index.jpg

Δια χειρός > Σημείο Βρασμού

Σημείο Βρασμού

            ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΧΑΝΙΩΝ (ΙΑΝ. 2010)

Τον Ιανουάριο του 2010 δύο φορές (μία στις 5 Ιανουαρίου και μία στις 16) η Συναγωγή των Χανίων έγινε στόχος εμπρηστών. Καθώς τα αποτελέσματα της πρώτης επίθεσης δεν ήταν θεαματικά, επανήλθαν κατορθώνοντας να κάψουν συνολικά 2.500 παλιά και σπάνια βιβλία, μέρος του αρχείου και πολύτιμα αντικείμενα. Την πρώτη φορά είχαν ήδη καεί η ξύλινη οροφή, το πάτωμα, η εσωτερική σκάλα. Τώρα όσα αντικείμενα διεσώθησαν μεταφέρθηκαν αλλού και η κατεστραμμένη Συναγωγή έκλεισε. Η Συναγωγή των Χανίων είναι το μοναδικό ίχνος εβραϊκής παρουσίας στην Κρήτη μετά από 2.400 χρόνια εβραϊκής ζωής σΆ αυτό το νησί. Το 1999 ολοκληρώθηκε η αναστήλωσή της και άρχισε να λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο πολιτισμού, κόσμημα αρχαιολογικό, αρχιτεκτονικό και συγχρόνως τόπος μνήμης για τους 265 Εβραίους των Χανίων που εκτοπίστηκαν από τους ναζί με πλοίο που βυθίστηκε. Η Συναγωγή αυτή, σε μια πόλη δίχως κοινότητα, μιλούσε για το παρελθόν και αποτελούσε έναν ανοιχτό χώρο συνεύρεσης επισκεπτών και ερευνητών με την πλούσια βιβλιοθήκη και το αρχείο της.

         Εμείς, ιστορικοί, κοινωνικοί επιστήμονες και όσοι άλλοι συμμετέχουμε στην «Συνάντηση Κοινωνικής Ιστορίας για τη Δεκαετία του Ά40», θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνες αυτές τις ενέργειες, δείγματα  ανόδου μιας επιθετικής ακροδεξιάς, ρατσιστικής, αντισημιτικής και ξενόφοβης. Oι επιθέσεις αυτές, που τον τελευταίο καιρό πολλαπλασιάζονται στην Ελλάδα, είναι πολύ ανησυχητικό σημάδι και απαιτούν εγρήγορση. Καταγγέλλουμε τις ναζιστικής έμπνευσης κινήσεις, που συμβαίνουν λίγες ημέρες πριν την Ημέρα Μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Δηλώνουμε επίσης τη συμπαράστασή μας στην ολιγομελή ομάδα εθελοντών που κρατούσε ανοιχτή τη Συναγωγή με προσωπικό μόχθο.                     Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κυριακή 17 Ιαν. 2010                                        Συνάντηση Κοινωνικής Ιστορίας για την Δεκαετία του ΅40   




Η Κούνεβα, ο Φάις και το… κοπιράιτ μιας εξέγερσης







της Μαρίας  Ξυλούρη

Οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι μιας γυναίκας που δεν ανέχτηκε εκπροσώπους


Ένας συγγραφέας στέκεται στην ιστορία μιας μετανάστριας, ιστορία που μισοείπαν τα δελτία ειδήσεων, και αποφασίζει, εν θερμώ, όπως λέει, να γράψει έναν μονόλογο γιΆ αυτήν. Πέντε μήνες μετά την επίθεση εκδίδεται ο μονόλογος και επιχειρείται νΆ ανέβει στο θέατρο. Τα έσοδα της πρώτης και της τελευταίας παράστασης ανακοινώνεται ότι θα δοθούν στη μετανάστρια.

Μόνο που η παράσταση της πρεμιέρας δεν δίνεται. Λίγο πριν την έναρξη, μια ομάδα αυτοαποκαλούμενων αλληλέγγυων επιτίθενται στον συγγραφέα, πετούν μπογιές και φωνάζουν συνθήματα. Κατηγορούν τους συντελεστές ότι προσπαθούν να κάνουν τον αγώνα της αστικό θέαμα, να κερδίσουν χρήματα απΆ τη μάχη της.

