνατότερο οξύ», που καθαρίζει τις παθολογίες της κοινωνίας. Διεκδικώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν κόσμο αγάπης στον οποίο «η αγάπη ανταλλάσσεται μόνο με αγάπη», το Κίτρινο σκυλί πιάνει το νήμα του λόγου του νεκροθάφτη στην Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου. Δηλώνοντας ότι «εργασία μας είναι η αγάπη», η Ρούσεβα μένει σύμφωνη με τον νεκροθάφτη, που προτείνει την αγάπη για να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο συναναστροφής στο οποίο δεξιώνεται τον άλλο, δηλαδή τον εξοστρακισμένο εαυτό μας («ο νεκρός θέλει αγάπη»).

        Εφόσον «όλα τα σκουπίδια σας έχουν θέση στην καρδιά μας», η καρδιά του ανυπεράσπιστου εαυτού της χωράει όλα τα αποδιοπομπαία θύματα μιας ωμής καθημερινότητας: αυτούς που μετατοπίστηκαν από την πατρίδα (μετανάστες), από το σπίτι (αστέγους), από τη λογική (σαλούς), από την πραγματικότητα (ναρκομανείς), από την ηθική (διεστραμμένους), από την αθωότητα (εγκληματίες). Μαζί της καλούμαστε κι εμείς να σβήσουμε, έστω και για λίγο, τον θόρυβο της αγελαίας μας καθημερινότητας και να «αγγίξουμε» αυτούς τους άλλους που τους αισθανόμαστε ηθελημένα (;) σαν αόρατες τοξικές μετοχές στην τράπεζα επισφαλειών του κοινωνικού συστήματος.

 

Bart Soethaert



(Εντευκτήριο τ. 86, Ιούλιος-Σεπτεμβριος 2009)

 

O B. Soethaert είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (FU-Berlin) με ειδίκευση στη νεοελληνική λογοτεχνία. Έγραψε τη μελέτη Πέρα από τον Καθρέφτη. Η διαμόρφωση του υποκειμένου στην πεζογραφία (1994-2004) του Μισέλ Φάις (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2008).

 



* Μ. Πιμπλής, Μισέλ Φάις. «Η αγάπη είναι υπόθεση ασεβής», Τα Νέα, 29 Ιουνίου 2005.



Ανοίξαμε και σας περιμένουμε...

Και στην τρέχουσα περίοδο (12 Οκτωβρίου―18 Δεκεμβρίου) στους φιλόξενους χώρους του ΕΚΕΒΙ θα μοιραστούμε τα μυστικά και τα ψέμματα της γραφής με νέους και παλαιότερους μαθητευόμενους της λευκής σελίδας.
       Το λογοτεχνικό αλισβερίσι (που, μεταξύ μας, πρόκειται για βάσανο δημιουργικής ανάγνωσης―στο μέτρο που γράφουμε αυτά που έχουμε καταπιεί  και μηρυκάσει ως αναγνώστες) θα πάρει το κάτωθι σχήμα:


Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις στο τμήμα Διηγήματος (έναρξη 12.10)

           Δευτέρα 5:30―8:30 


Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις στο τμήμα Νουβέλας (έναρξη 14.10)
       
           Τετάρτη 5:30―8:30 


Αιτήσεις συμμετοχής 7 έως 30 Σεπτεμβρίου.




Η Λογική και ευαισθησία του Αλέξανδρου Τομπάζη

Στο καινούριο του βιβλίο «Η όμορφη καμηλοπάρδαλη» (εκδόσεις Πατάκη), ο συγγραφέας Αλέξανδρος Τομπάζης διηγείται τα βιώματα και τις εμπειρίες του ως αρχιτέκτονα (από τους πρωτοπόρους παγκοσμίως της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής), ενώ παράλληλα έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε τον ζωγράφο Τομπάζη, τον γλύπτη, τον φωτογράφο και τον λάτρη της κλασικής μουσικής. Επίσης, στην έκδοση αυτή συμπεριλαμβάνονται πολλά ντοκουμέντα που αφορούν τον πρόγονό του, τον Μανώλη Τομπάζη, ήρωα της εθνεγερσίας.
Από την Ινδία στην Αγγλία και από εκεί στην Ελλάδα, τη Χίο και την Υδρα, ο Αλέξανδρος Τομπάζης με το αναγεννησιακό ταμπεραμέντο και το τεράστιο πολυσχιδές έργο, είναι ένας κοσμοπολίτης με λεπτούς τρόπους και με μια αφοπλιστική απλότητα στην επικοινωνία του. Τον συνάντησα στο γραφείο του, στο Πολύδροσο, ένα βιοκλιματικό κτίριο, με φυσικό φωτισμό, χωρίς ερκοντίσιον.


-Πώς γεννήθηκε το νέο σας βιβλίο και ποιες είναι οι συνιστώσες του;


Με βοήθησε πολύ ο Μισέλ Φάις. Είναι συγγραφέας και υπεύθυνος της σειράς «Η Κουζίνα» του συγγραφέα, του καλλιτέχνη κ.λπ. στις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ στο προκείμενο είναι ο κόσμος «η κουζίνα» του αρχιτέκτονα. Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, καλός φίλος και συνάδελφος από παλιά, που ήταν γνωστός του Φάις, πρότεινε εμένα όταν εκείνος τον ρώτησε για έναν αρχιτέκτονα. Τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου αυτού τις έγραψα στο αεροπλάνο, τις αμέτρητες ώρες που περνάω στους ουρανούς. Εκεί συγκεντρώνομαι. Και τα σκίτσα είναι όλα χειρόγραφα. Οπως και τα αρχιτεκτονικά μου σχέδια.

-Δηλαδή, δεν δουλεύετε ψηφιακά τα σχέδια σας;


Ξεκινάω από σκίτσα που μετά περνούν στον υπολογιστή, το οποίο έχει ένα μειονέκτημα: Παραείναι ακριβές. Χρειάζεται κάποια ανακρίβεια στις πρώτες φάσεις, στη μελέτη τουλάχιστον. Μπορεί, δηλαδή, να είναι και το τελευταίο σου χιλιοστό σωστό από την πρώτη στιγμή; Ο υπολογιστής είναι χρήσιμος, παρασκέπτεται όμως και δεν σε αφήνει να σκεφτείς εσύ.

Αραγε ποια είναι αυτή η όμορφη καμηλοπάρδαλη;

Είναι ένα ιδανικό ίσως του αρχιτέκτονα, καθώς έχει τέσσερα πόδια, τα οποία πατούν στη γη. Κι αυτό το εννοώ κυριολεκτικά ?να πατάς στη γη, να πατάς στη λάσπη? και μεταφορικά, με την οικολογική διάσταση της παρομοίωσης. Η καμηλοπάρδαλη έχει το κεφάλι της ψηλά. Δεν χρειάζεται να σκύψει για να βρει την τροφή της. Μια τροφή πιο πνευματική, πιο αιθέρια? Σκέψη, όραμα, καρδιά? (σ.σ. στην παρουσίαση του βιβλίου η καμηλοπάρδαλη οπτικοποιήθηκε από τον συγγραφέα σαν γερανός).

-Αρχιτέκτονας, ζωγράφος, γλύπτης, φωτογράφος και συγγραφέας. Αραγε ποια είναι η τέχνη η οποία σας εκφράζει περισσότερο;


Το παιδικό μου όνειρο ήταν η ζωγραφική. Εκανα μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τότε τον Καρτσωνάκη-Νάκη.
Ηταν πολύ γνωστός εκείνη την επόχή. Ηταν στο Κολλέγιο. Μας δίδασκε καλλιγραφία. «Κοίταξε να δεις αν θες να γίνεις αρχιτέκτονας», μου έλεγε. Δεν ξέρω αν πίστευε ότι δεν ήμουν αρκετά καλός στη ζωγραφική ή γιατί ήθελε να ασχοληθώ με κάτι πιο χειροπιαστό. Εν πάση περιπτώσει, η ζωγραφική είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Εχω κάνει, μάλιστα, μια έκθεση στo Μουσείο Μπενάκη με δουλειά του γραφείου, κάποια ζωγραφική και κάποια γλυπτά που έχω κάνει, καθώς και στην γκαλερί Ζουμπουλάκη με ζωγραφική. Αυτό το γλυπτό που είναι στη γωνία του κτιρίου των γραφείων μας (ανθρώπινες μορφές με παιδί) είναι δικό μου έργο. Επίσης, φωτογραφίζω κιόλας (σ.σ. όπως ο πατέρας του Νικόλαος Τομπάζης, το φωτογραφικό αρχείο του οποίου έχει δωριστεί στο Μουσείο Μπενάκη). Τον Ιανουάριο, μάλιστα, έχω προγραμματίσει μια έκθεση -κυρίως με ζωγραφική- αλλά και φωτογραφία στην γκαλερί Ζουμπουλάκη ενώ κάποιες φωτογραφίες εμπεριέχονται και στο προηγούμενο βιβλίο μου «Γράμμα σ' ένα νέο αρχιτέκτονα».

-Ο πατέρας σας γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, εσείς στην Ινδία και μεγαλώσατε ανάμεσα σε Αθήνα και Λονδίνο. Στο βιβλίο σας, όμως, τίθεστε συχνά υπέρ του «συγκριτικού πλεονεκτήματος της τοπικής αρχιτεκτονικής» και λιγότερο υπέρ του «διεθνισμού» ή της παγκοσμιοποίησης.


Μα, δεν ήθελα να κάνω διάκριση στις έννοιες διεθνισμός και παγκοσμιοποίηση. Υπάρχει μια παγκοσμιοποίηση αναμφίβολη και αυτό συνεπάγεται πολλά πλεονεκτήματα. Δεν μπορεί, όμως, να είναι μια ισοπέδωση. Ο πλανήτης είναι ένας κόσμος και ό,τι συμβαίνει οπουδήποτε επηρεάζει και τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν πρέπει, όμως, να υπάρχει ισοπέδωση γιατί ο κάθε τόπος έχει και την κουλτούρα του και το κλίμα του. Πιστεύω, δε, ακράδαντα ότι ακριβώς η ανταπόκριση στην κουλτούρα και στο κλίμα κάνει να υπάρχουν διαφοροποιήσεις, κι αυτό είναι καλό. Ο,τι χτίζεις στη Νορβηγία δεν σημαίνει ότι μπορείς να το χτίσεις και στη Μεσόγειο. Οι αρχές που υπάρχουν, όμως, στη Νορβηγία ή την Αφρική είναι ίδιες, με βασική αρχή πάντοτε τον σεβασμό στο κλίμα. Να σκέπτεσαι και να δουλεύεις, με το κλίμα σύμμαχο και όχι εχθρό σου. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη. Εγώ γεννήθηκα στις Ινδίες διότι ο πατέρας μου ήταν εκεί αντιπρόσωπος της Χιωτοαγγλικής εταιρείας των Αδελφών Ράλλη, που ασχολούνταν με εισαγωγές-εξαγωγές ανάμεσα στην Αγγλία και την Ινδία. Οταν αρρώστησε η μητέρα μου, τότε πήγαμε για έναν χρόνο στην Αγγλία για τη θεραπεία της και μετά ήρθαμε στην Ελλάδα.

-Η εταιρεία των Ράλλη ήταν μαζί με τους Ροδοκανάκη νομίζω.


Η μητέρα μου, η Δέσποινα, ήταν το γένος Ροδοκανάκη. Η εταιρεία Ralli Brothers εισήγαγε πρώτες ύλες από την Ινδία (γιούτα, βαμβάκι) και μετά εξήγαγε μεταποιημένα προϊόντα. Η μητέρα μου, όμως, είχε προσβληθεί από καρκίνο και απεβίωσε στην Αγγλία. Ετσι, εμείς ήρθαμε στην Ελλάδα, στο σπίτι του παππού Ροδοκανάκη στο Ψυχικό, όπου και πρωτομίλησα ελληνικά. Ημουν έξι ετών.
Εχετε επιστρέψει στην Ινδία; Εχετε έργα σας εκεί; Πώς σας επηρέασε το ότι γεννηθήκατε εκεί;
Εχω επιστρέψει πολλές φορές αλλά πάντοτε ως επισκέπτης. Γενικά, δεν πηγαίνω στην Ινδία για δουλειά. Στο δε Καράτσι, που είναι τώρα στο Πακιστάν, δεν έχω επιστρέψει ποτέ. Με έχει επηρεάσει ο τρόπος σκέψης και αρχιτεκτονικά, όπως σε κάθε τόπο, η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τα κτίρια και το πώς προσαρμόζονται στο τροπικό κλίμα, που είναι υγρό, με ζέστη, μουσώνες...

-Οπως το θέτετε, αναρωτιέμαι αν η χρήση του τούβλου στο κτίριο των γραφείων σας είναι επιρροή από το σπίτι του Μανώλη Τομπάζη στην Υδρα...

Το σπίτι στην Υδρα (σ.σ. έχει δωρηθεί από τους Τομπάζη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) έχει τεράστιους τοίχους, πολύ παχείς, πολλά παράθυρα και παντζούρια για να προστατεύεται από τον ήλιο. Είναι παραδοσιακό. Οχι ότι το παραδοσιακό είναι υποχρεωτικά σωστό. Οταν, όμως, έχεις λίγα μέσα, χρειάζεσαι αρκετό μυαλό ενώ όταν έχεις περίσσια μέσα, συχνά υπάρχει έλλειμμα μυαλού.

-Θα ήθελα να μας μιλήσετε και για τη νέα γενιά Τομπάζη.


Ο εγγονός μου, ο Αλέξανδρος, ρώτησε κάποτε τη σύζυγό μου: «Γιαγιά, ο παππούς υπήρξε ποτέ νέος;» (γελάει). Η κόρη μου, η Δέσποινα, έχει σπουδάσει φιλολογία, με βοήθησε μάλιστα πολύ με το βιβλίο αυτό και συνεργάζεται εδώ στο γραφείο. Ο γιος μου, ο Νικόλας, είναι chief designer της Ferrari για τη Formula 1.

-Εχει γραφτεί ότι ήταν η πρώτη πετρελαϊκή κρίση που σας ενέπνευσε να ασχοληθείτε με τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική. Πώς θυμάστε εκείνη την περίοδο;


Με ενδιέφερε πάντοτε η τεχνολογία και νόμιζα ότι η λεγόμενη ηλιακή αρχιτεκτονική είναι μια καινούρια τεχνολογία. Εκτοτε, βέβαια, έμαθα ότι η οικο-λογική αρχιτεκτονική ?και τονίζω τις δύο λέξεις... δεν είναι τόσο θέμα τεχνολογίας όσο θέμα λογικής και ευαίσθητης ανταπόκρισης στο κλίμα του κάθε τόπου.

-Αν συνοψίζαμε σημειωτικά τις πρόσφατες ευρωεκλογές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σύνθημα ήταν «πάρε, λαέ, φωτοβολταϊκά»...


Το είχαν ξεκινήσει και παλαιότερα αυτό, νομίζω, αλλά, όπως πολλά θέματα στην Ελλάδα, είχε τελματωθεί στη γραφειοκρατία. Δεν έδινε τη δυνατότητα τότε να εγκατασταθούν φωτοβολταϊκά στην ιδιωτική κατοικία διότι ως ιδιώτης έπρεπε να γίνεις παραγωγός ρεύματος, να τηρηθούν βιβλία, τρέχα γύρευε δηλαδή.> ήμερα δείχνει να απλουστεύουν τα πράγματα και φαίνεται ότι θα είναι εφικτή η εγκατάσταση από ιδιώτες σε κατοικίες.

-Δεδομένων των δυσκολιών των εναλλακτικών μορφών ενέργειας, μήπως η οικολογική αρχιτεκτονική είναι απλά μια ουτοπία;


Κάθε άλλο. Είμαι απόλυτος σε αυτό. Η βιοκλιματική αρχιτεκτονική δεν είναι ειδική αρχιτεκτονική. Είναι η λογική αρχιτεκτονική. Η αρχιτεκτονική είναι το κέλυφος της ζωής, άρα είναι η ίδια η ζωή. Αυτό μπορεί να το σχεδιάσει κανείς κατά τρόπο λογικό ή παράλογο. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το κλίμα, η μόρφωση, η κουλτούρα, οι κοινωνικές σχέσεις.Ολα αυτά συνθέτουν την αρχιτεκτονική. Ενα από τα πολύ σημαντικά είναι το πώς το κτίριο αυτό συμπεριφέρεται στον τόπο, πόση ενέργεια καταναλώνει και κατά πόσο εξαντλεί τις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε αυτά συνίσταται η βιοκλιματική ή οικολογική αρχιτεκτονική.

-Το δικό σας οικολογικό lifestyle;


Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε δεν έχουμε κλιματισμό. Eχουμε ανεμιστήρες οροφής. Επίσης λειτουργούμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας χωρίς τεχνητό φως χάρη σε ανοίγματα στην οροφή και παράθυρα. Το κτίριο αυτό καταναλώνει το 20% ενός αντίστοιχου συμβατικού αθηναϊκού κτιρίου γραφείων.

-Αυτήν την πόλη, την Αθήνα, πώς θα την κάνουμε πιο πράσινη, πιο βιώσιμη;

Η πόλη είναι ό,τι μας αξίζει. Το θέμα έχει μία απάντηση: Παιδεία. Oχι μόρφωση, ούτε education. Φωτοβολταϊκά, αιολική ενέργεια, γεωθερμία. Ολα αυτά είναι σωστά, αρκεί να τηρούνται τα βασικά. Πρώτα κάνεις ένα κτίριο που να μην έχει απώλειες, γιατί έχει σωστή μόνωση, δεν μπάζουν τα κουφώματα, έχει διαμπερή αερισμό. Ολα είναι θέμα λογικής.

-Ησασταν κριτής στον διαγωνισμό για την κάλυψη των κτιρίων τα οποία παρεμβαίνουν στη θέα από το Νέο Μουσείο Ακρόπολης προς τον Ιερό Βράχο. Ποια είναι η θέση σας;


Πιστεύω ότι υπήρχαν πολλές λύσεις. Αν κοιτάξει κανείς περιοριστικά μόνον τις ανάγκες του ίδιου του μουσείου, μακάρι να ήταν σε ένα εντελώς ανοικτό περιβάλλον, να μην του κρύβει τίποτα την Ακρόπολη. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι έτσι τα δεδομένα: Υπάρχει ο τόπος, υπάρχει η ιστορία του άμεσου περιβάλλοντός του. Eτσι, πιστεύω ότι τα κτίρια θα έπρεπε να διατηρηθούν.

-Τι σχεδιάζετε αυτήν την εποχή;

Eνα συγκρότημα κατοικιών στο Ομάν, δυο τρία κτίσματα στην Ελλάδα, συμμετείχαμε στον διαγωνισμό για το νέο Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Νορβηγίας και περιμένουμε τα αποτελέσματα. Οπως είχα γράψει και στο προηγούμενο βιβλίο μου «Γράμμα σ' ένα νέο αεχιτέκτονα», όταν είσαι νέος αρχιτέκτονας συμμετέχεις σε διαγωνισμούς γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να διακριθείς και όταν πάψεις πια να είσαι νέος, το να συμμετέχεις σε διαγωνισμούς είναι ο μόνος τρόπος για να παραμείνεις νέος.

Τακης Καρής (ΕΘΝΟΣ, 26.7.09)






Το βλέμμα που ματώνει
 

Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ

Ο μονόλογος του Μισέλ Φάις "Το κίτρινο σκυλί", με "θέμα" του την αληθινή άθλια δολοφονική επίθεση με βιτριόλι "γνωστών αγνώστων" (που ακόμη δεν έχουν εντοπισθεί ούτε συλληφθεί), εναντίον της μετανάστριας και συνδικαλίστριας από τη Βουλγαρία Κωνσταντίνας Κούνεβα και τον βαρύτατο τραυματισμό της, προκάλεσε την αντίδραση κάποιων (γνωστών αγνώστων) "επαναστατών" που επιτέθηκαν στο θέατρο "Από Μηχανής" τη βραδιά της πρεμιέρας και ματαίωσαν βίαια την παράσταση, προπηλακίζοντας τον συγγραφέα και τους ηθοποιούς. Επειδή δεν συμφωνούσαν, όπως έγραψαν στην προκήρυξη που άφησαν, με το περιεχόμενο του έργου. Κατά τη γνώμη τους στο έργο αυτό "η Κωνσταντίνα Κούνεβα αποκόπτονταν απ' την καθημερινότητά της, απ' τον αγώνα της, από την κοινωνική της τάξη και τα βιώματά της, απ' τον κόσμο της. Περιφρονήθηκε κι απαξιώθηκε ο κόσμος της που σκόπιμα, παρέμεινε αόρατος...".

Όλα αυτά αποπνέουν ασφαλώς μια γερή δόση φασισμού, αλλά και ένα "άρωμα" όψιμου "σοσιαλιστικού ρεαλισμού". Το πρώτο είναι αναμφισβήτητο, επιτρέψτε μου όμως ν' αμφισβητήσω το δεύτερο: οι ανώνυμοι συντάκτες της "επαναστατικής" προκήρυξης δεν έχουν ιδέαν του τι πράγματι πρέσβευε το πιο πάνω δόγμα. Επειδή γύρω από αυτό επικρατεί μεγάλη σύγχυση. Θα έπεφταν από τα σύννεφα, πιστεύω, αν διάβαζαν τα σχετικά κείμενα και διαπίστωναν ότι δεν περιλαμβάνουν καμία από τις πιο πάνω θεωρητικές "αρχές" τους και ότι κηρύσσουν ως μονόδρομο καλλιτεχνικό την "επιστροφή στην παράδοση", όπως την αντιλαμβανόταν το καθεστώς, στις σταθερές αξίες και στα αγνά, πατριωτικά ήθη και έθιμα του ρωσικού (όχι σοβιετικού), απλού λαού της αγροτιάς! Ο ίδιος ο Εθνικός Ύμνος της Σοβιετικής Ένωσης που καθιερώθηκε το 1944, σε ρούσικη αγροτοποιμενική μουσική, του άσημου συνθέτη Αλεξαντρόφ, είναι ένα παράδειγμα. Επιλέχθηκε ως "πιο εύληπτος", ενώ απορρίφθηκαν οι ανώτερες, πρωτοποριακές συνθέσεις του Σοστακόβιτς και του Προκόφιεφ. Εδώ θα είχαμε, αντιστοίχως, κλαρίνο καλαματιανό και τσάμικο!

Το έργο δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με "σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς", αν εξαιρέσουμε το ότι διαθέτει έναν άμεσο, εύληπτο στόχο, διακριτό, κάτι όχι κακό από μόνο του: να διεγείρει το κοινό και απόλυτο περί δικαίου αίσθημα, μπροστά σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Θυμίζω στον αναγνώστη κάτι που έγραφε ο Καρλ Σμιτ το 1922, προλαβαίνοντας τον Κάφκα: "Το κράτος του νεωτερικού δικαίου έχει αποκτήσει ισχύ απεριόριστη σήμερα, το ίδιο το δίκαιο δεν είναι όμως απολύτως απαραίτητο για τη θέσπιση του δικαίου". (Aρα δικαιούμαστε να εξεγειρόμαστε μπροστά στη μέγιστη αδικία του "νόμου"). Εδώ η Ρούσκα Ρούσκοβα ή Κωνσταντίνα Κούνεβα, με λόγο, γνώση, μέτρο, ενδύεται κατ' αναλογίαν, σεμνά, τη μορφή της "δικής μας", γήινης Αντιγόνης. Για να μιλήσει πανανθρώπινα, διεθνικά, διαφυλετικά, διαταξικά. Πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς μεσολαβητές. Συμβολοποιείται, χωρίς καθόλου ν' αποκόπτεται απ' την καθημερινότητα, τον αγώνα της, την κοινωνική τάξη, τα βιώματα, τον κόσμο της, τη "δική της" επανάσταση. Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού.

Η σκηνοθεσία της Λίλυς Μελεμέ στο "Από Μηχανής" (μια συμπαραγωγή της Εταιρείας Θεάτρου συν- επί και της Καλλιτεχνικής Εταιρείας Λίθος), κρατά σταθερά το τιμόνι, διατηρεί σωστές αποστάσεις από το επικίνδυνο "θέμα" και αποφεύγει τη συναισθηματική του φόρτιση. Σε αυτό συμβάλλει η άκρως μετρημένη υπόκριση της πολύ καλής Αλεξίας Καλτσίκη. Πιστεύει σε αυτό που κάνει, δεν υποκύπτει σε ευκολίες και αναδίδει εκ βαθέων μια αλήθεια σπαρακτική. Ο λόγος και οι σιωπές της εισέρχονται κυριολεκτικά στο ρήγμα της ιστορίας, ως βλέμμα που ματώνει.

Το λιτά σκηνικά - κοστούμια της Εύης Μανιδάκη, η μουσική επιμέλεια του Δημήτρη Ίσαρη και οι φωτισμοί του Παυλόπουλου, σχεδιάζουν ένα ώριμο τοπίο ελευθερίας.



H AΥΓΗ (07/06/2009,http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=465360)



«Κίτρινο σκυλί», συνδυασμός λόγου που δαγκώνει και κωμωδίας

του Ηλια Mαγκλινη

Πραγματοποιήθηκαν επιτέλους οι παραστάσεις του «Κίτρινου σκυλιού» του Μισέλ Φάις στο θέατρο Από Μηχανής - αν και πολύ λιγότερες από εκείνες που είχαν αρχικά προγραμματιστεί: μόλις τρεις, με τα έσοδα από την πρώτη και την τρίτη παράσταση να πηγαίνουν στην ίδια την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Θυμίζουμε ότι η τραγωδία της τελευταίας ενέπνευσε τον Φάις να γράψει έναν πυρετώδη μονόλογο διάρκειας μιας ώρας περίπου με τον τίτλο «Το κίτρινο σκυλί».

Ως γνωστόν, η πρεμιέρα του έργου στιγματίστηκε από τους βανδαλισμούς ομάδας είκοσι περίπου ατόμων, τα οποία εισέβαλαν στο θέατρο προξενώντας εκτεταμένες ζημιές. Η παράσταση κινδύνεψε να μην ανεβεί ποτέ, όμως την περασμένη Δευτέρα την παρακολουθήσαμε - διακρίνοντας στους τοίχους της σκηνής τις μπογιές που έριξαν οι «αντιεξουσιαστές». Το σκηνικό λιτό, γυμνό, θύμιζε σταθμό υπόγειου σιδηροδρόμου, όπου η ηρωίδα του Φάις, η καθαρίστρια Ρούσεβα (Αλεξία Καλτσίκη), ξετυλίγει το νήμα του εσωτερικού της βίου.

Το κείμενο -κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη- φέρει αυτούσια αυτή την πολυπρισματική δυναμική που χαρακτηρίζει τον πεζογραφικό λόγο του Φάις, όπως έχει ξεδιπλωθεί κυρίως στα τρία πρώτα του βιβλία, με αποκορύφωμα το εξαιρετικό αφήγημα «Aegypius Monachous». Ετσι και το «Κίτρινο σκυλί» αποτελεί εκρηκτικό μείγμα εξομολόγησης, καταβύθισης σε μνήμες ονειρικές αλλά και εφιαλτικές, προσωπικού δράματος και συλλογικού αδιεξόδου. Ακόμα, είναι ένας πολύ ερεθιστικός συνδυασμός ανάμεσα στον λόγο που δαγκώνει (κοινώς: το σαρκασμό) και στην κωμωδία που μπαίνει σαν σφήνα μέσα σε κάθε ανθρώπινη τραγωδία.

Επιπλέον, το «Κίτρινο σκυλί» είναι, με έναν υπόκωφο, διαθλαστικό τρόπο, ένα πολιτικό κείμενο, επικαιρικό, που εφορμά από το γεγονός, όχι για να το καπηλευθεί και να το ξεπουλήσει, αλλά για να αναδείξει πτυχές που συνήθως μένουν ξεχασμένες, αθέατες μάλλον, στο ημίφως. Μινιμαλιστική αλλά ουσιαστική η σκηνοθετική προσέγγιση από τη Λιλλύ Μελεμέ, όμως το κείμενο αναδεικνύεται από την πολυπρόσωπη Αλεξία Καλτσίκη που ερμηνεύει τη Ρούσεβα. Η Καλτσίκη ζωντανεύει το δροσερό κορίτσι που ήταν κάποτε η Ρούσεβα, την καλλιεργημένη κοπέλα που ξέπεσε ως μετανάστρια, την παντρεμένη που χώρισε, τη μητέρα που αγωνιά. Δύσκολα το συγκεκριμένο κείμενο θα έβρισκε πιο ιδανική ερμηνεύτρια.


Η Καθημερινή, 4.6.09 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_04/06/2009_317212)
 
Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ


του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι πράξεις βίας οι οποίες εκτυλίχθηκαν κατά την πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης του έργου του Μισέλ Φάις «Το κίτρινο σκυλί» έχουν ήδη σχολιαστεί δια μακρών στον Τύπο και δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω τίποτε παραπάνω από τη μεριά μου.

Η απαγόρευση της έκφρασης (και δεν εννοώ μόνο της καλλιτεχνικής έκφρασης) είναι αδιανόητη υπό τους οιουσδήποτε όρους και ουδείς νομιμοποιείται, ό,τι κι αν σκέφτεται, για όποιο ζήτημα κι αν θέλει να κινητοποιηθεί, να την επιβάλει.
Στη γενικευμένη, πάντως, συζήτηση των ημερών φάνηκε να σκάζουν μύτη και κάποιες ενστάσεις (λιγότερο ή περισσότερο ρητές) επί της διαδικασίας. Μπορεί, άραγε, ο καλλιτέχνης να πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα και να αντλεί εξ ολοκλήρου από τα υλικά της την έμπνευσή του; Κι αν ναι, μήπως αυτό δεν παύει να τον καθιστά στα μάτια μας ύποπτο; Είτε γιατί σπεύδει, ως μη όφειλε, να εκμεταλλευτεί προς ίδιον όφελος την επικαιρότητα είτε επειδή προσδίδει, ως επίσης μη όφειλε, στη δουλειά του έναν χαρακτήρα καταγγελίας, που τη μετατρέπει αίφνης σε μανιφέστο και προκαταλαμβάνει τη συμμετοχή του δέκτη στα δρώμενα; Τέτοιου τύπου ερωτήματα μπορούν, πιστεύω, να απαντηθούν μόνον εκ του αποτελέσματος – αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να πελαγοδρομήσουμε επ’ άπειρον, τρέχοντας πίσω από αφηρημένες έννοιες και κυνηγώντας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, φαντάσματα.
Διαβάζω το «Κίτρινο σκυλί» του Φάις, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, κι έχω την εντύπωση πως όσοι το ξεφυλλίσουν, θα διαπιστώσουν αμέσως πως ο συγγραφέας δεν κάνει στο κείμενό του κάτι πολύ διαφορετικό από,τι κάνει εν γένει στο έργο του (εννοώ το λογοτεχνικό του έργο γιατί για τις θεατρικές του πραγματώσεις, που τις έχουμε δει επί σκηνής τα τελευταία δέκα χρόνια, δεν νιώθω αρμόδιος να μιλήσω). Το «Κίτρινο σκυλί» είναι ένας μονόλογος: ένας καυτός, άγρυπνος και επίμονος μονόλογος, που επαναλαμβάνει στανικώς τα μοτίβα του (από τις προσφιλέστερες τεχνικές του Φάις), για να βάλει για τα καλά τον αναγνώστη στο παιχνίδι και να προκαλέσει την αναστάτωση ή και την οργή του για τα διαμειβόμενα.
Σε ποιον ανήκει, όμως, αυτός ο μονόλογος; Ποιος τον εκφέρει, από ποια θέση και με ποιον σκοπό; Το υποκείμενο του μονολόγου δεν είναι άλλο από τη Ρούσκα Ρούσεβα, μια μετανάστρια με καταγωγή από την Ανατολική Ρωμυλία, που είναι καταδικασμένη να καθαρίζει (να πλένει, να σφουγγαρίζει και να στραγγίζει) εις το διηνεκές, σε μια πόλη άξενη και εχθρική, περιτριγυρισμένη από το κενό, δίχως καμιά βοήθεια και δίχως την ελάχιστη προοπτική. Ποιο από τα λογοτεχνικά πρόσωπα του Φάις (από τον Βιζυηνό και τον Τζούλιο Καϊμη μέχρι τους ποικιλώνυμους και μονίμως σκοτεινούς αρσενικούς των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του) δεν μοιάζει με τη Ρούσκα Ρούσεβα; Η λογοτεχνία του Φάις τονίζει μονίμως τη μοίρα των περιθωριακών και των εκπατρισμένων, θρηνεί με ανήμπορο θυμό για τις ποικιλότροπες αναπηρίες των πρωταγωνιστών της, βγαίνει κυριολεκτικώς από τα ρούχα της για τα πολλαπλά ατυχήματα υπάρξεων που έχουν συρθεί με
τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα κράσπεδα της καθημερινής ζωής.
Από μια τέτοια άποψη, είμαι πεπεισμένος πως πολύ λίγη σημασία έχει αν η Ρούσκα Ρούσεβα είναι η Κωνσταντίνα Κούνεβα ή αν η Κωνσταντίνα Κούνεβα έχει κατ’ επανάληψη προαναγγελθεί από τους από τους λογοτεχνικούς ήρωες του Φάις, όπως τους έχουμε παρακολουθήσει να μπαινοβγαίνουν στα βιβλία του εδώ και μια δεκαπενταετία «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου», 1994, «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες», 1999, «Aegypious Monachus», 2001, «Το μέλι και η στάχτη του θεού», 2002, και «Ελληνική αϋπνία», 2004). Προσπαθώ να αποφύγω τη μεγαλόσχημη διατύπωση, αλλά είναι αδύνατον εν κατακλείδι να μην το πω: η λογοτεχνία του Φάις έτεινε πάντοτε μια χείρα αλληλεγγύης προς τον άλλον (χωρίς, βεβαίως, να φροντίζει ούτε να τον ωραιοποιεί ούτε να τον εξιδανικεύει), και δεν έχασε εξ αυτού ούτε την ποιότητα ούτε την αξιοπιστία της, καταλήγοντας, επί παραδείγματι, πολιτικό εργαλείο ή, χειρότερα, δοχείο υποδοχής αναξιοπαθούντων. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Κίτρινο σκυλί», που σκηνοθετεί την κοινωνική κακοδαιμονία ως ένα είδος υπαρξιακής δίνης – ως ένα είδος καθημερινού αφανισμού και συνεχούς καταστροφής, με άδηλη κάθε διέξοδο ή ελπίδα. Και σε ένα ανάλογο πλαίσιο δύσκολα χωρούν, όπως κι αν το ζυγίσουμε, οι οποιεσδήποτε εξωλογοτεχνικές επενδύσεις.


(http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=327)



Η Εταιρία Θεάτρου «Συν―Επί» και η Καλλιτεχνική Εταιρεία «Λίθος», μετά το βίαιο γεγονός της φίμωσης της παράστασης του έργου του Μισέλ Φάις  Το κίτρινο σκυλί και του βανδαλισμού του Απο Μηχανής Θεάτρου στις 10 Μαίου, γνωστοποιούν ότι θα πραγματοποιηθούν τρεις συνολικά παραστάσεις: Κυριακή 31 Μαίου (10.15 μ.μ),  Δευτέρα 1 και Τρίτη 2 Ιουνίου (9.00 μ.μ.).
           Ακολουθώντας πιστά τις εκφρασμένες θέσεις των συντελεστών της παράστασης, αλλά και των υπευθύνων του θεάτρου,  τα έσοδα  των δύο παραστάσεων  (31.5 και 2.6) θα κατατεθούν στον λογαριασμό της Κωνσταντίνας Κούνεβα, ενώ η τρίτη παράσταση (1.6) θα αποτελέσει ανοιχτή πρόσκληση στον κόσμο του πολιτισμού που, εδώ και μέρες, υπερασπίζεται έμπρακτα και ενεργά το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.         

          Το Κίτρινο σκυλί  σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, σκηνικά-κοστούμια Εύας Μανιδάκη, μουσική επιμέλεια Δημήτρη Ίσσαρη και φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου. Ερμηνεύει η Αλεξία Καλτσίκη.

Απο Μηχανής Θέατρο (Ακαδήμου 13, Κεραμεικός, τηλ. 210-5231131)






Η Εταιρία Θεάτρου «συν―επί» και η Καλλιτεχνική Εταιρεία «Λίθος» παρουσιάζουν το θεατρικό έργο του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί.
       Ο  συγγραφέας, με αφορμή την επίθεση με καυστικό οξύ, τον περασμένο Δεκέμβριο, κατά της Βουλγάρας καθαρίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα έγραψε έναν μακρύ, πυρετικό μονόλογο μιας νέας γυναίκας.
         Η Ρούσκα Ρούσεβα αναπνέει μέσα από φωνές που καταλαμβάνουν την καθημερινότητά της· πρόσωπα οικεία, τυχαία, υπερβατικά μεταμορφώνουν την ηρωίδα σ’ ένα πολυφωνικό παραμιλητό. Η ηρωίδα του Φάις διεκδικεί έναν κόσμο αγάπης, ταυτόχρονα, μέσα από την πολιτική του ανυπεράσπιστου εαυτού και τη μεταφυσική του μη περαιτέρω εαυτού.
        Το Κίτρινο σκυλί παρουσιάζεται στο «Από Μηχανής Θέατρο» σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, σκηνικά της Εύα Μανιδάκη, μουσική επιμέλεια του Δημήτρη Ίσαρη και φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Ερμηνεύει η Αλεξία Καλτσίκη.

Προγραμματισμένη πρεμιέρα: Κυριακή 10 Μαΐου 2009
Παραστάσεις: κάθε Κυριακή 22.15, Δευτέρα & Τρίτη 21.00
Διάρκεια παραστάσεων: έως και Τρίτη 2 Ιουνίου.

 Το κείμενο της παράστασης θα κυκλοφορήσει από τις Eκδόσεις Πατάκη. 