Η μετανάστρια είναι φυσικά η Κωνσταντίνα Κούνεβα. Ο συγγραφέας είναι ο Μισέλ Φάις. Η παράσταση που δεν δόθηκε, Το Κίτρινο Σκυλί.

"Στο θεατρικό έργο η Κωνσταντίνα Κούνεβα αποκόβεται από την καθημερινότητά της, από τον αγώνα της, από την κοινωνική της τάξη και τα βιώματά της, από τον κόσμο της. Της επιβάλλουν το πρόσωπο του εξιλαστήριου θύματος και όχι της μετανάστριας-αγωνίστριας. Επιβάλλουν την εμπειρία του λιθοβολημένου που συγχωρεί. Περιφρονούν και απαξιώνουν τον κόσμο της, που θέλουν να παραμείνει αόρατος". Αυτή είναι η κριτική της ομάδας. Είναι η άποψή τους κι είναι δικαίωμά τους να την πουν – αλλά πώς, αλήθεια; Και, επιπλέον, είναι δικαίωμα και του Φάις –του όποιου Φάις– να μιλήσει για το θέμα ή όχι; Εκτός αν η Κούνεβα έχει παραχωρήσει στους Αλληλέγγυους τα αποκλειστικά δικαιώματα. Μόνο που η Κούνεβα είναι παρούσα και έχει την… ενοχλητική συνήθεια νΆ αποφασίζει για τον εαυτό της.

Ένας συγγραφέας ξεκινά εν θερμώ να γράψει για την Κούνεβα: δεν μιλά εξ ονόματός της, την υποδύεται στη συνθήκη του έργου. Ο συγγραφέας εκτίθεται με το κείμενο: είναι υπαρκτό, δημόσιο, στο χέρι του καθενός να το ερμηνεύσει, να διαγνώσει ανεπάρκειες, πολιτικές κι αισθητικές ελλείψεις κ.λπ. Μπορεί όμως κάποιος να του επιβάλει τι να πει και πώς θα το πει; Χρειάζονται άραγε επαναστατικά διαπιστευτήρια για να του επιτραπεί να γράψει; Ποιος τα αποφασίζει αυτά, από πού κι ως πού;

Ακούστηκαν πολλά: για το ρόλο των εκδόσεων Πατάκη, για τις εργασιακές συνθήκες στα θέατρα, για την αστική τέχνη, για τον… εβραίο σιωνιστή Μισέλ Φάις που χαρακτήρισε τον Δεκέμβρη "μολυσματική ασθένεια" (αυτά από ανθρώπους που μάλλον διαγώνια διάβασαν, αν διάβασαν, τις δημόσιες τοποθετήσεις του). Στο "βεβαρημένο" παρελθόν του συγγραφέα προστέθηκε και το ότι υπόγραψε, μαζί με αρκετούς άλλους, μια δημόσια δήλωση εναντίον διάφορων κινήσεων φίμωσης όποιου άρθρωνε λόγο για τον Δεκέμβρη: μια δήλωση που δεν έπαιρνε θέση υπέρ μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της εξέγερσης αλλά υποστήριζε το δικαίωμα καθενός να παίρνει θέση. Να δώσουν τώρα όλοι οι υπογράφοντες πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων σΆ αυτούς που επιτέθηκαν στο Από Μηχανής Θέατρο; Ή μήπως είναι τα επόμενα θύματα;

Τον Δεκέμβρη, στις πολυσυζητημένες παρεμβάσεις στα θέατρα, ένας κόσμος διεκδικούσε δημόσιο βήμα για να μιλήσει, να ενημερώσει, νΆ ανοίξει μια συζήτηση γιΆ αυτό που συνέβαινε έξω απΆ τα θέατρα και η τηλεοπτική ατζέντα το παραμόρφωνε: άλλοι θεατράνθρωποι το δέχτηκαν, αναγνωρίζοντας την ανάγκη, άλλοι όχι, όμως οι παρεμβάσεις δεν στρέφονταν εναντίον των παραστάσεων, εναντίον των θεατράνθρωπων. Η "παρέμβαση", δυστυχώς, στην παράσταση του Κίτρινου Σκυλιού, όσο κι αν βαυκαλίζονται ίσως οι εμπνευστές της ότι ακολουθούσε αυτή την εμπειρία του Δεκέμβρη, ήταν άστοχη: γιατί ήταν, ακριβώς, εναντίον της παράστασης, ακύρωνε, μηδενιστικά και τσαμπουκαλεμένα, το δικαίωμα των συντελεστών της νΆ αρθρώσουν λόγο. Είχαν δικαίωμα οι παρεμβαίνοντες να εκφράσουν τη διαφωνία τους; Φυσικά. Αλλά, για να εκφραστεί το δικαίωμα στη διαφωνία, πρέπει πρώτα να εκφραστεί κι αυτό με το οποίο διαφωνείς.