Στον Διαγωνισμό  "Φανταστείτε το μέλλον σαs σε μια πόλη που αλλάζει" που συνδιοργάνωσαν η εφημερίδα Τα Νέα και το Βρετανικό Συμβούλιο (δίγλωσση έκδοση θα κυκλοφορήσει από τον  "Ιανό") τέσσερις μαθητές μου από το ΕΚΕΒΙ διακρίθηκαν: ο Χρήστος Κυθρεώτης (πρώτευσε), ο Γιάννης Τσίρμπας (2ος), η Μυρτώ Καλοφωλιά (5η) και η Χριστίνα Καράμπελα (9η).
         Καταρχήν συγχαρητήρια (δεν είναι μικρή υπόθεση να διαγωνίζεσαι και να ξεχωρίζεις ανάμεσα σε 155 κείμενα). Αν και το ζήτημα βέβαια δεν  είναι βέβαιο προσωπικό, δηλαδή ατομικής χαράς και ικανοποίησης.  Πρωτίστως είναι ζήτημα εσωτερικής επιβεβαίωσης μιας κατεύθυνσης.  Μιας κατεύθυνσης και μιας συλλογικής απόφασης. Κάποιοι άνθρωποι συνομολογούν ότι τους ενδιαφέρει το δύσκολο παιχνίδι της λογοτεχνίας και γι'  αυτό κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, γύρω από κείμενα, γύρω από εκμυστηρεύσεις, γύρω από δημιουργικά εμπόδια. Και κάποτε, με πειθαρχία, αφοσίωση και κόπο (διότι όλοι οι μαθητές μου βιοπορίζονται σκληρά) βλέπουν ότι η τέχνη της άδειας σελίδας, η τέχνη της άγνοιας, η τέχνη της δυσπιστίας ανθίζει και βλασταίνει.
        Η περιπέτεια της γραφής συνεχίζεται...
         






ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΟΜΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ LIVING TOGETHER       



ΚΑΙ ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ...
Ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία ο Διαγωνισμός Διηγήματος που προκηρύξαμε στις αρχές Νοεμβρίου με θέμα το διαπολιτισμικό διάλογο. Εντυπωσιακός ο αριθμός των αιτήσεων (155 έγκυρες συμμετοχές μέσα σε διάστημα 2 μηνών), αλλά και ιδιαίτερα υψηλό το επίπεδο γραφής.

Ευχαριστούμε όλους εσάς που ανταποκριθήκατε με τόσο ενθουσιασμό στην πρόσκλησή μας και καταθέσατε τη δική σας δημιουργική πρόταση για το πώς διαγράφεται το μέλλον μας σε μια πόλη που αλλάζει μέσα από τη διαπολιτισμική συνύπαρξη. Το ενδιαφέρον και η συμμετοχή σας στήριξε ουσιαστικά αυτή την προσπάθεια σε όλα τα επίπεδά της και αποτελεί για εμάς τον καλύτερο οδηγό για τη συνέχιση πρωτοβουλιών που στοχεύουν στην ενδυνάμωση των σχέσεων κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ διαφορετικών εθνικών, θρησκευτικών και πολιτσμικών ομάδων.

Είμαστε λοιπόν στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε τις δέκα ιστορίες που διακρίθηκαν σε αυτό το διαγωνισμό, οι οποίες θα εκδοθούν σε ενιαία, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και αγγλικά) από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Επιπλέον, θα δοθεί η ευκαιρία στους 10 συγγραφείς να συμμετέχουν σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής με θέμα το διαπολιτισμικό φιάλογο από το συγγραφέα και δημοσιογράφο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, Γκαζμέντ Καπλάνι.

Οι δέκα ιστορίες του διαγωνισμού που διακρίθηκαν (κατά σειρά αξιολόγησης) είναι:

1. «Σημάδι στο Μπράτσο», Κυθρεώτης Χρήστος
2. «Η Πόρτα», Τσίρμπας Ιωάννης
3. «Η Σταγόνα», Ράπτη Μαρία
4. «Ο Μποναμάς των Χριστουγέννων», Εϊτζιρίδης Βαγγέλης
5.  «Ανάποδα Αβντί», Καλοφωλιά Μυρτώ
6.  «Η Τσάκιση», Ρουσοπούλου Αικατερίνη
7.  «4 Χρόνια, 2 Μήνες, 1 Μέρα», Πέτσα Βασιλική
8.  «Το Μπλουζ της Κομοτηνής», Νικολάου Μαρία
9. «Ξένες Χρυσαλλίδες», Καράμπελα Χριστίνα
10. «Habari Rafiki!», Μπουραντάνη Ελένη


Σημείωμα της κριτικής επιτροπής:

Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού «Φαντάσου το μέλλον σου σε μια πόλη που αλλάζει» βρίσκει κατ’αρχήν πολύ θετικό το γεγονός της σημαντικής ανταπόκρισης και συμμετοχής στον διαγωνισμό. Αυτό αναμφίβολα σημαίνει πως η διαπολιτισμική συνύπαρξη και τα ζητήματα που απορρέουν από αυτήν απασχολούν ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία.

Στις σύντομες ιστορίες που διαβάσαμε, επιχειρείται μια πολύπλευρη – και, όχι σπάνια, αναπάντεχη και ευρηματική – προσέγγιση της σχετικά πρόσφατης στην Ελλάδα συνύπαρξης ανθρώπων με διαφορετικά ήθη, έθιμα, καταγωγή, θρησκεία και νοοτροπία. Οι περισσότεροι ωστόσο από τους συμμετέχοντες – οφείλουμε να το επισημάνουμε  – στάθηκαν μόνο στο παρόν είτε προσέγγισαν με αμηχανία τις μελλοντικές προοπτικές. Οι περισσότερες επίσης ιστορίες διαδραματίζονται στην Αθήνα, σαν να μην υπάρχουν θύλακες αλλαγής και αναβράζοντα περιβάλλοντα και στην ελληνική περιφέρεια.

Η επιλογή των νικητών δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση. Η τελική ετυμηγορία της επιτροπής διαμορφώθηκε με βασικό κριτήριο τις λογοτεχνικές αρετές των κειμένων, το χειρισμό της γλώσσας και την πρωτοτυπία στη σκέψη του γράφοντος. Ευχόμαστε στους νικητές, η βράβευσή τους να αποτελέσει έρεισμα για τη συνέχεια της πορείας τους στα γράμματα. Εξορκίζουμε όσους δεν διακρίθηκαν να μην το βάλουν κάτω. Εφόσον νοιώθουν μέσα τους τη φλόγα της γραφής, καμία κρίση καμιάς επιτροπής δεν επιτρέπεται να τους απογοητεύσει.

Έρση Σωτηροπούλου, Χρήστος Χωμενίδης, Γκαζμέντ Καπλάνι

(http://www.britishcouncil.org/gr/greece-society-living-together-short-story-competition.htm)

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε! Στο ΕΚΕΒΙ κάθε Τρίτη (Νουβέλα) και κάθε Τετάρτη (Διήγημα) θα πάθουμε και θα μάθουμε τα μυστικά και τα ψέμματα της λευκής σελίδας. Με ομοτράπεζους νέους εικονολάτρες και εικονοκλάστες της γραφής. Από 3 Μαρτίου μέχρι 6 Μαίου. Πληροφορίες εντός (210-3248341,2 & 920300). Αιτήσεις μέχρι και 23.3. Μην σπρώχνεστε...




ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ. ΝΑ ΔΕΧΤΟΥΜΕ ΤΟ 2009 ΜΕ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ.



«Επιθυμούσε ένα σχήμα...»




Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση (1944) είναι ένα βιβλίο μήτρα καθώς περιέχει, εν σπέρματι, σχεδόν όλες τις θεματικές εμμονές και όλες τις αφηγηματικές στρατηγικές Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993).
         Μπορεί ληξιαρχικά ο Ανδρέας Δημακούδης (1935) να θεωρείται το πρώτο βήμα του συγγραφέα στην πεζογραφία, ωστόσο με το επόμενο βιβλίο του, γραμμένο τέσσερα χρόνια μετά, ψηλαφεί το λογοτεχνικό του πρόσωπο αλλά και καθιερώνει εν τοις πράγμασι (κι όχι ως αισθητική αντιγραφή, όπως συνέβει με τον εισηγητή του είδους Στέλιο Ξεφλούδα) αυτό που, αργότερα, στον λογοτεχνικό χάρτη μας καταχωρήθηκε ως εσωτερικός μονόλογος ή συνειρμική γραφή.
           Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο αυτοβιογραφικά μονήρης ήρωας του Δημακούδη συνεχίζει τη διαδρομή του και στον Πεθαμένο, όπου πάλι ένας ρεμβάζων και άβουλος νέος λαχταρά μια κοπέλα και μέσω αυτής παρασύρεται σε ένα ταξίδι μνήμης και θανάτου. Αυτό που διαφοροποιεί τον Δημακούδη και τον «Ήταν, Ήτον, Νιούτον, Ναύτης, Νιαυτός» (παιγνιώδεις προσφωνήσεις του πεθαμενοαναστημένου ήρωα) είναι το πως της ιστορίας,  η κρίσιμη περιπέτεια της γραφής όχι μόνο ως αίτημα φόρμας αλλά και οντολογικό χνάρι.
          Όποιος έχει μάτια βλέπει και αυτιά ακούει: «Εγώ δεν ξέρω ούτε τι λέγω, ούτε τι γράφω. Μπορεί να ξεκίνησα και με κάποια διάθεση να επιτεθώ στους ρεαλιστές, ίσως και να θύμωσα επειδή δεν μπόρεσα ν’ ακολουθήσω τη μέθοδό τους».
         Απο τις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας καθορίζει τους στόχους τους.  Τον καίει ο μέσα ρεαλισμός και, μ’ ανοιχτή καρδιά, ομολογεί την ανεπάρκειά του: γράφουμε στο μέτρο των αδυναμιών μας.
          Φυσικά ο μέσα ρεαλισμός  αποστρέφεται τα εξαϋλωμένα σχήματα ή τις συμβολιστικές ατμόσφαιρες. Ο Πεντζίκης γνωρίζει, όπως όλοι εκείνοι που βάζουν στοιχήματα με τα αθέατα, ότι η τέχνη είναι ένα μεταφυσικό παιχνίδι, κι ο συγγραφέας―παιδί καλείται να φτιάξει ένα τραπέζι, έναν άνθρωπο ή ένα σπίτι με αέρα κοπανιστό· εννοείται πως ο αέρας κοπανιστός των λέξεων θα σε πάρει και θα σε σηκώσει μόνο αν είσαι «δυστυχισμένα έξυπνος», δηλαδή εκφράζεσαι κάπως έτσι: «Με τυραννά η αναζήτηση της καθαρής ιδέας μέσα σε κάθε υλικό σχήμα. Θα ήθελα να μπορούσα να πιω την ιδέα στο γεμάτο ποτήρι δροσερό νερό που είναι απάνω στο τραπέζι να ξεδιψάσω. Υπάρχει παντού η ιδέα. Και στο σχήμα, και στην ιδιοσυγκρασία, και μέσα στο ποτήρι το νερό. Όμως αντί να την καταπίνεις, σε περιέχει».
       Έχουμε και λέμε: αρχειακή μανία, φυγόκεντρη αφήγηση, αρχιτεκτονική του χάους. Με άλλα λόγια ο τρόπος του συναξαριστή.  Το μεγαλύτερο μέρος της πρόζας του Πεντζίκη ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού: βιογραφείται το άπιαστο, το φευγαλέο, το άφατο;  Ή, έναντι αυτού, περδικλωνόμαστε σε μια μακρά και ανιαρή αφήγηση ετερογενών και αμφίβολων λεπτομερειών;
        Η αρχειακή ασθένεια στη λογοτεχνία συνήθως χτυπάει κράσεις που νιώθουν μυθοπλαστικά ηλίθιοι, ήγουν αυτοί που πιστεύουν ότι στην τέχνη της λευκής σελίδας δεν υπάρχει θέμα αλλά βλέμμα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που στον Πεθαμένο και στην Ανάσταση ο αφηγητής ταυτίζεται με τον πρίγκηπα Μνίσκιν, ενώ στο Αρχείο (1982), που το έγραφε από το 1943 και λειτουργεί ως άτυπο χρονικό μιας αποδελτιωμένης ζωής, ο αφηγητής καταγράφει ακόμη και τον αέρα που ανάπνεει.
        Γι’ αυτό μάλλον και σ’ αυτό το αφήγημα, όπως και στα περισσότερα βιβλία του Πεντζίκη, το ταξίδι της γραφής επισκιάζει, και εκτοπίζει εντέλει, το ταξίδι της πλοκής. Σαν τα παιδιά που πηγαίνουν από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς φανερή συνοχή, έτσι κι ο συγγραφέας (που διακατέχεται από τον έρωτα της φλυαρίας) εξιστορεί την κάθοδο στον κάτω κόσμο του ήρωά του μέσα από την πνευματική αυτοκτονία του. Μέσα από μικροιστορίες που συνυφαίνουν ακούσματα, διαβάσματα, πεζοπορίες ο συγγραφέας θέτει εξαντλητικά εμπόδια στον ήρωά του (και επαγωγικά στον αναγνώστη) υποδεικνύοντας σε κρυφούς πρωταγωνιστές του κειμένου το τυχαίο, το ημιτελές και το όλον· το τυχαίο που δεν είναι φυσικά ποτέ τυχαίο (από τη στιγμή που ρυθμίζει το πεπρωμένο της ιστορίας), το ημιτελές που είναι ένα κλείσιμο του ματιού στο πεπερασμένο και στο αψεγάδιαστο (ας μην ξεχνάμε ότι το τέλειο στερείται το προνόμιο του αιώνιου παιγνίου) και το όλον που είναι σταθερά μερικό και λεπτομερειακό, στον βαθμό που  πασχίζει να μας αποκαλύψει το αφηγηματικό σύμπαν (όπως ο σαμανιστής προσηλώνεται σ’ ένα φυλλαράκι για να δει το δάσος).
         Μια διαδοχή λοιπόν από στάσεις, σημειωτόν, επιταχύνσεις, τελειώματα και ξαναρχινίσματα αναστέλλουν τη ροή της «υπόθεσης» ώστε να στρέψουν τον αναγνώστη στη ροή των εικόνων, των λέξεων, των χειρονομιών, των σιωπών· στο απνευστί μιας συνειρμικής ανάγνωσης, ανακαλώντας ευθέως την μνημοτεχνική ψηφαρίθμηση των εικόνων του πεζογράφου, όπου κι εκεί ο χρόνος και ο χώρος αλληλουπονομεύονται.
          Ας ακούσουμε πάλι τη φωνή που μιλάει στο αφήγημα:  «Αυτό ας μη νομιστεί ως αντίφαση, μ’ ότι έγραψα παραπάνω, λέγοντας ότι δεν ξέρω κι εγώ ο ίδιος που τραβάω, ποιό είναι το νήμα και το νόημα που ακολουθώ. Αυτό εξηγείται με το ότι αρχίζοντας να γράφω, δεν έχω υπόψη μου καμιά έννοια, που προχωρώντας αναλυτικά να την αποδείξω. Δεν κυριαρχείται από καμιά ιδέα το λογικό μου. [...] Και η ανάγκη αυτή βγαίνει από την παρακολούθηση των αλλοιώσεων της συγκίνησης μέσα στον χώρο των αριθμών. Χώροι αρμονίας. Γραμμή. Επιφάνεια. Όγκος. Χώρο και χρόνος».
          Αξίξει να επισημάνουμε ότι το παρόν αφήγημα δεν ορίζει μόνο την λογοτεχνική ενηλικίωση του συγγραφέα, παράλληλα οριοθετεί και έναν αποφασιστικό μορφικό κλονισμό: την θρυμματισμένη φωνή του αφηγητή που συναντάμε τόσο στην Πραγματογνωσία (1950) όσο και στο εξαίρετο Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής (1963) αλλά και στις Σημειώσεις εκατό ημερών (1973) και στο Αρχείο (1982)· λες και ο Πεντζίκης από τον Πεθαμένο και την Ανάσταση και τούδε να αποενοχοποιεί οριστικά τον αφηγητή από την τυρρανία του θέματος και από το άγχος της συνοχής και βαθμίαια να τον οδηγεί στον παράδεισο της εικονοκλαστικής εικονολατρίας.
        Συναιρόντας δοκιμιακό, εξομολογητικό, περιηγητικό, και παραμυθητική διάθεση σε θρυμματισμένη πρόζα, κουρδισμένη  άλλοτε σε φαιδρό τόνο, παρηγορητικό ή ελεγειακό, όπου τα υψηλά παραδείγματα (Ζολά, Μπάιρον, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Παπαρρηγόπουλος και φυσικά βυζαντινοί χρονικογράφοι και λαϊκοί συναξαριστές) συμβιώνουν αρμονικά με τα ταπεινά αφηγηματικά παραδείγματα, με τους ανώνυμους ήρωες μιας θεσσαλονικιώτικης γειτονιάς που διακτινώνεται στον χώρο και στον χρόνο.
         Είναι αλήθεια ότι η μορφική ανεξιθρησκία και ο θρησκευτικός προϊδεασμός έχουν δημιουργήσει πολλές περιπλοκές και παραναγνώσεις στο πεντζικό έργο. Αγιογραφίες και μονομέρειες, υπερβολές και τραβηγμένες από τα μαλλιά προσεγγίσεις προς τι;  Μόνο και μόνο για να αποδεχτούν την αντιφατικότητα ενός ανθρώπου που σκόνταφτε στον βαθύ εαυτό του, ταυτόχρονα, πάνω στη χριστιανική εμπειρία και τον μορφικό νεωτερισμό; Δηλαδή στη συνοχή και στη διάλυση; Λες και η αναζήτηση του αυθεντικού έχει προκαθορισμένη πορεία. Τέλος πάντων.
           Προσωπικά η μόνη χριστιανική στρατηγική που με ενδιαφέρει στο έργο του Πεντζίκη είναι η παθιασμένη ανάγκη του να οδηγήσει την  γραφή του στην σήψη, στην αποσύνθεση των μορφών, των αισθημάτων και των ήχων, ώστε να φτάσει στην αρχή μέσω του τέλους· δηλαδή, αντίστροφα, από το πασχαλινό θανάτω θάνατον πατήσας στο πλατωνικό καλώς αποθάνειν, άρα από τον σταυρό στο κώνειον της ανάγνωσης―έτσι κι αλλιώς η γαλήνη και η συνοχή του αναγνωστικής πόλις/εκκλησίας ανέκαθεν δια του εξοστρακισμού  συνέβαινε (να μην παρεξηγηθώ: μιλώ και από την πλευρά του συνάγωγου πλήθους/θύτη και από την πλευρά του αποσυνάγωγου ήρωα/θύματος).
          Τον Πεντζίκη δεν τον γνώρισα δια ζώσης.  Aκουγα περί μαγικού ομιλητή και περί στριφνού χαρακτήρα. Ενδεχομένως εκτός σελίδων του να ήταν τόσο ανυπόφορος, όσο μυθικός ήταν μέσα στις σελίδες. Μια φορά είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. Ετοίμαζα μια ανθολογία, όπως πεζογράφοι και ποιητές έγραφαν ένα όνειρό τους το οποίο κατόπιν εικονογραφούσαν ζωγράφοι (Παρά δήμον ονείρων, 1991). Του γύρεψα ένα όνειρό του και μάλιστα να το ζωγραφίσει μετά ο ίδιος. «Δεν βλέπω όνειρα», μου απάντησε κοφτά και πέρασε το ακουστικό στη γυναίκα του, η οποία μειλίχεια και μάλλον εξοικειωμένη προσπάθησε να δικαιολογήσει το απότομο φέρσιμο. Κυριολεκτούσε; Ή, απλούστερα, τα όνειρά του τα προόριζε μόνο για τη ζύμωση της γραφής, για τα ερμάρια του και για τους κοντινούς του;
        Ατόφιος Πεντζίκης, θα έλεγε υπομειδιώντας κάποιος λάτρης της ανεκδοτολογικής πλευράς της γραφής. Ενδεχομένως. Αυτήν όμως ακριβώς την πλευρά αποφεύγω και προτιμώ να συναναστρέφομαι κείμενα κι όχι συγγραφείς· αφήστε που ο προσκοπισμός στην τέχνη ή ο μεταπολιτευτικός χριστιανοαριστερός πνευματικός βίος (όλοι μαζεμένοι γύρω από τον σοφό αφηγητή) με παρέλυε από νεότατο.
        Μην ξεστρατίζουμε όμως. Στη λογοτεχνία δεν προσφεύγουμε για να ακούσουμε την σιωπή του συγγραφέα και τον θόρυβο των δαιμόνων του; Αυτό ακριβώς μου επέβαλε και το εν λόγω πεζογράφημα: το διάβαζα λυσωδώς όταν, επί μια δεκαετία, μάθαινα την τύφλα μου γράφοντας και ξαναγράφωντας την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1994). Για μήνες το είχα στο προσκέφαλό μου (όπως και τον Πεισίστρατο του Γιώργου Χειμωνά―γι’ αυτό με άλλη αφορμή), με αποτέλεσμα τις πρώτες αράδες του να τις έχω ψιθυρίσει και καθ’ ύπνον: «Αισθανόταν την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Βασανιζόταν έρμαιο από τις εντυπώσεις, από τις σχέσεις του με τα πράγματα, με τα πρόσωπα. Επιθυμούσε ένα σχήμα».
          Προφανώς αυτό ακριβώς επιθυμούσε κι ο συγγραφέας/αφηγητής/ήρωας στην Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, ένα σχήμα, ένα καλούπι ζωής και έκφρασης για να ανακουφιστεί, όπως έλεγε χρόνια αργότερα, από τον πολύ εαυτό, αποδεικνύοντας ότι, εντέλει, τα βιβλία που μας σφραγίζουν δεν τα επιλέγουμε αλλά μας επιλέγουν, όπως, εξάλλου, και πολλά άλλα.


Ως καταληκτικό κείμενο του 2008 αναδημοσιεύουμαι την συνεισφορά μας στο αφιέρωμα στον ΝΙΚΟ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ (τ. 1817, Δεκέμβριος 2008)


Hotel 2009/Hotel Zoo

Η ζωολογική λογοτεχνία είναι παλαιότατη, αχανής και ποικίλη. Σε ευσεβιστική, λαϊκή ή έντεχνη αφήγηση, ρεαλιστική ή αλληγορική εκδοχή, ο ζωομορφισμός στην τέχνη της αφήγησης έχει αφήσει έντονα χνάρια: Όμηρος, Παλαιά Διαθήκη, Αίσωπος, Λα Φοντέν, Λόντον, Μπλέικ, Πόου, Βερν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χέμινγουέι, Όργουελ, Μπόρχες, Ιονέσκο, Κορτάσαρ, Πελεβίν, αλλά και Ροίδης, Μητσάκης, Λασκαράτος, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Πεντζίκης, Τσίρκας, κά.
      Φυσικά μια ιστορία με ζώα δεν εξαντλείται στην τρέχουσα αστική ζωοφιλία, ειδικά στις μέρες μας, με την εξαφάνιση σπάνιων ειδών της πανίδας, τα πειραματόζωα ή τα  μεταλλαγμένα ζώα. Φωτεινή ή ζοφερή χροιά, δραματικός ή ειρωνικός τόνος, φαντασιωτικό ή ρεαλιστικό πλαίσιο είναι απλώς αφορμές ώστε να καθρεφτιστούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο.
     Αυτό είναι το νέο πλαίσιο γραφής του Hotel 2009, μια ιστορία  όπου θα πρωταγωνιστούν ζώα. Για τέταρτη συνεχή χρονιά, διαδοχικά, μετά το Hotel Βιζυηνός, Μετανάστευση και Ιnternet,  το Hotel Zoo.  Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν οι πεζογράφοι Αντζελα Δημητρακάκη, Ισίδωρος Ζιουργός, Δημήτρης Σωτάκης, Κώστας Γκαζής (ο νικητής του Ηοtel Internet), ενώ το όλο εγχείρημα θα φωτίσει από θεωρητική σκοπιά η κριτικός λογοτεχνίας Λίνα Πανταλέων.
      Η εκδότρια Αννα Πατάκη και ο Μισέλ Φάις, κατά τα ειωθότα, θα συμβάλλουν στην διαμόρφωση των έξη καλύτερων ζωολογικών ιστοριών.
      Δεκτές γίνονται συμμετοχές που θα έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2009 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος   των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευμένου διηγηματογράφου. 
      Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι σε έντυπη μορφή, δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από CD (κι όχι δισκέτα) με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς και ένα ευσύνοπτο βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38, 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κου Γιώργου Πάντσιου (τηλ.: 210.52.05.651, 210.36.50.051).
         O φετινός Πανελλήνιος Θεματικός Διαγωνισμός Διηγήματος έχει ως χορηγό επικοινωνίας την Athens Voice και είναι υπό την αιγίδα του WWF.

  
Για το Hotel 2008 (Χαμένοι στο Διαδίκτυο) ανατρέξτε στην παρουσίαση των Νέων (23.12.08)
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4493680&ct=4



Για να περάσετε πάλι στο Εντευκτήριο (του ανενεργού πλέον Hotel Memory): μια ζωολογική ιστορία σας περιμένει. Παλαιότεροι και νεότεροι ομοτράπεζοι της γραφής αφηγούνται ρεαλιστικά ή αλληγορικά, με συγκίνηση ή σαρκασμό μια σύντομη ιστορία όπου πρωταγωνιστούν ζώα. Μαθητευόμενοι συγγραφείς (κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη τυπώσει βιβλίο, βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, έχουν δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή πλησιάζουν στο τυπωθήτω) των οποίων η γραφή ενδέχεται να σας παρακινήσει (εξού και τα e-mail τους) σε περαιτέρω επικοινωνία.




Απο κακό μάτι



Η ζωή μας είναι η ζωή


Αρχίζει να μιλάει η γυναίκα με την κόκκινη ομπρέλα και συνεχίζει ο άντρας με την κίτρινη ομπρέλα;  Μήπως  η γυναίκα με την κόκκινη ομπρέλλα ονειρεύτηκε έναν άντρα με κίτρινη ομπρέλα να στέκεται πλάι της στη στάση του μετρό; ‘Η, κάποιος πιο μηχανορράφος, θα υποστήριζε ότι ένα μονόπρακτο πήρε τους δρόμους, αναζήτησε, εντόπισε και «φωτογράφισε» τους χαρακτήρες του πριν καν γνωριστούν;

―Ώστε, έφυγες.
― Μόλις κόψει η βροχή. Τη βροχή περιμένω.
―Επιτέλους, περιμένουμε και κάτι μαζί.
―Περιμένω, δεν περιμένουμε.
―Κι αν δεν κόψει;
―Θα κόψει.
―Λέω, αν δεν…
―Αν δεν, θα φύγω με.
―Και που θα πας;
―Οπουδήποτε, αρκεί να γλιτώσω από την γκρίνια σου.
―Απ’ τη γκρίνια μου;
―Απ’ τη γκρίνια σου. 
―Δεν έχει όνομα  αυτό το μέρος;
―Αρκεί να μην σε βλέπω.
―Υπάρχει μέρος που λέγεται να μην σε βλέπω;
―Υπάρχει.
―Και που βρίσκεται.
―Οπουδήποτε.
―Οπουδήποτε;
―Μακριά σου. Αρκεί να μην σε βλέπω.
―Να μην με βλέπεις…
―Να μην σε βλέπω και να μην σ’ ακούω
―Να μην μ’ ακούς…
― Κα να μην σε βλέπω.
― Και ‘γω σου λέω, και θα με βλέπεις και θα μ΄ακούς.
―Γιατί φάντασμα είσαι;
―Εγώ πάντως μίλησα.
―Και που μίλησες…
―Δεν μπορείς να μην με βλέπεις και να μην μ΄ ακούς
― Γιατί, ρε;
― Έλα, ντε!
― Νομίζεις πως δεν μπορώ να φύγω;
― Μπορείς.
― Δεν μπορώ, αυτό δεν νομίζεις;
―  Μπορείς.
― Θα πεις τι δεν μπορώ ή θα σε χτυπήσω.
― Δεν θέλεις να φύγεις. Αυτό δεν μπορείς.
― Αυτό το λες εσύ.
― Αυτό το λέει η ζωή μας.
― Η ζωή σου δεν είναι η ζωή μας.
― Η ζωή μας είναι η ζωή.
― Η ζωή μου είναι ζωή μου.
― Τότε φύγε. Τι κάθεσαι.
― Θα φύγω.
―Θα....
―Τι είπες;
―Τίποτα. Μην σπρώχνεις.
―Τίποτα;
―Μη σπρώχνεις. Έχεις παλαβώσει τελείως;
―Σ΄ακούμπησα, δεν σ΄ έσπρωξα.
―Το ακούμπισμά σου είναι κάτι χειρότερο.
―Κάτι χειρότερο από τι;
―Ότι το χειρότερο.
―Είπες κάτι χειρότερο κι όχι ότι το χειρότερο. Έχει διαφορά.
―Με κουράζεις. Γίνεται να μην μ’ ακουμπάς.
―Γιατί;
―Έτσι. Χωρίς γιατί.
―Δε θέλεις;
―Όχι, δεν θέλω.
―Ώστε δεν θέλεις;
―Να με χτυπάς μπορείς, να μ’ ακουμπάς δεν μπορείς.
―Μπορώ ή δεν μπορώ;
―Και να μου σπάσεις το χέρι, να μ΄ακουμπήσεις δεν σ’ αφήσω.
―Ώστε δεν θα μ΄αφήσεις.
―Και να με στείλεις στο νοσοκομείο ακόμα.
―Είπες την τελευταία σου λέξη.
―Τις τελευταίες μας λέξεις τις έχουμε εδώ και καιρό.

Ελευθεροτυπία (1.11.08)






Εδώ




«Εδώ», απαντάει μονότονα αυτός ο σκυφτοκέφαλος γέρος όταν τον ρωτούν «τι νέα;», «πως είσαι;» ή «είσαι καλά;».
      Γιατί, κατά βάθος, επικαλείται το επίγειο, το ριζωμένο, το λιγό πιο πάνω από το χθόνιο, το λίγο πιο πάνω από το ακίνητο ρυάκισμα του άλλου χρόνου.
       Γιατί, βεβαίως, η όψη του έχει πάρει τη φθίνουσα και το κορμί του το στηλώνει πλέον μόνο η βεβαιότητα  του θανάτου.
       Γιατί, ενδεχομένως, αυτός ο πεισματικός τοπικός προσδιορισμός είναι το μόνο γράπωμα που του απόμεινε βλέπωντας, χρόνια και χρόνια, το αδιάστατο να ρουφάει πρόσωπα που τον συντρόφευαν και δεν τον συντρόφευαν.
       Γιατί, μεταξύ μας, πάει να δέσει τα κορδόνια του και κυλάει το τσιγάρο από το στόμα του, σκύβει να πιάσει το τσιγάρο και του πέφτει η τσατσάρα από την τσέπη του πουκαμίσου, κάνει να πιάσει την τσατσάρα και γλιστράνε τα γυαλιά από τη μύτη του.
       Γιατί, όλο και πιο συχνά, τρέμει στην ιδέα μπας και πάρει τη θέση των πεσμένων πραγμάτων και δεν υπάρχει ψυχή να τον περιμαζέψει.
       Γι’ αυτό ακούει και δεν ακούει τη στιχομυθία μιας γυναίκας κι ένος άντρα, παραδίπλα, που περιμένουν μαζί μ΄αυτόν στο σκέπαστρο, κάτω από καταρρακτώδη βροχή, το φισκαρισμένο τρόλεϊ που δεν σταμάτησε στη στάση τους.
      Εκείνη:  «Δεν θα βρούμε το δίκιο μας, ούτε στην άλλη ζωή...»
      Εκείνος: «Ποιά ζωή; Αμα κλείσεις τα μάτια σου...»
 


Ελευθεροτυπία, 18.10.08









Δυο μακαρονάδες ορφανές

Κάθισαν σ΄ ένα τραπέζι πλάι στη τζαμαρία· κάθισαν σαν να μην είχαν σκοπό να ξανασηκωθούν ποτέ.  Αυτός έχει μεγάλα ροδαλά αυτιά και το στομάχι του κρέμεται πάνω από τη ζώνη του σαν μαλακή ζύμη. Αυτή έχει ένα πικραμένο τόξο αντί για στόμα και τα χέρια της θυμίζουν τσαλακωμένο χαρτί.
              Με το που κάθονται, ταυτόχρονα, σαν κουρδισμένοι,  η γυναίκα βγάζει από την τσάντα της δυο περιοδικά με σταυρόλεξα κι ο άντρας ανασύρει από την μέσα τσέπη του σακακιού του, ανάλαφρα σαν μάγος, δυο μπικ. Αμέσως βυθίζονται στο οριζοντίως και καθέτως των λέξεων· κατά στιγμές γέρνουν σιωπηλά ο ένας στο περιοδικό του άλλου.
               Όταν τους πλησιάζει το γκαρσόνι ξαφνιάζονται απο την παρουσία του. Σχεδόν δυσφορούν σαν κάποιος παρείσακτος να τους ενοχλεί.  «Ωραίο χόμπι», λέει το γκαρσόνι που με το ένα χέρι μαζεύει τα πιάτα και με τ’  άλλο σαρώνει τα ψίχουλα. «Αν δεν είχαμε τα σταυρόλεξα, θα είχαμε σαλτάρει», του απαντάει ο άντρας στηρίζοντας το πηγούνι του στο μπικ.
               Το γκαρσόνι αρχίζει να απαγγέλει με τραγουδιστή, ρουτινιάρικη φωνή τα εδέσματα. Το ζευγάρι ακούει με προσοχή. Όταν τελειώνει, ο άντρας ξανασκύβει το κεφάλι στο περιοδικό και η γυναίκα, με την ανάμνηση ενός χαμόγελου, ζητάει από το γκαρσόνι να επαναλάβει το γαστριμαργικό κατεβατό. Το γκαρσόνι βήχει ελαφρά και επαναλαμβάνει σαν παπατρέχας τη λίστα με τα φαγητά.
               «Α, έχω και κάτι μουρμούρες που μιλάνε. Μυρίζουν θάλασσα», συμπληρώνει σε μια ύστατη προσπάθεια να τυλίξει τους βαρύθυμους πελάτες.
                Η γυναίκα κοιτάζει τον άντρα με το άσπρο του ματιού. Ο άντρας, χωρίς να  σηκώσει το κεφάλι του, λέει αργά, με φωνή που έρχεται από κάποια μακριά και σκοτεινά: «Από τότε που μας συνέβη αυτό, ψάρι δεν ξαναβάλαμε στο στόμα, θάλασσα δεν ζυγώσαμε. Φέρε μας δυο μακαρονάδες ορφανές, μια ντοματοσαλάτα χωρίς κρεμμύδι, μια φέτα κι ένα καρτούτσο»
                  
Ελευθεροτυπία (4.10.08)




Οι σκουπιδοπολίτες 


Είναι νόμιμο (άρα ηθικό) κάποιος να σιτίζεται με τα απόβλητα των λαϊκών αγορών;  Ή επειδή είναι στα όρια του παραβατικού (τα σκουπίδια ανήκουν στις χωματερές) καταντάει οριακά ανήθικο ένας πολίτης κάθε μέρα να μηχανεύεται τρόπους για να μην πέσει κάτω ξερός από την πείνα;  
         Είμαι σχεδόν βεβαιος. Διλήμματα ηθικονομικής τάξεως σκοτίζουν τον εικονιζόμενο καταναλωτή των κάδων τη στιγμή που, σαν καρποσυλλέκτης του μετααστικού τοπίου, επιλέγει τα κρεμμυδάκια του από φρεσκοπεταμένα σκουπίδια της Αγίου Κωνσταντίνου. Δεν χωρεί αμφιβολία. Ειδικώτερα από τη στιγμή που ηλιοψημένος επιχειρηματίας, φοροφυγάς και πρώην υπουργός αποφάνθηκε σεμνά και ταπεινά  «ότι είναι νόμιμο είναι ηθικό».
        Θα συνιστούσα στα εκλογικά επιτελεία των κομμάτων να συμπεριλάβουν στον επικείμενο σχεδιασμό τους και τους  σκουπιδοπολίτες, τη νέα ανερχόμενη βουβή δύναμη. Αυξάνονται και πληθύνονται ραγδαία! Όποιος έχει μάτια βλέπει.
        Εν μεταξύ, εμείς, χαζεύοντας τους έσχατους πολίτες (ουσιαστικά ξορκίζοντας την κατάρρευση της βολής μας) βουλιάζουμε στη διάφανη, ατιμώρητη και κυλιόμενη ρεμούλα των κομμάτων εξουσίας (με πρωταγωνιστές τους κλέφτες που ζητούν να εφαρμοστούν οι νόμοι), αλλά και στην ανέξοδη αριστερή ρητορεία―εδώ διαλύεται το σύμπαν, κατώτερο μισθό 1400 ευρώ αξιώνει αδιαπραγμάτευτα η Παπαρήγα κι από κοντά πριμοδοτεί o συνοδός της νεαρής μετανάστριας από τη Σιέρα Λεόνε. 
          Ήδη οι Κασσάνδρες της αγελαίας καθημερινότητας  ενσπείρουν τον νέο τύπο ηγέτη: «Ένας Βγενόπουλος μας χρειάζεται» (αντικαθιστώντας τον ρετρό πλέον Παπαδόπουλο). Γιατί βέβαια, η μπερλουσκονοποίηση του δημόσιου βίου βροντάει και τη δική μας πόρτα. Ποιός κωφεύει; Ποιός μπορεί πλέον και κοιμάται μακάριος βλέποντας όνειρα φιλελεύθερων ή σοσιαλιστικών παραδείσων; Ποιός αδιαφορεί όταν το δίκαιο του ξέφρενου επιχειρηματία-κυβερνήτη, το κιτς της τηλεοπτικής πολιτικής και η πιο άγρια ελευθερία της αδιαφορίας ρυθμίζουν πλέον απροκάλυπτα αυτό που κάποτε ονομάζαμε δημόσιο χώρο;

Ελευθεροτυπία, 20.9.08






Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Και στην τρέχουσα περίοδο (6 Οκτωβρίου ―12 Δεκεμβρίου) στους φιλόξενους χώρους του ΕΚΕΒΙ θα μοιραστούμε τα μυστικά και τα ψέμματα της γραφής με νέους και παλαιότερους μαθητευόμενους της λευκής σελίδας.
       Το λογοτεχνικό αλισβερίσι (που, μεταξύ μας, πρόκειται για βάσανο δημιουργικής ανάγνωσης―στο μέτρο που γράφουμε αυτά που έχουμε καταπιεί  και μηρυκάσει ως αναγνώστες) θα πάρει το κάτωθι σχήμα:


Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις στο τμήμα Νουβέλας
       
           Τετάρτη 5:30―8:30  (ΕΚΕΒΙ)


Αιτήσεις συμμετοχής 8 έως 26 Σεπτεμβρίου.