Όταν ρωτάς πού είναι οι διανοούμενοι, όταν ζητάς να τοποθετηθούν, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο να μη συμφωνούν μαζί σου, και, επειδή δεν είναι όλα ασπρόμαυρα, νΆ αποδεχτείς ότι η διαφωνία τους μπορεί να μην τους κάνει απαραίτητα κι εχθρούς σου. Η άποψή τους φυσικά και ελέγχεται. Αν όμως πρέπει νΆ απορριφθεί ή νΆ απαντηθεί, επιβάλλεται νΆ απορριφθεί ή νΆ απαντηθεί με επιχειρήματα. Και είναι επίσης αλήθεια ότι εκείνοι έχουν διαφορετική πρόσβαση στο δημόσιο διάλογο ή "διάλογο", ότι, τουλάχιστον θεωρητικά, η δική τους άποψη είναι πιο ηχηρή. Η μπογιά όμως ή το γκαζάκι δεν αποτελούν αντεπιχειρήματα, η δική σου διαφωνία και παρέμβαση δεν είναι επαναστατική απλώς και μόνο επειδή το λες εσύ.

Το θέμα εδώ δεν είναι να υπερασπιστείς τον όποιο Φάις, αλλά το δικαίωμά του να μιλήσει. Αλλιώς, απλώς πας νΆ αναποδογυρίσεις τους όρους: αντί να είσαι εσύ φιμωμένος, να είναι φιμωμένος ο άλλος, που βαφτίστηκε εχθρός μόνο και μόνο γιατί δεν είπε όσα ήθελες να πει. Και πλέον δεν διαφέρεις σε τίποτα απΆ τους θρησκόληπτους που ωρύονταν έξω απΆ τα σινεμά όταν προβαλλόταν Ο Τελευταίος Πειρασμός ή, πιο πρόσφατα, έξω απΆ το θέατρο όπου παιζόταν η παράσταση Εγώ Είμαι το Θείο Βρέφος. Και το χειρότερο είναι ότι εδώ υποτιμάται και η ίδια η Κούνεβα: αν η Κούνεβα έχει δεχτεί να υπάρχει αυτή η παράσταση, το να διαφωνείς εξ ονόματός της είναι η ακύρωση της Κούνεβα. Κι αν μη τι άλλο, αυτή η γυναίκα έχει δώσει αγώνα ενάντια στην ακύρωσή της.

Όταν η Κούνεβα έγραφε σημειώματα απΆ το νοσοκομείο για να ευχαριστήσει για τη συμπαράσταση, για να ξεκαθαρίσει ότι δεν θα είναι υποψήφια κανενός κόμματος, ουδείς σκέφτηκε νΆ αμφισβητήσει την αυθεντικότητά τους, ουδείς τα υπέβαλε σε… αυτοσχέδιο γραφολογικό έλεγχο. Τώρα που βγήκε να υποστηρίξει τον Φάις, ακούστηκε μέχρι και ότι το σημείωμα είναι πλαστό ή υπαγορευμένο. Είναι πλαστό επειδή δεν γράφει αυτό που κάποιοι θα ήθελαν νΆ ακούσουν; Ποιος λέει ότι αυτή η γυναίκα –που, δυστυχώς γιΆ αυτούς που της επιτέθηκαν, αλλά ευτυχώς προπάντων για την ίδια είναι ακόμα ζωντανή– δεν έχει το δικαίωμα νΆ αποφασίζει για τον εαυτό της;

Και ποιος αποφάσισε ότι η "εξεγερμένη πλευρά" είναι μία και ενιαία, τέτοια που να εκφράζεται από μια και μόνο ομάδα εκπροσώπων, και πότε αποφασίστηκε –και από ποιους– ποια είναι αυτή η ομάδα που προφανώς έχει το κόπιραϊτ του Δεκέμβρη;

*Ο μονόλογος Το Κίτρινο Σκυλί είναι ένα συντομότατο κείμενο, 77 σελίδες μικρού μεγέθους, στη διάθεση του καθένα για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Όπως διαθέσιμη είναι στο σάιτ του Φάις (www.fais.gr) όλη η επίμαχη αρθογραφία του για τον Δεκέμβρη, τον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Παλαιστίνης, και βέβαια η "κατάπτυστη" δήλωση διαμαρτυρίας εναντίον των επιθέσεων που δέχτηκαν όσοι εξέφρασαν αντίθετες απόψεις για τον Δεκέμβρη.



Κάπως ειρωνικά, η περίπτωση της Κούνεβα, αν και βγαλμένη απΆ την ίδια μήτρα με τον Δεκέμβρη, στην αρχή επισκιάστηκε απΆ αυτόν. Οι φθορές στο "σώμα" της πόλης-βιτρίνας ήταν σημαντικότερες απΆ την επίθεση κατά της ζωής μιας γυναίκας –πολύ περισσότερο, μιας ξένης– για τη μιντιακή ατζέντα του πραγματικού (του τηλεοπτικά αξιοποιήσιμου). Αν φωτίστηκε η υπόθεση, αν δεν ξεχάστηκε, είναι γιατί βρέθηκαν άνθρωποι να μιλήσουν γιΆ αυτήν, να παρακάμψουν την επιβεβλημένη απΆ τα πάνω ατζέντα. Που συγκλονίστηκαν, αλλά όχι με τον σιωπηλό, παθητικό τρόπο που συγκλονίζει ένα δελτίο ειδήσεων. Ανάμεσά τους και πολλοί άνθρωποι που δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν αναρχικοί. Χρειάζεται άραγε να περάσουν από κάποια… επιτροπή (και ποια είναι αυτή;) που θα κρίνει το πόσο εξεγερμένοι είναι, πόσο αλληλέγγυοι, ή το δικαίωμά τους να θεωρούν την Κούνεβα ένα κομμάτι της πραγματικότητάς τους, του μικρού ή μεγάλου αγώνα τους, και να μιλούν γιΆ αυτήν;


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ  ( τ.267, 22/05/2009, http://www.koel.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3245:2009-06-01-13-00-54&catid=170:267-22052009&Itemid=30)


Η Αγάπη είναι το δυνατότερο οξύ


«…Αυτή όμως είναι η μοίρα μας. Να μαζεύουμε. Τα χαρτιά που πετάτε, τΆ αποφάγια σας, τΆ αποτσίγαρά σας. Να μαζεύουμε και να παστρεύουμε. Να σαρώνουμε τις μισοτελειωμένες φράσεις σας, τις λέξεις σας που σαν χνούδια χάνονται στον αέρα…»


της Σταυρούλας Σκαλίδη


Το λόγο που δεν λέγεται. Το άγγιγμα που δεν αγγίζεται. Τη σκέψη που δεν ξεμυτίζει από το μυαλό. Το αίσθημα που πνίγεται στην ίδια του την πηγή. Επιχειρεί να τα «πει» υπόκωφα αλλά βουβά η Ρούσκα Ρούνεβα.
Μια γυναίκα που καθαρίζει, δίπλα σου και δίπλα μου. Που επιλέγεις να μην την δεις, εκτός κι αν βρεθεί κάποιος να την κάψει με βιτριόλι. Εκτός κι αν οι δημοσιογράφοι επιμείνουν ότι κάτι «βρωμάει» στην υπόθεση και δεν είναι μια απλή ερωτική αντιζηλία που την έκαψε και την καίει καθημερινά. Εδώ η αναγωγή με την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αναγωγή που εξαντλείται στο ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να δώσει φωνή σε μια νέα γυναίκα που μόλις την έχασε –και γιΆ αυτό εκκωφαντικά μπορεί πια να «μιλήσει» μέσα από την τραγωδία της-, για να πει το δικό του ανείπωτο. Ο Μισέλ Φάις παίρνει το συναισθηματικό περίβλημα της δραματικής ύπαρξης για να προφυλάξει, μέσα σΆ αυτή την εκρηκτική θρυαλλίδα, την ανθρωπιά και την αγάπη, στο μονόλογό του επείγουσας γλωσσικής πραγματικότητας, με τίτλο «Το κίτρινο σκυλί», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη και «ανέβηκε» θεατρικά την άνοιξη με τα γνωστά επεισόδια που πλήγωσαν την ελευθερία της έκφρασης και της Τέχνης και την εμπόδισαν να «μιλήσει». Κάτι σαν άλλο βιτριόλι, κοινωνικό, πολιτικό· βιτριόλι πάντως.