Για τους Αραβες η νουβέλα λέγεται μακάμα και σημαίνει στάσιμο ή κάθισμα· εκεί ο αφηγητής ξετυλίγει την ιστορία του συγγραφέα, που κρύβεται πίσω από τη λογοτεχνική μάσκα και λέει όλα εκείνα που διστάζει να πει κατά πρόσωπο ο συγγραφέας.
        «Μια ανθρώπινη ζωή εκφρασμένη μέσα από την τεράστια υλική δύναμη της ώρας του πεπρωμένου», είναι σύμφωνα με τον Γκέοργκ Λούκατς η νουβέλα. Ενώ επί σκηνής η νουβέλα συγγενεύει με το δράμα καθώς υπάρχει δομική συμμετρία: σύντομη παρουσίαση, συμπυκνωμένη οδήγηση στο αποκορύφωμα ή την καμπή, αποφόρτιση και έξοδος.
       Την ιστορία και την ποιητική του παμπάλαιου αυτού είδους, που μετεωρίζεται ανάμεσα στο μακρύ διήγημα και στο βραχύ μυθιστόρημα, ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και στην διάρκεια της πολυφωνικότητας, θα διερευνήσουμε από κοινού με τους μαθητευόμενους πεζογράφους.
         Θα επιμείνουμε στους κορυφαίους του είδους: από τον Ηρόδοτο έως τον Θερβάντες, αλλά και τον Κλάιστ, τον Μπαλζάκ, τον Ντοστογιέφκι, τον Τόμας Μάν και τον Παπαδιαμάντη. Θα μιλήσουμε για την μεταφορά του είδους τόσο στην μεγάλη οθόνη όσο και στην δραματουργική επεξεργασία του.
       Το μάθημα θα εμπλουτιστεί με συγγραφείς και θεωρητικούς που θα εμπλακούν στο παιχνίδι της γραφής της νουβέλας των πεζογράφων που θα επιλεγούν για τον Κύκλο της νουβέλας. 
       Σ’  αυτούς που θα δηλώσουν συμμετοχή θα ζητηθεί ένα κείμενο (όχι μικρότερο από 3000 λέξεις) καθώς και σύνοψη της υπό διαμόρφωση νουβέλας τους.
Πεποίθησή μου είναι ότι η γραφή δεν διδάσκεται, αυτό που διδάσκεται είναι η αδήριτη ανάγκη μας να μετατρέψουμε αυτήν την άγνοια από λευκό χαρτί σε μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, ποίηση, δοκίμιο.



Και για να βλογήσουμε λιγάκι τα γένια μας. Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Αδάμ Βουδούρη (Ο βυθός είναι δίπλα, Πατάκης). Από τους πρώτους μαθητές μου στο ΕΚΕΒΙ. Τον Οκτώβριο του 2009 τυπώνει βιβλίο, μια άλλη αξιόλογη μαθήτριά μου,  η Λουίζα Σπηλιωτοπούλου (Όλα είναι ίδια, Πατάκης). Ενώ ήδη υπάρχει στις προθήκες η ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων της Χρύσας Φάντη  (Το δόντι του λύκου, Πατάκης), που δεν προσέχτηκε όσο της άξιζε.


Οι «αόρατες πόλεις» του Μ. Φάις

  Στις αρχές του 2009 κυκλοφορεί το νέο μυθιστόρημα του συγγραφέα, «Πορφυρά γέλια»

Του Ηλια Μαγλκινη

Η διήγηση ανήκει στον Πέτρο Τατσόπουλο. Είχε ρωτήσει κάποτε νεαρή φιλόλογο αν «διαβάζει Μισέλ Φάις». Εκείνη απάντησε: «Δεν διαβάζω ξένους συγγραφείς». Θυμάμαι το μειδίαμα του Μισέλ. Εβραίος, από την πλευρά του πατέρα, με την Κομοτηνή, τον γενέθλιο τόπο της παλιάς συναγωγής, των μιναρέδων και των εκκλησιών, να τον έχει σφραγίσει ως θέμα, ως χαρακτήρας των βιβλίων του.

Θυμάμαι τον Μισέλ να περιπλανιέται στους δρόμους της Αθήνας με τη μανία του άστεγου που περπατάει νευρικά, μιλώντας με τον εαυτό του, μισώντας και αγαπώντας ταυτόχρονα το άστυ. Μέσα στο αθηναϊκό άστυ νυχτοπερπατήσαμε κάποτε με τον Μισέλ, μοιραστήκαμε πολλά, χάσαμε άλλα τόσα. Επειτα από πέντε βιβλία, του ζητώ να κάνει μια αναδρομή. «Εχουμε και λέμε: “Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου”, “Απ’ το ίδιο ποτήρι” και “Aegypius monachus”. Τρία βιβλία που κουρδίζονται γύρω από τον εαυτό και τη γραφή. Πού βρίσκομαι; Στη δεύτερη τριλογία: το λαθραίο, το μυστικό θέμα είναι η αυτοβιογραφία ενός άλλου. Αν, δηλαδή, με τον Τζούλιο Καίμη (“Το μέλι και η στάχτη του Θεού”) και με τον Γ. Μ. Βιζυηνό (“Ελληνική αϋπνία”) φωτίζω τη δύναμη της αδυναμίας, στα “Πορφυρά γέλια”, με αθέατο πρωταγωνιστή τον Νίκο Ζαχαριάδη, αναποδογυρίζοντας τη μάσκα, φωτίζω την αδυναμία της δύναμης. Γεροί να είμαστε να κλείσω αυτό το παιδικό ερωτηματικό γαϊτανάκι με την τελευταία ερώτηση: Πού πάω;».

Τα «Πορφυρά γέλια» είναι το επόμενο μυθιστόρημά του. Θα εκδοθεί στις αρχές του 2009, από τον Πατάκη. (Στο μεταξύ, ο Μισέλ περιμένει αυτόν τον Οκτώβριο να βγει στις αίθουσες η ταινία του Ν. Παναγιωτόπουλου «Αθήνα - Κωνσταντινούπολη», όπου συνυπογράφει το σενάριο.) Το νέο του μυθιστόρημα είναι ένα «θεατρογενές κείμενο και ένα κομματιασμένο αφήγημα», που «μιλά για τη μετασωτηριολογική βία της κομμουνιστικής Αριστεράς στον τόπο μας, χοντρικά από τα Δεκεμβριανά μέχρι και τη δίκη της 17Ν. Τα “Πορφυρά γέλια” μεταφέρουν τον ιστορικό πυρετό της “χαμένης επανάστασης” στους κόλπους μιας πολύπαθης οικογένειας, όπου οι Βάκχες, το Μπούλκες, το Αλτσχάιμερ, η σκουπιδοτηλεόραση και η τρομοκρατία αναδεικνύονται σε οικεία δεινά. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, διάβασα σχεδόν τα πάντα. Πρόζα, μαρτυρία, δοκίμιο. Στο τέταρτο μυθιστόρημά μου πασχίζω να μιλήσω από τη σκοπιά του μότο που στεγάζει όλο το βιβλίο “Το αληθινό πρόσωπο της ιστορίας απομακρύνεται καλπάζοντας” (Μπένγιαμιν). Το βιβλίο θα απογοητεύσει μάλλον και τους δογματικούς και τους αναθεωρητές όλης της τρέχουσας φλυαρίας περί νικητών και ηττημένων ή αμφοτέρωθεν ρεβανσιστών σε πολιτικό ή φαντασιωτικό χρόνο, καθώς, όπως πιστεύει και ο αποσυνάγωγος παππούς: “Τότε το πρώην αγγλικό προτεκτοράτο, σε συσκευασία κοινοβουλευτικού βίου, συγκρούστηκε με τον ρώσικο αλυτρωτισμό, σε συσκευασία λαοκρατίας”».

Το είπαμε και στην αρχή: η σχέση του Φάις με το άστυ είναι ιδιαίτερη, ιδιότυπη. Οπως αυτή του φανατικού των ταινιών τρόμου: ό,τι τον απωθεί περισσότερο είναι αυτό που τον ελκύει περισσότερο. Του ζητώ να μου μιλήσει για τις δικές του «αόρατες πόλεις». «Η Κομοτηνή της παιδικής ηλικίας είναι μια πόλη ονειρική, σχεδόν άυλη», λέει. «Στη σημερινή Κομοτηνή δεν θα άντεχα ούτε μια βδομάδα. Η Αθήνα είναι πόλη ανυπόφορα μεγάλη, ανυπόφορα άσχημη, ανυπόφορα αφιλόξενη. Πρέπει να λιώσεις πολλά παπούτσια για να ανακαλύψεις τα σημεία όπου μπορείς να σταθείς. Τελευταία μού αρέσει να τριγυρίζω στην περιοχή της Πραξιτέλους, της Αθηνάς, του Κεραμεικού - μακριά, εννοείται, από τα πολύβουα νεανικά στέκια των ομοιόμορφων μειονοτήτων. Οταν κοπάσει ο κουρνιαχτός της αγοράς, πίνω το τσάι μου σε κάτι χαμένα σε στοές καφενεδάκια και τρώω σε φτηνά, παστρικά μαγέρικα της περιοχής. Με τη φωτογραφική, την ηχητική (νέο συναρπαστικό χούι) και τη γραπτή αποδελτίωση των πεζοποριών μου εντέλει διασχίζω μια Αθήνα όπου συχνά διασταυρώνομαι με ήρωες του Μπέκετ, του Μπρεσόν, του Δαμιανού, του Ζακ Τατί, του Αντονιόνι, του Μπουνουέλ, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Ζενέ, του Γκομπρόβιτς, του Χάντκε, του Πεσόα. Περπατώντας συνειδητοποίησα ότι το κρυφό μου μαράζι είναι να ακούω και όχι να γράφω ιστορίες...».


Καθημερινή (2.8.08, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_02/08/2008_279826)



Από κακό μάτι









Εφήμερη αθανασία


Αραγε με ποιον μιλάμε όταν μιλάμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας; Ενα είναι σίγουρο: η γραία με τα παρδαλά τσιμπιδάκια αδιαφορεί για τη θεωρία της αφήγησης. Εξίσου σίγουρο είναι ότι αδιαφορεί αν στοιχειοθετεί ή όχι παράδειγμα κλονισμού του υποκειμένου, αυτής της πανάρχαιης τραμπάλας ψυχής και ομιλίας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή η τρυφερή ηρωίδα του Εθνικού Κήπου απευθύνεται σε κάτι που της λείπει. Αυτό το κάτι, άλλοτε παίρνει τη μορφή του παιδιού, που την πέταξε έξω από το σπίτι ή την ανάγκασε να το εγκαταλείψει, κι άλλοτε του παιδιού που κάνει σαματά μέσα στο κεφάλι της -ενδεχομένως αυτό το αμφίστομο κάτι να νουθετεί.

Κάποιοι θα υπομειδιάσουν: είναι όλοι αυτοί που φοράνε το κουστουμάκι της κανονικότητας και ζούνε αγεληδόν. Με δυο λόγια ο χρήσιμος άνθρωπος (κι εδώ δεν έχουν ασυλία όσοι εργασιομανείς της τέχνης θεωρούν εαυτούς εξυπνότερους από τη ζωή) που αναγνωρίζεται από το κατεπείγον του βίου· ποτέ δεν έχει καιρό για χάσιμο (δηλαδή για αγάπη και για θάνατο). Σάμπως όλοι αυτοί που κυκλοφορούν καλωδιωμένοι σαν αγιοβασιλιάτικοι εξωγήινοι δεν είναι οι politically correct παραληρούντες; Ολες αυτές οι μούρες που ψεύδονται στο κινητό, που σαλιαρίζουν στο κινητό, που χαχανίζουν στο κινητό τι άλλο είναι δηλαδή από personae solitarae;

Τα πρόσωπα που μιλάνε στους τέσσερις τοίχους ή στον κοπανιστό αέρα δεν είναι πρόσωπα για να τα ξεσκίζουμε στην τηλεόραση ή για να φτύνουμε τον κόρφο μας όταν περνάμε από δίπλα τους· είναι πρόσωπα ιερά γιατί ξεφλουδίζουν τους φόβους μας, αίρουν τους πανικούς μας, μαλακώνουν το καθημερινό σκάψιμο του θανατου· είναι πρόσωπα μαγικά σ' έναν κόσμο βίαια απομαγευμένο, δηλαδή εφήμερα αθάνατο.


(Ελευθεροτυπία, 5.7.08, http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=05.07.2008,id=15005616)










Απλησίαστη ευδαιμονία

Στον Νίκο Παναγιωτόπουλο, στις ταινίες του

Η σημειολογία άκρως λιτή, περικλείει τα αναγκαία. Ένα μπιμπερό με λίγο νερό κι ένα φαγωμένο πλαστικό ποτήρι για τα κέρματα της μέρας. Κοινοτοπία: τα παιδιά πουλάνε ευκολώτερα δυστυχία ή ευτυχία. Εν προκειμένω, η εκτεθειμένη αθωότητα στα κράσπεδα συνήθως αρπάζει το χέρι του περαστικού και του το χώνει στη τσέπη.
     Ωστόσο, ο μακάριος ύπνος του παιδιού φέρει κάτι το αναπάντεχο σ‘ αυτή την συνήθη εικόνα, κάτι πέραν της πραμάτειας του πόνου που εκθέτει η κουβαριασμένη βρεφοκρατούσα.  Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ένα παιδί που κοιμάται στο δρόμο ενισχύει την αίσθηση του αυθόρμητου ελεήστε μας (που δεν είναι) και ατροφεί την αίσθηση του προμελετημένου ελεήστε μας (που είναι). Εξού και το κοιμισμένο αγόρι λογοδοτεί μόνο στην ομορφιά· υπερβαίνει, εξίσου, τη σκληρότητα της μοίρας του και τον ψευτοοίκτο της μοίρας μας, και παραδίνεται στο στιγμιαίο άγγιγμα μιας απλησίαστης ευδαιμονίας.
     Φυσικά όλα αυτά προϋποθέτουν πως ο πλάνης του αστικού τοπίου γνωρίζει πως ο Καραβάτζιο, ο Μπουνουέλ ή ο Ζενέ  δεν αναπνέουν μόνο στα μουσεία, στις σκοτεινές αίθουσες ή στα βιβλία. Εξού και οι αβίωτοι δρόμοι της πρωτεύουσας συχνά γίνονται αιφνίδια φροντιστήρια αυτών που είδαμε, ακούσαμε ή διαβάσαμε. Καθώς πεζοπορώντας ανακεφαλαιώνουμε φράσεις, μουσικές, ζωγραφιές, ταινίες και πάει λέγοντας, σε τέτοιο βαθμό που ο πολεοδομικός λαβύρινθος να παίρνει το σχήμα ενός πνευματικού κολάζ.
       Βέβαια όλα αυτά αφήνουν μάλλον απαθή τον μεμψίμοιρο περαστικό που κυκλοφορεί στην βαλκανική Αθήνα σαν Αγγλογερμανογάλλος. Είναι αυτός  που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύει πως μόνο αν ταξιδέψει στην Πράγα ή στην Λισαβώνα θα διασταυρωθεί με ήρωες του Κάφκα ή του Πεσσόα.


Ελευθεροτυπία (21.6.08,
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=67111712)


Σπεύσατε ο Καιρός γαρ εγγύς !



Γ΄ Πανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος

ΗΟΤΕL  INTERNET

Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα―κι όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγια τους σε βιβλία. Οι συγγραφείς της μπλογκόσφαιρας γράφοντας μικρά και ασυνεχή κείμενα καθρεφτίζονται στη θρυμματισμένη πρόζα του κόσμου, ενώ, συνειδητά ή ερήμην, συνδιαμορφώνουν αυτό που η τρέχουσα θεωρητική κουβέντα χαρακτηρίζει microfiction ή metafiction.
         Το νέο θέμα του Hotel 2008 ορίζεται ως μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο· ένα διήγημα που θα εμψυχώνεται από τη θεματική και την ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
        Hotel Internet, λοιπόν. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν: οι συγγραφείς Ελιάνα Χουρμουζιάδου και Χρήστος Χρυσόπουλος, η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου (διαδικτυακώς γνωστή ως Αθήναιος) και ο Χρίστος Κυθρεώτης (νικητής του Hotel Μετανάστευση), οι οποίοι καλούνται να γράψουν από ένα διήγημα και, παράλληλα,  να κρίνουν και να διακρίνουν τα κείμενα που θα φτάσουν στη ρεσεψιόν του Hotel Internet. Η Τιτίκα Δημητρούλια  (που χρόνια εντρυφεί στις αμφίθυμες σχέσεις Λογοτεχνίας-Διαδικτύου) θα πλαισιώσει θεωρητικώς το όλο εγχείρημα. Τόσο εκδότρια Α. Πατάκη όσο ο Μ. Φάις θα κάνουν blogging στην διαδικασία ανάδειξης των έξη καλύτερων διαδικτυακών ιστοριών.
      
Όροι συμμετοχής

Δεκτές θα γίνονται συμμετοχές που έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2008 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος   των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευμένου διηγηματογράφου. 
         Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από δισκέτα ή CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα ευσύνοπτο βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38 (πρώην Πειραιώς), 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κου Γιώργου Πάντσιου (τηλ.: 210. 5205651).





Από κακό μάτι


Εξοστρακισμένος εαυτός

Στην Ειρήνη Β.

Για όλα φταίνε οι μετανάστες ή, το καθρέφτισμά τους, η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή οι Αμερικάνοι―με δυο αφορισμούς ξεπαστρεύουμε όλο το ιδεολογικό φάσμα της τρέχουσας πολιτικής σκηνής. Για κάποιους μάλιστα είναι ένα και το αυτό. Καθώς βρίσκουν και την κρυφή ρίζα του: τον εβραιοσιωνισμό, αυτόν τον αρχέγονο και δοκιμασμένο δαίμονα καταστροφής του πλανήτη―εξακολουθητική παραφυσική ή μεταφυσική βίωση του κενού της ατομικής ή της συλλογικής περιπέτειας.
        Προχτές σε ταξί ένας κιτρινιάρης (όπως αποκαλούσε τους συναδέλφους του) παραληρούσε, στην αρχή σε μια Ρωσίδα και κατόπιν σ' έναν Πακιστανό, που δεν καταλάβαιναν γρι από τον υψηλόφρονα δεκάρικό του: Τι σκατά θέλουν στην Ελλαδίτσα μας και τη βρωμίζουν; Στα Τίρανα έχει λιγότερους Αλβανούς από την Αθήνα, μου εκμυστηρεύτηκεπέταξε ο ίδιος ταρίφας, που εκ περιτροπής άκουγε σκυλάδικα και Εκκλησία της Ελλάδος (μακαρίζοντας τον Χριστόδουλο και απαξιώνοντας τον νερόβραστο διάδοχό του).
           Ο ρατσισμός, που ουσιαστικά είναι ο εξοστρακισμός του πιο εξοστρακισμένου μας εαυτού,  στις μέρες μας καλύπτει σαν το νερό στ’ αυλάκι, την υποχώρηση του δημόσιου νοήματος στο όνομα της πιο άγριας, περιχαρακωμένης, ιδιόχρηστης ελευθερίας. Επειδή όμως η ετερότητα βαφτίζεται στην ενδοσκόπηση, τα παιχνίδια του ίδιου και του άλλου σκαρώνουν απίστευτες φάρσες σ’ όλους αυτούς που καραβολεμένοι στην ελευθερία της αδιαφορίας καμώνονται ότι  κόπτονται περί μιας κοινωνίας της ανοχής, της αλληλεγύης ή της συμμετοχής.
       Εξού κι ένας πιο φινιρισμένος ρατσισμός έχει πέραση σε ανθρώπους καλού γούστου, στα πιο συνειδητοποιημένα στρώμματα, σ’ όλους αυτούς που αυτοχρήζονται υποψιασμένοι στα μυστικά και στα ψέμματα της πολιτικής. 
       Αλήθεια ποιός από τους ανθρώπους των πολλών επιλογών, κι όχι της ανάγκης, δεν έχει λαχταρίσει να καρυδώσει τον άλλο (όχι αυτόν που σέβεται εξαιτίας του άλλου χρώματος, της άλλης θρησκείας, της άλλης σεξουαλικότητας, της άλλης καταγωγής), αλλά τον άλλο, μόνο μόνο επειδή τον αισθάνεται ως άλλο;



Eλευθεροτυπία, 7. 6. 08 (http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=07.06.2008,id=40371192,46360952)

Στο Εντευκτήριο (του παραμελημένου-φευ λόγω γενικότερου φόρτου- Hotel Memory) κάτι ζωντάνεψε πάλι. Τριάντα τρεις νέοι επισκέπτες κατέφτασαν με  καλοκαιρινή φούρια. Μαθητευόμενοι μάγοι της λευκής σελίδας αφηγήθηκαν μια καλοκαιρινή περιπέτεια. Τριάντα τρεις μαθητές δημιουργικής γραφής (μπορεί να προστεθούν κι άλλοι) έγραψαν μια ιστορία με θερινή διάθεση.
     Φυλλομετρήσετε τα κείμενά τους και αναζητήστε τους στην ρεσεψιόν (εξού και τα e-mail τους), αν κάτι σας συγκίνησε σ' αυτήν την άτυπη συντροφιά, την άτυπη οικογένεια που, την τελευταία τριετία, συσπειρώνεται όχι τόσο γύρω από τον Αριστερόχειρα (κατέβα στο Κελάρι), όσο γύρω από τα μυστικά και τα ψέμματα της γραφής.


Από κακό μάτι








Τέσσερις καρέκλες


Τα έπιπλα στο δρόμο κλονίζουν μια στοιχειώδη ανθρώπινη συνθήκη: αναποδογυρίζουν το αίσθημα του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου, άρα το μέσα και το έξω της οικείας εμπειρίας. Εξού και εκκενώνουν ρίγος ονείρου ή στιγμιαίας μεταρσίωσης στον πλάνητα του αστικού τοπίου, ο οποίος συχνά αναζητά αφορμές για να ανακουφιστεί από τον πολύ εαυτό.
       Τέσσερις καρέκλες αγορασμένες από φτηνό συνοικιακό επιπλάδικο ή τους αχανείς συνεταιρισμούς κιτς επίπλων στην Εθνική.
       Ποιό σαλόνι διαλύθηκε και γιατί; Λόγοι αισθητικής ή οικονομικής αναβάθμισης επέβαλαν τον εκπαραθυρισμό του; Μικρός ή μεγάλος χωρισμός (θάνατος) το μαγάρισε; Αλλά και ποιό χέρι τοποθέτησε εναλλάξ―προφίλ και ανφάς―αυτά που δεν πρόλαβε τα πάρει ούτε ο παλιατζής; Οι καρέκλες δεν σακατεύτηκαν από ανθρωπιστική προδιάθεση (ας τα μαζέψουν αυτοί που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι); Ή, αντιθέτως, στήθηκαν με μειδιάζον γούστο (ώστε να προκαλέσουν το υποκριτικό βλέμμα του περαστικού);
      Η φωτογραφία έχει ραμμένο στόμα. Η φωτογραφία παριστάνει τη χαζή ή τη σοφή. Ο φωτογράφος όμως, κατεβάζει το ρετσινόλαδο της φωτογραφικής αλήθειας και δίνει στεγνά πρόσωπα και πράγματα.
     Τέσσερις νεοκλασικές, γκρενά καρέκλες με φόντο τον γκρι, γκράφιτι τοίχο του Νεκροταφείου της Νίκαιας, πλάι στην είσοδο των Εβραίων  ενοίκων. Η σκυτάλη των αναπάντητων ερωτημάτων περνάει στα χέρια του συγγραφέα κι αν περάσει και στα χέρια του ονειρευτή, μπορεί να συνεχίζεται επ’  άπειρον.
      Τέσσερις φτερουγισμένοι παλιόφιλοι  κάθονται και τα λένε (ένας ο Τζούλιο Καίμη, ένας ο πατέρας σου―οι άλλοι δύο;)· τέσσερις σκιές ξετυλίγουν, στην απλοχωριά του εκτός χρόνου χρόνου, το μαύρο παραμύθι της ζωής. Αυτούς απαθανάτισες ένα μεσημέρι που ο ήλιος έδειχνε τα δόντια του· ένα μεσημέρι που δεν πρόλαβες να πας με το λιθαράκι της μνήμης και τα καθιερωμένα άσπρα χρυσάνθεμα στα υποχθόνια γενέθλια του πατέρα σου· ένα μεσημέρι που, με την ψυχή στο στόμα,  έτρεχες για να διαλέξεις τέσσερις καρέκλες για το υπό ανακαίνιση επίγειο διαμέρισμά σου.

Ελευθεροτυπία, 17.5.08
(http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=17.05.2008,id=68866296)





La force de dormir : versions de l’insomnie chez Michel Faïs

    Lorsque Michel Faïs au cours d’un entretien  explique le titre de son dernier roman « Ελληνική Αϋπνία» , paru en 2004 et depuis maintes fois réédité, insistant sur le ton volontairement ironique du mot « grec » utilisé ici pour désigner et, en somme, caricaturer toute image stéréotypée des idéaux grecs, il révèle son projet d’écriture. Délivrer d’une fausse « grécité » la figure romanesque du poète de Thrace Georgios Vizyinos, grand insomniaque et personnage par excellence tiraillé entre deux langues (démotique vs. kathareuousa), entre deux patries (Thrace vs. Athènes), entre deux identités (cosmopolite vs. paysan). L’auteur, insomniaque lui aussi et également originaire de Thrace (Komotini) saura construire entre la vie réelle de l’écrivain, mort tragiquement dans l’hôpital psychiatrique d’Athènes, et sa réalité d’aujourd’hui un lien profond qui va bien au-delà de la biographie, une fiction imprévisible qui joue avec les mots, sabote les reçus de la critique littéraire, un jeu de lettres qui réinvente la prose et jongle avec la poésie. Le résultat ? « Un roman », comme le précise Faïs lui-même, « qui se demande et au même temps rêve comment s’écrit un roman. Un roman qui dort à moitié ; qui sourit devant le sommeil bienheureux des longs romans qui se vendent bien, mais aussi devant la veillée posée et le narcissisme des expérimentations textuelles » .
    Et si pour baptiser son roman et définir certes de façon descriptive ses identités multiples (roman expérimental ou épistolaire, littérature de documents ou autobiographie ?) l’auteur recourt à des termes techniques du mécanisme du sommeil (« ονειρεύεται », « λαγοκοιμάται », « υπομειδιά με τον μακάριο ύπνο », « με την άγρυπνη πρόζα »), ceci n’est pas une ruse publicitaire pour inviter le lecteur au spectacle troublant de l’insomnie, voire de la démence de Vizyinos. Le sommeil ou plutôt le non sommeil sert d’alibi inébranlable au romancier qui se permet à travers la parenté quasi physique de l’insomnie de réinventer la vie de Vizyinos . Rythmé par 34 lettres rédigées chaque fois « en une nuit » par le lecteur –biographe, le texte se fragmente en 17 passages d’un lexique des œuvres de Vizyinos, ainsi qu’en extraits d’historiques médicaux des archives de l’asile Dromokaïteio. Derrière cette fragmentation continuelle de l’optique, l’insomnie non pas en tant que motif thématique, mais surtout en tant qu’instrument du récit, fait et défait l’ordre de la composition romanesque.
    Revendiquant ainsi parmi ses autres affinités électives avec Vizyinos la tare du manque de sommeil, Faïs entre dans la longue tradition des auteurs-otages du désir de dormir et redécouvre avec eux comment le processus douloureux de veiller coïncide parfois avec la liberté infinie de la création. Mon intention sera ici d’explorer comment la pensée insomniaque se traduit en texte dans les deux romans majeurs de Michel Faïs : Ελληνική Αϋπνία (2004) et aussi son premier roman Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου . Mon choix de les commenter dans l’ordre chronologique inverse n’est pas entièrement gratuit : appartenant à des genres différents, ces deux textes habités de sommeil aspirent à la même mystique, celle de l’écriture.

1.    Ελληνική αϋπνία    
Décrire la mort en termes de sommeil n’est pas qu’une chose convenue : le sommeil des vivants permet d’explorer le sommeil des morts. Et Michel Faïs, collectionneur assidu des débris de vies, se penche avec tendresse sur les visages des morts, se perfectionne dans la photographie de pierres tombales , enferme méthodiquement ses personnages dans une nuit close rédemptrice de mi-sommeil - mi-mort .
Or, dans son roman aux multiples facettes ΕΑ, l’enjeu est aussi multiple. Dans la septième lettre adressée sur un ton familier et compatissant au poète insomniaque (« Aυπνε κύριε »), l’insomnie de Vizyinos trace une ligne de différenciation entre la vigilance orthodoxe de Papadiamantis et la somnolence cosmopolite de Roïdis (« ο παράδρομος ανάμεσα στο μπορώ αλλά δεν κοιμάμαι του Παπαδιαμάντη αλλά και στο μπορώ και κοιμάμαι του Ροΐδη » ). A partir de cette divergence du sommeil se construit une comparaison entre les trois romanciers dont le parcours littéraire, ainsi que l’expérience intime de dormir, les place dans des pôles diamétralement opposés. Activant de cette manière la réminiscence d’un texte autre que le texte lu, Faïs plonge le lecteur averti dans un labyrinthe des lectures qui se complètent et s’annulent mutuellement. L’univers fantasmatique de Papadiamantis se profile sur le fond et les nuits terrifiantes de Φραγκογιαννού ou du narrateur dans la « Φαρμακολύτρια »  viennent se croiser avec l’insomnie tardive de Roïdis. Dans ce marathon du non sommeil, Vizyinos se situe par delà son aliénation de la société post-romantique athénienne, et son insomnie douloureuse, persistante, infinie l’expulse elle aussi violemment du destin commun de l’humanité :

Μια ακατάσχετος επιθυμία, με κυριεύει, επιθυμία αναπαύσεως και ησυχίας. Είμαι κουρασμένος, είμαι κατάκοπος πλέον. Ποθώ ύπνον, ύπνον, ύπνον. Αλλά τον ύπνον προ πολλού δεν τον εγεύθην. Οι άνεμοι του ουρανού ησυχάζουν· τα κύματα της θαλάσσης αναπαύονται· μόνον εγώ, μόνον εγώ δεν ειμπορώ να κοιμηθώ!
   
Faïs commente cet aveu qui résonne étonamment bien le cri déchirant de Baudelaire «dormir encore dormir, tel est mon unique vœu » , comme une épreuve douloureuse qui le sépare de la réalité bienfaisante des dormeurs et surtout comme une preuve d’une exclusion tant humaine que cosmique. Vizyinos marginal car insomniaque, mais aussi marginal car parlant une langue minoritaire, marginal car marqué par une dualité continuelle, sort de son contour réel de personne qui a bel et bien existé et dont on passe scrupuleusement en revue la biographie, et s’installe dans une fiction dédaléenne qui se déroule sans aucun héros principal.
Dans la confrontation avec le sujet biographié (Vizyinos), l’auteur/biographe mettant en scène un échange unilatéral à travers des lettres sans réponse, s’efface comme écrivain et narrateur mais apparaît en pleine lumière comme un Je qui résiste à la première personne mais qui se confesse malgré tout inlassablement. L’insomnie, signe de parenté entre l’épistolier et le poète mort, n’est qu’un contrat qui rapproche les deux destins du biographe, s’il en est un, et de son sujet dans une parfaite coïncidence .
Les 34 lettres successives non datées, rédigées toutes « en une nuit » et signées chaque fois par le lecteur qui se dissimule entre les parenthèses de sa signature, fonctionnant en effet comme élément de sa vérité intérieure, créent un mirage et une sorte de temps qui progresse graduellement sans se soumettre à une suite d’événements. Tantôt « impoli» («αγενής;»), tantôt « évanoui sur les textes de V. » («λιποθυμισμένος στα κείμενά σας»), « souffrant d’insupportable migraine » («με ανυπόφορη ημικρανία») ou encore « avec la voix brisée » («με θρυμματισμένη φωνή»), le lecteur par ailleurs anonyme somatise même le contact avec son personnage. Cette somatisation s’opère grâce et autour du rituel du sommeil : l’auteur libéré par l’écriture de l’asymétrie de son propre sommeil se fait spectateur du sommeil de l’autre et y retrouve la même qualité de souffrance :
                                                                      Εν μια νυκτί (εωθινοτέρα όλων των πρωινών)
Αγαπητέ κύριε,
Το βαθύ και μελαγχολικόν εκείνο βλέμμα ταράττει τον ύπνον μου, γράφετε στον Μοσκώβ Σελήμ. Προφανώς ανακαλείτε το βλέμμα του αλαφροΐσκιωτου Τουρκορώσου.
Ωστόσο το βλέμμα που ταράττει τον ύπνον σας είναι το βλέμμα της νύχτας, το βλέμμα που σας εμποδίζει να κοιμηθείτε, το βλέμμα που σας μεταμορφώνει σε κουκουβάγια. Κάποιος που αρνείται να αποτραβηχτεί από την τύρβη της ημέρας, που δεν πείθει τις φυσικές λειτουργίες του να σιγήσουν για λίγο, που φοβάται το χασμουρητό της άλλης ζωής επόμενο είναι να θεωρεί τον ύπνο (γι αυτό εξάλλου τον καθαγιάζει) ως κάτι το σκανδαλώδες.
    Αφού μένει ξαπλωμένος με ανοιχτά μάτια στο σκοτάδι, καθιστά τη νύχτα εξακολουθητικά παρούσα. Γι αυτό η τρέλα (το μελαγχολικόν εκείνο βλέμμα) κι ο θάνατος (το βαθύ εκείνο βλέμμα), καθώς δεν παίρνουν εξιτήριο στα όνειρα, παίρνουν στην καθημερινότητα.

    Και τότε η μαυρ’ η Νύχτα απλωτό το φακιόλι της ρίχνει για να σκεπάσει τη μέρα : τη μέρα που χρησιμοποιεί τη νύχτα για να σβήσει τη μέρα, τη μέρα που αντιμετωπίζει τη νύχτα σα λιποψυχία, τη μέρα που αφυπνίζει το ατέρμον μέτρημα της νύχτας, τη μέρα που ξαγρυπνά στο προσκέφαλο της ψυχορραγούσας νύχτας.
                                                                Αναγνώστης σας (γέρνοντας στο μαξιλάρι σας)

Dans cette huitième lettre du roman et dernière à être consacrée au thème proprement parlé de l’insomnie, deux remarques concernant le narrateur s’imposent. Il s’agit d’une lettre exceptionnellement écrite dans la lumière trouble de la nuit juste avant l’aube : «εωθινοτέρα όλων των πρωινών». Pas tout à fait nuit et pas tout à fait aube, période double ou plutôt intermédiaire, « l’heure indicible » selon Rimbaud, incite le lecteur / biographe de réinterpréter l’insomnie non plus de Vizyinos, mais du narrateur d’une de ses nouvelles, de Moscov Selim. Par un effet de miroir, le texte en inclut un autre, comme l’auteur (Faïs) élargit le cercle d’insomnie et projette son héros (Vizyinos) sur la figure mythifiée du personnage principal de Moscov Selim .
Ecrite après une nuit d’insomnie, la nouvelle en question, dernière œuvre de l’auteur et publiée après sa mort semble guider Faïs dans sa conception du non-sommeil en tant que symptôme d’une démence imminente («η τρέλλα : το μελαγχολικόν εκείνο βλέμμα» ) et d’une petite mort vécue au quotidien («ο θάνατος : το βαθύ εκείνο βλέμμα» ). Enfermé dans l’espace du sommeil, le destinataire de la lettre (Vizyinos) et avec lui l’auteur (Faïs), ainsi que le narrateur de la nouvelle plonge dans une nuit qui ne garantit pas le repos, mais au contraire agit comme une menace et une annonce de mort :

Κάποιος που αρνείται να αποτραβηχτεί από την τύρβη της ημέρας, που δεν πείθει τις φυσικές λειτουργίες του να σιγήσουν για λίγο, που φοβάται το χασμουρητό της άλλης ζωής, επόμενο είναι να θεωρεί τον ύπνο (γι αυτό εξάλλου τον καθαγιάζει) ως κάτι το σκανδαλώδες.
 
C’est de ce scandale, c'est-à-dire du non événement du sommeil qu’il est question, lorsque l’auteur clôt sa lettre non pas sur un mot mais sur un geste : on reste dans la poétique de l’espace (la nuit) mais d’un espace réservé à la chorégraphie inutile du sommeil mais également de la maladie et de la souffrance («γέρνοντας στο προσκεφάλι σας»).
Pourtant, cette proximité physique revendiquée par l’auteur aussi sur la quatrième de la couverture en tant qu’« effleurements silencieux » (« σιωπηλά αγγίγματα») sur la vie, l’histoire et la biographie de Vizyinos, exposant le lecteur passionné aux troubles psychotiques du sommeil, l’habitue et le prépare à l’expérience de la mort, vécue comme une longue insomnie . En ce sens, l’insomnie pathologique dont souffrait Vizyinos et qui le rendait hyperactif se décrit comme la réalité clinique de sa maladie et se compare paradoxalement à la fausse immobilité du sommeil :

[…] Η παρατεταμένη αυπνία μόνο με την εμπειρία του θνήσκειν προσομοιάζει, με ένα νευρωσικό θάνατο∙ μ’ένα θάνατο που αρνείται να αποδεχτεί το αναπότρεπτο και επιμένει να επιθυμεί την προσωρινή γαλήνη του ύπνου και τη στιγμιαία ταραχή των ονείρων – καθώς, είναι γνωστό, η μεταφυσική προοπτική του ύπνου είναι ο θάνατος. 