Η ηρωίδα του Φάις με τα κίτρινα πλαστικά της γάντια θα «δείξει» το ανείπωτο ενός κόσμου που βυθίζεται στην αδιαφορία και την αναλγησία του φόβου. Φοβισμένος κόσμος από την ίδια του τη σκιά. Μην τυχόν και αντικρίσει τον Αλλον, ιδίως αν αυτός ο άλλος είναι δίπλα του και καθαρίζει το δρόμο, τη σκάλα, το σταθμό. Δεν μπορούμε να καθρεφτιστούμε στα μάτια ενός απλού καθαριστή, γιατί φοβόμαστε την πολιτική ορθότητα που μας θέλει καλύτερούς του. Κι ας μην είμαστε. Και που δεν είμαστε. Αλλά δίπλα είμαστε. Και φτάνουμε να το αρνηθούμε κι αυτό κάποτε, κάνουμε ότι δεν βλέπουμε· ότι αυτοί που κρατάνε μια σφουγγαρίστρα ή μια σκούπα είναι αόρατοι. Είναι εκείνοι άλλωστε που σβήνουν τα λερωμένα μας ίχνη απΆ αυτή την πόλη. Αυτοί που εξιχνιάζουν την καθημερινή μας ένοχη αθωότητα απέναντι στο περιττό που ξεφεύγει από πάνω μας: τα σκουπίδια μας, τη δική μας λέρα που την αποποιούμαστε επιδεικτικά μπροστά στα φλύαρα κατεβασμένα μάτια των καθαριστών, στο βουβό τους μονόλογο που δεν ακούμε.
Το κείμενο του Φάις δεν το διάβασα σαν ένα μονόλογο που θα δικαίωνε τη δραματική φιγούρα της Κούνεβα. Το δράμα της από μόνο του δυστυχώς το έκανε αυτό με την ένταση και την καταλυτική του ύπαρξη. Δυστυχώς. Εγώ διάβασα τις λέξεις ενός ανθρώπου που αναγκάζεται να λειτουργήσει σε ένα άτυπο περιθώριο από τους Αλλους, επειδή και μόνον αυτοί οι Αλλοι το επιθυμούν, συνειδητά ή ασυνείδητα: είσαι ένας άλλος και σε φοβόμαστε, γιΆ αυτό θα σε αγνοήσουμε, για όσο μπορέσουμε. Αλλά αυτός ο Αλλος είναι ένας άνθρωπος μόνο. Αυτό το απλό. Το δύσκολο. Να καταλάβουμε ότι ο άλλος είναι ένας άνθρωπος: ευάλωτος, τρωτός. ΓιΆ αυτό τον αφήνουμε ή τον σπρώχνουμε να γίνει αναλώσιμο καύσιμο της Ιστορίας που μας γδέρνει κι εμάς για να κινηθούν γρήγορα τα γραναζάκια της, αλλά νομίζουμε –χαμένοι στις ψευδαισθήσεις μας- ότι εμάς δεν θα μας αγγίξει. Θα τη σκαπουλάρουμε. Δεν θα καούμε, αφού κάηκε για πάρτη μας κάποιος άλλος. Η σύγχρονη κοινωνική ανθρωποφαγία μας. «…Η Ιστορία δε χαϊδεύει τις καρδιές, κυρά-Χαρίκλεια. Ακούς; Πρώτα τις ξεριζώνει και μετά τις τρώει. Μια χαψιά τις κάνει…». Και από απέναντι στην άλλη αποβάθρα του σταθμού, η ανθρωπιά σαν κουτάβι τρυφερό να μας κουνάει την ουρά της, με ενθουσιασμό. Αλλά είμαστε απέναντι, φοβόμαστε να βρεθούμε δίπλα, μπας και μας αγγίξει με τα δόντια της και μείνουμε για πάντα άνθρωποι.
Ο Φάις ―με τις όποιες δικές του λογοτεχνικές ή θεατρικές του προθέσεις τις οποίες εγώ αντιλαμβάνομαι ως ειλικρινείς― αποθεώνει αυτόν το σιωπηλό Αλλο, έναν ολόκληρο κόσμο που μας διαφεύγει μέσα από την «αποκλίνουσα» ανθρωπινότητά του: τον βάλαμε να …καθαρίσει αυτός για μας κι ας ξέρουμε ότι θα μας «καθαρίσει» όλους μια μέρα το δρεπάνι του απολύτως δημοκρατικού, αδιάκριτου και ισότιμου θανάτου. «…Θα έχει σύνορα στην άλλη ζωή;…». Αποτυπώνει γλαφυρά τα ηλεκτρικά αόρατα συρματοπλέγματα που βάζουμε γύρω μας και ως μόνο αντίδοτο στην τοξικότητα του εαυτού μας έναντι του Αλλου και αντίστροφα, προτείνει την αγάπη. «…Εργασία μας είναι η αγάπη. Εκεί κολλάμε βαρέα και ανθυγιεινά. Όλα τα σκουπίδια σας έχουν θέση στην καρδιά μας…Η Αγάπη είναι το δυνατότερο οξύ. Μπροστά της το βιτριόλι θυμίζει ανέκδοτο για παιδιά…». Στο όνομα φυσικά αυτής της Αγάπης, έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα, αλλά εκείνο που συμβαίνει καθημερινά είναι ο ίδιος ο φόβος και τελικά η αποφυγή της αγάπης. Της αγάπης προς τον άλλον ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν είναι. Με ένα πόδι, με καθόλου πόδι, με δύο κίτρινα γάντια, με στόμα, με χωρίς φωνή, με μόνο δυο μάτια να μιλάνε, με μόνο δυο αυτιά να ακούνε. Πατρίδα του κάθε ανθρώπου είναι οι καταβολές εκείνες που αισθάνεται για δικές του. Ο Μπρεχτ και ο Κοέν μπορεί να είναι η πιο βαθιά πατρίδα, η πιο αληθινή, που σε ενώνει με τους άλλους και δεν σε χωρίζει. Που σε ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, αλλά δεν σε διακρίνει από τους άλλους. «…Η πραγματικότητα δεν υπάρχει. Λες και ζούνε μες στο κεφάλι τους. Σαλταρισμένοι. Οι ταξιτζήδες μιλάνε σαν υπουργοί. Οι υπουργοί σαν επιχειρηματίες. Οι επιχειρηματίες σαν καφετζούδες. Οι καφετζούδες σαν φιλόσοφοι. Οι φιλόσοφοι σαν δημόσιοι υπάλληλοι. Οι δημόσιοι υπάλληλοι…». Και ο καθένας, ως σφύζουσα ζωτική λεπτομέρεια αυτού του κόσμου, έχει ένα καθήκον: να μιλήσει. Με όποιον τρόπο. Είτε με δυο λέξεις καρφωμένες στο χαρτί είτε με δυο κουβέντες που θα χαθούν στη φριχτή ακουστικότητα του χώρου και του χρόνου. Ακόμα κι αν ξέρει ότι ο αέρας την ίδια στιγμή θα πάρει τα λόγια του μακριά. Η ματαιότητα του λόγου του είναι το ίδιο δυνατή με την αλήθεια του: κάποιος θα ακούσει, κάποιος θα θελήσει να καταλάβει, κάποιος θα νιώσει, ηθελημένα ή αθέλητα. «…Ζητώ συγγνώμη από τις λεπτομέρειες της ζωής μου…». Και δεν θα έχει πάει