    La dimension initiatique du sommeil-étreinte mélancolique d’une mort anticipatoire semble habiter l’esprit de l’écrivain, séduit par ailleurs constamment par l’esthétique absurde du non-être (voire la fixation de la photographie tombale), la dialectique entre la passivité et l’activité. Attaché plutôt à la problématique de l’insomnie, Faïs n’échappe pas pourtant à l’inexorable pouvoir du rêve qui l’effraie et le bouleverse, comme un état de non-vie hors de son contrôle. Perdu dans le rêve et hors de lui à la fois, dans cette fraternisation rythmée, circulaire et savamment organisée avec le personnage de Vizyinos, il lui confesse :

                                Εν μια νυκτί;
Αγαπητέ κύριε,
Χθες το πρωί ξύπνησα με μια γεύση γλυκού τρόμου, εξαιτίας μιας απρόσμενης ώσμωσης της πραγματικότητας του ύπνου και της πραγματικότητας του ξύπνου. Το απόγευμα της προηγουμένης, […] βυθίστηκα στο (παραμύθι) «Σαλός», πέρασα το σελιδοδείκτη μου στο επόμενο παραμύθι κι έσβησα το πορτατίφ.
    Το ίδιο βράδυ ο Σαλός με επισκέφτηκε παρά δήμον ονείρων. Κάθισε στο κρεβάτι μου ενώ με τα δόντια του μου έκοψε τα νύχια των ποδιών. Προσεκτικά, σαν μικρό τρωκτικό, βιρτουόζος στο πεντικιούρ […] 

Dans l’hygiène de vie d’un insomniaque mais aussi de tout simple dormeur, basculer dans le sommeil un court instant qui peut durer une nuit entière, signifie se confronter et aussi se mesurer à l’immaîtrisable confusion de la réalité du présent et la non réalité du rêve. Comme le souligne Pierre Pachet, « le réveil, pris dans le rêve, est alors l’occasion d’un appel, non à la réalité du réel mais à la matérialité du rêve » . Et Michel Faïs, observateur scrupuleux de cette énergétique cérébrale, descend volontiers dans l’obscurité de son corps par cet escalier intérieur pour étudier chaque mouvement de conscience et d’inconscience. Or, dans ce cas, la parabole déconcertante de « Σαλός» offerte à Vizyinos pour soi-disant « amuser ses systématiques insomnies », ne fait qu’illustrer les méandres d’une pensée hantée continuellement par la notion de dormir en tant qu’avant-goût de la mort.
Mais si l’auteur dans ΕΑ utilise le thème de l’insomnie comme une clef qui lui permet de décoder l’expérience intime du sommeil de son personnage pour y puiser par la suite les éléments principaux de son défi identitaire et de son altérité par rapport à ses rivaux littéraires (Roïdis/ Papadiamantis), dans le premier roman de Michel Faïs Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου l’insomnie, loin d’être faussée par la mise en scène érudite du texte, surgit comme une vérité qui s’impose comme une règle de vie.

2.    Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου
Premier roman de l’auteur, l’Autobiographie d’un livre paraît dix ans avant l’ΕΑ et plonge la critique dans un embarras inattendu. Etude géographique romancée, délire autobiographique ou règlement thérapeutique des comptes de l’enfance, le livre, édifice complexe construit à partir d’un dépouillement minutieux de tout document autour de la ville natale (Komotini), mais aussi de toute cicatrice ouverte du passé, n’est en effet rien de plus, rien de moins que l’histoire d’un livre .
Dans cet excès d’organisation du matériel (entretiens enregistrés, documents historiques archivés, extraits de journaux et de petites annonces), le héros central, problématique comme l’aimerait Lucaks, cherche à canaliser le lyrisme de son altérité juive  recourant à l’histoire revisitée, cherche à guérir le bégaiement de l’enfance par un discours débordant de mots et d’images. Le résultat ? Un roman inclassable peuplé de tourments, d’événements politiques et des récits intimes. Le je scandé en trois pseudo egos (celui du héros principal Eftymis/ de son meilleur ami Makis / et de l’amante déçue Magda) prend connaissance immédiate de soi seulement à travers l’expérience de l’écriture et s’affirme en se lançant trois fois dans la rédaction du même livre. Et l’insomnie en tout cela ?
Certes, il ne s’agit pas d’un motif récurrent qui sert de lien entre la thématique principale du roman et le rythme haletant des lettres adressées à Vizyinos. Il ne s’agit pas non plus d’une pathologie qui viendrait illustrer la chronique d’une mort annoncée. Or, en tant qu’ennui existentiel et perte de répères entre le temps du rêve et le temps du réel, l’insomnie ou plutôt la « force de dormir » accompagne à chaque pas les personnages dans la recherche du temps perdu.
Laissant de côté les autres éléments qui, éparpillés partout dans le texte, se réfèrent au mécanisme du sommeil, prenons comme point d’appui le monologue intérieur vers la fin du roman, monologue qui se prête magnifiquement à l’étude de l’univers onirique de l’écrivain. Récit par excellence autobiographique recourant sans cesse au passé douloureux de l’enfance, ce texte quelque peu différent des autres du même livre car poétique, -différence soulignée par le soin de la mise en italiques-, se tisse autour d’une phrase quasi rituelle qui décrit les étapes avant et après le sommeil, avant et après la veille, comme si par ce rite répétitif se mettait en marche par un effet de magie la machine de l’introspection.

Κοιμόσουν. Πρέπει να βγεις έξω. Συχνά ξυπνούσες τις νύχτες για να διαπιστώσεις αν ζεις. Κάτι σχοινοτενή όνειρα σε κρατούσαν άγρυπνο μέσα στο όνειρο –το πρωί σου άφηναν μιαν αδιόρατη γεύση του πεπρωμένου .

Piégé dans un sommeil rongé d’insomnie, le narrateur encerclé par le rêve conçoit l’acte de dormir comme l’annonce de sa destinée de mort. Doit-on supposer que le sommeil se fait si profond qu’il prive le dormeur moméntanement de ses notions vitales ? Et si cette hypothèse est valable, comment saura-t-on expliquer cet état de veille qui coïncide avec le rêve transgressant ainsi sa fonction principale de se transporter du réel dans un état autre et hors temps ? Or, ici le narrateur rêve d’être éveillé, c’est à dire rêve au lieu de dormir, dépossédé de la différence entre le rêve et le sommeil.

Κοιμόσουν. Κάτι εγκιβωτισμένα όνειρα σε κρατούσαν άγρυπνο μέσα στο όνειρο. Ξυπνούσες με το σώμα σου βαρύ, με το αίσθημα του ξυλοδαρμένου σαν να σε είχε κακοποιήσει ένα μελίσσι αστυνομικών .

La mise en abyme du texte entraîne la mise en abyme du rêve. La pratique littéraire s’exerce inconsciemment sur l’expérience de dormir, qui devient ainsi un jeu de poupées russes puisant sans cesse au plus profond de l’inconscient des images ancestrales et effrayantes. Le corps livré à cette épreuve du non repos craint toujours la proximité imminente d’un réveil qui le surprendrait vivant mais vidé de force et donc de vie. En de termes presque baudelairiens, le sommeil abrite une angoisse métaphysique et le mal insoutenable de l’impuissance de créer :

Δε θα ξανατραυλίσω, δε θα ξανααυνανιστώ, δε θα ξαναβγώ απ’ το σπίτι αν δε γράψω σπουδαία ποιήματα. Κοιμόσουν [...] Ο ύπνος σ’έπαιρνε πάντα με το ραδιόφωνο ανοιχτό. Μερικές φορές ευχόσουν να πεθάνεις καθώς κοιμόσουν. Παρ’ όλα αυτά, με το πρόσχημα της δίψας, ξυπνούσες τις νύχτες για να διαπιστώσεις αν ζεις .

Déguisé en poète important et orateur loquace renoncant aux pratiques sexuelles solitaires, le narrateur trouve dans le sommeil une sorte de consolation, une possibilité d’un anénantissement souhaité. Mais le rituel du sommeil (la musique de la radio) se heurte presque toujours sur le rituel de l’insomnie (le prétexte de la soif). Le sommeil traduit en mort met en branle la conscience qui hésite entre le souhait de mourir au lieu de vivre ou alors l’acte de dormir plutôt que vivre.
    Derrière le désir enfantin d’être un autre que celui que l’on est, derrière l’angoisse de se réveiller le même qu’avant l’endormissement, dépourvu des effets bénéfiques du rénouvellement onirique, le dormeur doit reconstruire et déconstruire sa connaissance de l’espace et retrouver sa conscience :

Ονειρεύεσαι να ξυπνάς με δίβουλα αισθήματα στο βαθμό που από την έκβαση του ονείρου δεν αποσαφηνίζεται αν τελικά δικαιώνεσαι ή γελοιοποιείσαι περαιτέρω, σαν οσιομάρτυρας καρτούν .


La mémoire au réveil n’a plus rien de commun avec celle du sommeil et à cette défaillance de la mémoire s’ajoute celle de la parole, de transcrire et de traduire le rêve en un conseil de vie ou une direction à suivre. Chez Faïs, la « fétichisation du produit onirique » ne suffit pas à le délivrer d’un mal-être continu qui le poursuit tant la nuit que le jour.
    A la fin du livre, dans le monologue accordé au meilleur ami et alter ego du narrateur-écrivain, le chapitre finit par le vœu d’un sommeil ininterrompu, absolu et pur : une non-pensée qui purgerait l’âme de tout rêve et de tout souvenir :

Αποσύνδεσα τον μετασχηματιστή. Σιχτίρισα την αρρώστια του και πήγα να κάνω αυτό που αναρωτιόταν αν έκανα. Εκείνο που έπρεπε να κάνει και ο ήρωάς του και να μη μας τα πρήζει. Να κοιμηθώ. Να βυθιστώ σ’ έναν απόλυτο ύπνο, χωρίς αναμνήσεις, σκέψεις, όνειρα .

« Ne rien savoir, ne rien enseigner, ne rien vouloir, ne rien sentir, dormir et encore dormir, tel est aujourd’hui mon unique vœu » .



Martha Vassiliadi
Université de Genève







Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Και στην τρέχουσα περίοδο (13 Φεβρουαρίου ―16 Απριλίου) στους φιλόξενους χώρους του ΕΚΕΒΙ θα μοιραστούμε τα μυστικά και τα ψέμματα της γραφής με νέους και παλαιότερους μαθητευόμενους της λευκής σελίδας.
       Το λογοτεχνικό αλισβερίσι (που, μεταξύ μας, πρόκειται για βάσανο δημιουργικής ανάγνωσης―στο μέτρο που γράφουμε αυτά που έχουμε καταπιεί  και μηρυκάσει ως αναγνώστες) θα πάρει το κάτωθι σχήμα:



Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις στο τμήμα Νουβέλας
       
           Τετάρτη 5:30―8:30  (ΕΚΕΒΙ)


Αιτήσεις συμμετοχής έως 5 Φεβρουαρίου.





Γ΄ Πανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος


ΗΟΤΕL  INTERNET

Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα―κι όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγια τους σε βιβλία. Οι συγγραφείς της μπλογκόσφαιρας γράφοντας μικρά και ασυνεχή κείμενα καθρεφτίζονται στη θρυμματισμένη πρόζα του κόσμου, ενώ, συνειδητά ή ερήμην, συνδιαμορφώνουν αυτό που η τρέχουσα θεωρητική κουβέντα χαρακτηρίζει microfiction ή metafiction.
         Το νέο θέμα του Hotel 2008 ορίζεται ως μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο· ένα διήγημα που θα εμψυχώνεται από τη θεματική και την ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
        Hotel Internet, λοιπόν. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν: οι συγγραφείς Ελιάνα Χουρμουζιάδου και Χρήστος Χρυσόπουλος, η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου (διαδικτυακώς γνωστή ως Αθήναιος) και ο Χρίστος Κυθρεώτης (νικητής του Hotel Μετανάστευση), οι οποίοι καλούνται να γράψουν από ένα διήγημα και, παράλληλα,  να κρίνουν και να διακρίνουν τα κείμενα που θα φτάσουν στη ρεσεψιόν του Hotel Internet. Η Τιτίκα Δημητρούλια  (που χρόνια εντρυφεί στις αμφίθυμες σχέσεις Λογοτεχνίας-Διαδικτύου) θα πλαισιώσει θεωρητικώς το όλο εγχείρημα. Τόσο εκδότρια Α. Πατάκη όσο ο Μ. Φάις θα κάνουν blogging στην διαδικασία ανάδειξης των έξη καλύτερων διαδικτυακών ιστοριών.
      
Όροι συμμετοχής

Δεκτές θα γίνονται συμμετοχές που έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2008 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος   των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευμένου διηγηματογράφου. 
         Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από δισκέτα ή CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα ευσύνοπτο βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Βαλτετσίου 14, 106 80 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κου Γιώργου Πάντσιου (τηλ.: 210.36.50.051).










Κριτική για την αγγλική έκδοση της συλλογής διηγημάτων Απ' το ίδιο ποτήρι


Michel Fais, From the Same Glass and Other Stories. Translated by Jane Nisselson
Assimakopoulos, with an Introduction by Stavros Deligiorgis. Birmingham: Centre for Byzantine, Ottoman and Modern Greek Studies, 2007. Pp. 179.


In 1995, Dimitris Tziovas inaugurated a new series of works of Modern Greek literature in trans-
lation, published by the University of Birmingham. The aim of the series is twofold: to promote
Greek literature in English, and to provide a forum for good quality translations that might not
otherwise be published. This highlights a perennial problem — namely that works of Modern Greek
literature in translation cannot always attract publishers because they are ‘of minority interest’, a
situation that is hardly likely to change as long as publishers refrain from attempting to publish and
market them. Thus, any attempt to remedy this situation is to be welcomed.
Seven volumes have appeared in the series so far, under the general editorship of Tziovas
himself. These seven books constitute a small but impressive sample of twentieth- and twenty-first-
century Greek novels, short stories and poetry. The authors represented to date are: Dimitris Hatzis,
Haris Vlavianos, Stratis Doukas, Sotiris Dimitriou, Menis Koumandareas, Kostas Karyotakis and
Michel Fais — all men, as it so happens, though this is clearly not a deliberate editorial choice.
Reviews are submitted by individual translators, not commissioned. The volumes all contain brief,
useful introductions to the authors. They are also attractively produced and inexpensive.
As a whole, the series is consistently well above average. Some of the translations are more
experimental than others; some are more successful than others. A somewhat unhappy experiment
is the translation of Sotiriou’s May Your Name Be Blessed by Leo Marshall into a non-existent
English ‘dialect’. A more successful volume contains the sensitive renderings of Haris Valavianos by
David Connolly. This particular volume has the added benefit of comprising a parallel text, whereas
the Karyotakis collection, Battered Guitars, which contains prose as well as poetry, is monolingual.
(See also my forthcoming review of Battered Guitars in the Journal of Hellenic Studies). The next
volume to be published in the series will be Peter Jeffreys’ translation of Cavafy’s Major Prose
Writings. It is astonishing, given the worldwide scholarly interest in Cavafy, that such a collection
has had to wait until the present time to find an English translator and publisher. This volume will
be eagerly-awaited.
The present volume comprises a collection of short stories by the innovative and versatile
Greek writer, Michel Fais. The stories are written in a range of styles, with some virtuoso effects in
conveying the spoken word. Fais has a real ear for the rhythms and illogicalities of speech, which are
by no means easy to transcribe convincingly in writing. The stories are characterized by a humour
that is dry and often macabre, and a strong sense of the bizarreness of the ordinary and the ordinari-
ness of the bizarre. The highly unexpected and unpredictable nature of Fais’ stories is matched by
their formal originality. Some of them are monologues; one is a dialogue (almost a mini-drama);
others are recounted in the third person. The voices are markedly different from one another, and
whether it is a couple arguing, a dead man discoursing on the afterlife, or a trio of speaking cats
deploring each others’ affectations, the reader ‘hears’ and believes, or at least suspends disbelief to
give Fais a hearing.
As Deligiorgis rightly emphasizes in his introduction, Fais belongs within the broader tradition
of European writers. He is not parochial; he avoids what one might call ‘Greek orientalism’, the
exotic/romantic/grotesque presentation of Greece that characterizes, for example, the short stories
of Fais’ contemporary, Panos Karnezis. Deligiorgis refers to Fais’ ‘depiction of Greece as a menag-
erie of misfits’. Fais’ characters include Greeks in unglamorous professions (undertakers, porn
stars); Greeks in dysfunctional relationships, including family relationships, and immigrants from
the former Soviet Union, the former Yugoslavia, Albania and Poland. The Modern Greek reality
that Fais engages with is urban, fragmented and by no means culturally homogenous.
The collection begins with a story called ‘Buzz, Buzz, Buzz’, which introduces the all-pervasive
theme of the collection: death. The translator takes the liberty of adding a macabre pun to the open-
ing lines: ‘We could die laughing’, for ‘Krataame tgn koiliaa maz ap’ ta cealia’, which works very
well in the context. Fais has arranged his texts extremely carefully, introducing and reformulating
themes, alternating styles and placing the two most fragmented texts — ‘After Our Final Words’ (an
extended extract from a couple’s never-ending argument) and the tour de force, ‘Thwarted Life’, in
which a series of thumbnail-sketches of everyday urban scenes are cunningly juxtaposed — at the
end.
Jane Niselsson Assimakopoulos’ translation is, on the whole, attentive to the Greek and accu-
rate, but not always idiomatic. She does not always successfully avoid making Fais sound stranger
than he is — or at least than his Greek is. For example, ‘Bard-tail-cats’ seems far more peculiar to
me than ‘Saijpgroacata’ (in ‘Halima, Desdemona, Boubou’). It also seems a pity that the translator
did not check the (non-Greek) names and titles of people and works of art in ‘Rock Cherry Lips and
Apricot Cheeks’, where von Karajan appears as ‘von Karayan’ and Vermeer’s ‘Milkmaid’ is given as
‘Maid with Milk Pitcher’. Bizarrely, Fais himself refers to a painting by Velasquez as ‘To koriatsi
pou tgcaniafei aucaa’ (‘Girl Frying Eggs’), rather than ‘Old Woman Frying Eggs’ (there is a girl in
this well-known painting, but the old woman is doing the cooking, as the title by which it is gener-
ally known suggests!). Also, the opera mentioned is usually known as Lucia di Lammermoor in
English, rather than just plain Lucia. And what exactly are ‘rock cherries’? Bambiniotis lists a tree
called ‘petrokerasiaa’ and explains that it is cultivated for its particularly sweet fruit and grew
originally in mountainous areas; surely ‘wild cherry’ would mean more to an English-speaking
reader than the translator’s ‘rock cherry’.
All in all, the advantages of seeing Fais represented in this excellent series far outweigh the
minor disadvantages of a translation that is sometimes stilted and lacklustre (and could have done
with more careful checking), but generally accurate. The contribution of Tziovas’ project, both in
terms of bringing Greek literature to a wider readership and as a useful aid for students embarking
on Modern Greek courses ab initio, cannot be overstated. Long may this series continue!


Sarah Ekdawi
Oxford University




Το αποσυνάγωγο μυθιστόρημα του Μισέλ Φάις Ελληνική αϋπνία  (3η έκδοση, Πατάκης), που διασκευάστηκε για το θέατρο και σκηνοθέτησε η Ρούλα Πατεράκη για μικρό αριθμό παραστάσεων (τελευταία παράσταση στο Θέατρο Εμπρός, του αείμνηστου Τάσου Μπαντή), είναι υποψήφιο για το Βραβείο νεοελληνικού έργου 2007, από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.
      Ο Φάις μέσα από το δυσοίωνο παράδειγμα του Γ.Μ. Βιζυηνού  ουσιαστικά μιλάει για τα φαρμάκια της γραφής και των ανθρώπων της στο πέρασμα του χρόνου
      Ο τρόπος του επιστολικού δοκιμίου, της λογοτεχνίας τεκμηρίων και της ποιητικής αντι-βιογραφίας, που συγκροτεί την γραφή του Φάις, μεταφέρθηκε από την Πατεράκη σε μια περίτεχνη σκηνική περφόρμανς και ερμηνεύτηκε από τους ηθοποιούς Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Αγλαία Παπά και Τασία Σοφιανίδου.
        Aλλα έργα του Φάις (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2000) που έχουν μεταφερθεί επί σκηνής είναι: το μυθιστόρημα  Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (Θοδωρής Γκόνης, ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής και Πάτρας, 1995), το αφήγημα Αegypius monachus  (Περικλής Χούρσογλου, Μονόλογοι Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, 2003) και το βιβλίο-λεύκωμα Η πόλη στα γόνατα (Δοκιμές-Αμόρε, 2006).


Αυτοπροσωπογραφία ενός άλλου

Τζούλιο Καίμη (1897-1982)


Τάσος Μαντζαβίνος-Μισέλ Φάις




«Ήταν πολύ αγαπητός κι ευγενέστατος, ποτέ δεν ζητούσε κάτι για τον εαυτό του. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία και με ποιότητα στη σκέψη του. Μιλούσε πολύ για τον Κόντογλου τον Φώτη. Κοντινοί του άνθρωποι ήταν ο Πικιώνης κι ο Τσαρούχης. Δεν άκουγε καλά, δεν μίλαγε πολύ κι όταν μιλούσε, μιλούσε σιγά, δεν τόνιζε καλά κι έκοβε τις φράσεις του».
          Μ΄ αυτά τα λόγια ανασυστήνει την παπαδιαμαντική φιγούρα του Τζούλιο Καίμη ο Γιάννης Μόραλης στον κατάλογο της έκθεσης Αυτοπροσωπογραφία ενός άλλου, Τζούλιο Καίμη (1897-1982).
           Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του Ρωμανιώτη εκ Κερκύρας λαογράφου, ζωγράφου και ιστορικού της τέχνης ο Τάσος Μαντζαβίνος και ο Μισέλ Φάις  διασταυρώνουν τα βλέμματά τους στα έργα και στις ημέρες ενός μνημειώδη πεζοπόρου και δαιδαλώδη αφηγητή, ο οποίος το μόνο που προσδοκούσε ήταν να γεμίσει τον χώρο μιας συνάθροισης με την οικουμενική δύναμη της λαϊκής τέχνης και την ηθική δομή του ωραίου.
          «Ο Τ. Μαντζαβίνος πιστεύω ότι», υπογραμμίζει στο λεύκωμα της έκθεσης η ιστορικός τέχνης και μουσειολόγος Κατερινά Κοσκινά, «αναγνωρίζει στον Καίμη τον εαυτό του όχι μόνο σαν ζωγράφο αλλά ως πάσχοντα άνθρωπο σ’ έναν γεμάτο αντιφάσεις και παραλογισμό κόσμο. Ταυτίστηκε μαζί του μέσα από την κοινή αφοσίωση και καταφυγή στο χώρο της τέχνης. Μιας τέχνης που εκδηλώνεται μ’ ένα βαθιά βιωματικό εξπρεσιονιστικό τρόπο.
         Ενώ ο Βέλγος νεοελληνιστής Bart Shoetaert διερευνώντας την πατρική παρουσία στο λογοτεχνικό έργο του Φάις επισημαίνει: «Στο Μέλι και η στάχτη του Θεού η αφήγηση γίνεται ένα θέατρο σκιών στο οποίο το γράφον υποκείμενο, σαν αόρατος παίκτης των νημάτων, χρησιμοποιεί τη ζωή του Τζούλιο Καΐμη ως μεταφορά για τον εαυτό του, χωρίς, σημειωτέον, να συμπέσουν. Η διαδικασία αυτή, στην οποία το υποκείμενο οικειοποιείται τις λειτουργίες του πατριαρχικού φαλλού, συνεχίζεται επίσης στην Ελληνική αϋπνία με τον Αναγνώστη ως έξ-υπνο εγγαστρίμυθο».
       Ο  Μαντζαβίνος φωτίζει τη σχέση του με τον Καίμη ως εξής:  «Τον ζωγράφισα γυμνό, σαν άγιο, επειδή ο πραγματικός καλλιτέχνης στην Ελλάδα αγιάζει. Τον ζωγράφισα με καραγκιόζηδες, σαν το παιδί που περιβάλλεται από τα αγαπημένα παιχνίδια του. Τον ζωγράφισα με στολή με ρίγες, σαν αυτές που φορούσαν οι Εβραίοι στα ναζιστικά στρατόπεδα, γιατί η ζωή του έχει κάτι το ενοχικό, κρύβει κάτι το ανομολόγητο. Τον ζωγράφισα πλάι σ’ ένα δέντρο όπου κρέμονται τα  παπούτσια του, γιατί περπατούσε συνέχεια. Τον ζωγράφισα πάνω σ΄ ένα άλογο, καβαλάρη, σαν τον Αι-Γιώργη, γιατί αφοσιώθηκε στην αγιογραφία και στη λαϊκή ζωγραφική».
      Ενώ Φάις ξεκλειδώνοντας τα φωτογραφικά κολάζ του σημειώνει: «Ο Καίμη υπήρξε οδοιπόρος απίστευτων πνευματικών αποστάσεων: από τους Κούρους έως το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα·  από την Πεντάτευχο έως τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο· από τον Τζιότο έως τον Παρθένη· από τον Πανσέληνο έως τον Θεόφιλο· από τον Θεοτοκόπουλο έως τον Κόντογλου· από τον Μπερτόλντο έως τον Μόλλα κ.ο.κ.
          Αρα όπως ο  τρόπος του πλάνητα και το αίσθημα του παρία που για χρόνια φώτιζαν―σαν το γλόμπο στο Θέατρο Σκιών―το κολάζ της γραφής μου συμμετρικά τώρα φωτίζουν το φωτογραφικό κολάζ της παρούσας έκθεσης. Φαντάστηκα λοιπόν έναν χώρο διαδρομών, αινιγμάτων και αποσιωπήσεων».
           Αλλά και η επιλογή του χώρου δεν είναι τυχαία. Πριν 13 χρόνια (όταν ο Καίμη ήταν κυριολεκτικά ένας αποσιωπημένος, ένας παρίας της πνευματικής ιστορίας μας), το Δεκέμβριο του 1994,  πραγματοποιήθηκε η πρώτη αναδρομική έκθεση με έργα του στην Κλεομένους 24, στην πρώτη στέγη του Χώρου Τέχνης «24».
           Την ημέρα των εγκαινίων, στη μνήμη του Τζ. Καίμη, η Σαββίνα Γιαννάτου, θα τραγουδήσει  σεφαρδίτικα τραγούδια.
           Το ομότιτλο της έκθεσης λεύκωμα επιχορηγήθηκε από το από το Ίδρυμα Φ. Κωστόπουλου.


Εγκαίνια: 13 Νοεμβρίου,  8 μ.μ.
Χώρος Τέχνης "24", Σπευσίππου 38, Κολωνάκι



Μια γλυκιά κούραση παιχνιδιού

Το κρυφό, το λαθραίο, το μυστικό θέμα της τελευταίας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι η θλίψη, η μελαγχολία, το hiouzoun (τουρκιστί η θλίψη).
           Εξού και «Bonjour, hiouzoun», αποκαλεί η Γλύκα τον Ανδρέα, τον καταθλιπτικό δικηγόρο που την ερωτεύεται. Σ’  ένα άλλο πάλι σημείο η υπνωτισμένη αυτή φιγούρα του λέει: «Μην με κοιτάς που γελάω. Γελάω επειδή είμαι μελαγχολική».
           Ο Ανδρέας παίρνει αντικαταθλιπτικά, πασχίζει να ξεχάσει τον νωπό χωρισμό του, βουλιάζει σ΄ ένα άσκοπο ταξίδι μασκαρεμένο σε πάθος, απορεί για το αδιανόητο της νοσταλγίας της πατρικής ρίζας  και στο τέλος φουντάρει στο Βόσπορο.
         Υπάρχει και η συγκινητική εικόνα του νάνου από το χωριό Μπελογιάννης στο μπλόκο της Λάρισας, η δυσθυμία του Εβραίου ξεναγού στο εβραϊκό κοιμητήρι στην Καβάλα, η κρυψίνοια του χωλού Κούρδου μουσικού στην Κωνσταντινούπολη―όλα αυτά με τις προφανείς συνδηλώσεις τους.
          Πάνω απ΄ όλα όμως, υπάρχει η θλίψη της ηπειρώτικης μουσικής (ο αθέατος πρωταγωνιστής του φιλμ)  και ο διακριτικός συγχρωτισμός της με τα  μπλουζ· ο Κλαρινετζής που με τον ελεγειακό ήχο του διαπερνά όλο το μουντό ταξίδι στη Βόρειο Ελλάδα (με αντιδιαστολή: την Ιεροτελεστίας της άνοιξης του Στραβίνσκι, που ακούει ο Ανδρέας πριν αιχμαλωτιστεί από το παράταιρο ζευγάρι Κλαρινετζή-Γλύκα). Η θλίψη λοιπόν ως καταστατική, ως ιδρυτική συνθήκη του Αθήνα-Κωνσταντινούπολη·  η θλίψη για το αμετάκλητο ταξίδι του Ανδρέα· η θλίψη ενός ατελέσφερου έρωτα· η θλίψη για μια χώρα που παραπαίει ανάμεσα στην αδιαφορία και στον ευδαιμονισμό.
          Φυσικά αυτά δεν συμβαίνουν σ΄ ένα κλίμα κατήφειας και μιζέριας. Μιλάμε πάντα για το ανάλαφρο βλέμμα του Νίκου Παναγιωτόπουλου που με το άγγιγμα της παρωδίας μεταμορφώνει την πιο μαύρη σκέψη, την πιο σκοτεινή εικόνα σε κάτι παιγνιώδες, σε κάτι βαθύτατα οικείο.
        Δεύτερη φορά μετά  το Delivery που συνεργάζομαι στο σενάριο με τον Νίκο κι έχω την αίσθηση ότι το αίσθημα του εξόριστου, του υπεράριθμου, του ψυχικά περιθωριακού, που τότε είχε σαν φόντο την αφιλόξενη και ωμή μεγαλούπολη, εδώ ταξιδεύει στην ενδοχώρα, στη συλλογική μνήμη, στην  αναζήτηση του εαυτού.
        Το Αθήνα-Κωνσταντινούπολη είναι ένα φιλμ-μιγάς. Μια ταινία δρόμου που υπονομεύει την ερωτική συνθήκη και ταυτόχρονα μια ερωτική ταινία που υπονομεύει την υπαρξιακή αναζήτηση, εξού και οι χαρακτήρες είναι ρευστοί και τα τοπία σχεδόν ψυχικά.
       Ο Νίκος, ως γνήσιο τέκνο των ουτοπιών και των συνηθειών του ’60, χρόνια τώρα, φιλμάρει το Κακό ως ζαβολιά, τον Χρόνο ως παραξενιά, άρα το Θάνατο ως κάτι απλώς αδιανόητο, αφού όλα στις ταινίες του λούζονται από μια γλυκιά κούραση παιχνιδιού. 



Στην τελευταία ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου Αθήνα-Κωνσταντινούπολη πρωταγωνιστούν: Λευτέρης Βογιατζής, Αλεξία Καλτσίκη, Δημήτρης Πουλικάκος. Τα γυρίσματα άρχισαν στον Σχοινιά στις 10 Σεπτεμβρίου και σ’  ένα μακρύ οδοιπορικό θα ολοκληρωθούν στις 2 Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη.

Athens Voice, τ. 183



Θα μοιραστούμε και για την τρέχουσα περίοδο (8 Οκτωβρίου―14 Δεκεμβρίου) από τους φιλόξενους χώρους του ΕΚΕΒΙ  και του ΕΚΕΜΕΛ τα μυστικά και τα ψέμματα της γραφής με νέους και παλαιότερους μαθητευόμενους της λευκής σελίδας.
       Το λογοτεχνικό αλισβερίσι (που, μεταξύ μας, πρόκειται για βάσανο δημιουργικής ανάγνωσης―στο μέτρο που γράφουμε αυτά που έχουμε καταπιεί  και μηρυκάσει ως αναγνώστες) θα πάρει το κάτωθι σχήμα:

α)  Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις σε δύο τμήματα Διηγήματος (Προχωρημένων)   
          Δευτέρα 5:30―8:30 (ΕΚΕΜΕΛ)
          Πέμπτη  5:30―8:30  (ΕΚΕΒΙ)

β)   Δέκα τρίωρες, εβδομαδιαίες συναντήσεις στο τμήμα Νουβέλας
       
           Τετάρτη 5:30―8:30  (ΕΚΕΒΙ)








Petite mort*

στον Bart Soethaert

1.

Είμαι γονατισμένος μπροστά στα ανοιχτά πόδια της Φωτεινής. Τη φιλάω λαίμαργα. Χύνει σαν βρυσούλα. Είμαι μαγεμένος με την εικόνα. Μια δροσιά, με γεύση πικραμύγδαλου, μου πιτσιλάει το πρόσωπο.

2. 

Βρίσκομαι με τη Φωτεινή σε ένα δωμάτιο με ξύλινο πάτωμα. Το πάτωμα τρίζει στην παραμικρότερη κίνησή μας· αναπνέουμε και τρίζει, που λέει ο λόγος. Στο διπλανό δωμάτιο βρίσκεται η Κλάρα και ποτίζει τα λουλούδια της βεράντας. Ψάχνω να βρω ένα μέρος σταθερό και αθόρυβο για να φιληθούμε με τη Φωτεινή. Στο στόμα μου αισθάνομαι τη γλώσσα της μεγάλη και παγωμένη σαν ψάρι. Κάποια στιγμή στο δωμάτιο μπαίνει η Κλάρα**. Είναι γεμάτη χώματα, λες και ήταν θαμμένη και αναστήθηκε. Θυμάμαι τα φρύδια της που έχουν αγριέψει από το χώμα. Ευτυχώς η Φωτεινή έχει γίνει καπνός. Έχει παρατήσει όμως τα παπούτσια της. Προσπαθώ να τα κρύψω κάτω από το κρεβάτι για να μην τα δει η Κλάρα. Όσο όμως κι αν τα σπρώχνω με τα πόδια μου αυτά παραμένουν στη θέση τους λες και είναι καρφωμένα.

3.

Eπισκέπτομαι με την Κλάρα ένα ξενοδοχείο εφήμερων ερωτικών συνευρέσεων. Στην είσοδο μου κάνει εντύπωση μια κάθετη, σβησμένη επιγραφή με νέον.
     Θυμάμαι την παχιά μοκέτα αλλά και την ταπετσαρία στο χρώμα της άμμου που απορροφάνε βήματα και ομιλίες. Συνεννοούμαστε σιωπηλά, σχεδόν με νεύματα. Καθώς αφήνουμε στην ρεσεψιόν τις ταυτότητες μας η Κλάρα, αντί για τα ονόματά μας, γράφει στο βιβλίο πελατών: «Le petit mort».
         Μπροστά μας προπορεύεται ένα δουλικό, υδροκέφαλο οντάριο. Αναρωτιέμαι τι θέλει αυτός μαζί μας αφού δεν έχουμε αποσκευές.


4.

Είμαι με την Kλάρα  και επιστρέφουμε σπίτι μας. Η Κλάρα βαδίζει μπροστά μου. Μια μελαχρινή, βραχύσωμη γυναίκα με βαρύ στήθος και μια ελιά σαν κόσμημα στο στέρνο, μου τείνει το χέρι. Διαπιστώνω ότι είμαι εκτός του οπτικού πεδίου της Κλάρας κι έτσι αφήνομαι να με παρασύρει η άγνωστη γυναίκα. Τα χείλη μας ενώνονται σ’ ένα ατελείωτο φιλί. Σχεδόν την σηκώνω από τα χείλη με τα χείλη σ’ ένα μακρόσυρτο φιλί-γάντζο. Την στιγμή που την ακουμπάω  κάτω  περνάει το δάχτυλό της μέσα από τη φούστα της, μέσα από το εσώρουχό της και μετά το τρίβει πίσω από το αυτί μου, λες και  με αρωματίζει.
 

5.

Η Κλάρα χάνει και τα δυο της χέρια σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Την επισκέπτομαι στο σπίτι της με κάποιους φίλους. Είμαι φοβερά αγχωμένος και μόνο που θα την αντικρίσω. Μαθαίνω ότι το δεξί της χέρι στο μεταξύ ξαναφύτρωσε. Είναι καλοντυμένη και όμορφη. Φέρεται σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όταν βλέπω τον κομμένο χέρι από τον αγκώνα και κάτω με πιάνουν ασυγκράτητα αναφιλητά.
      Τρέμω σύγκορμος. Αρχίζει και τρέμει όλο το δωμάτιο, όλο το διαμέρισμα. Βγαίνω στην βεράντα και τρέμει όλη η περιοχή, όλη η πόλη. Σαν να βγαίνει από μέσα μου ένας σεισμός πολλών Ρίχτερ.


6.

Βρισκόμαστε με την Κλάρα σ’ ένα νησί και χανόμαστε στα σοκάκια της Χώρας. Μπαίνω σ‘ ένα φούρνο για να ρωτήσω πως θα βρω την κεντρική πλατεία. Εκεί διαπιστώνω ότι ο φούρνος λειτουργεί ταυτόχρονα και ως ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Μάλιστα βλέπω τη Φωτεινή ξαπλωμένη πλάι σ‘ αχνιστά ψωμιά να ξεφυλλίζει περιοδικά.
      Ξαπλώνω πλάι της. Μάταια προσπαθώ μάταια να μπω μέσα της καθώς η σχισμή της δεν βρίσκεται στη γνωστή θέση. Νιώθω γελοίος καθώς εν στύση ψάχνω να βρω το ξυρισμένο μουνάκι της στις μασχάλες, πίσω από τον αυχένα, στα πλευρά ή στις πατούσες της.

7.

Βρίσκομαι με την Φωτεινή σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet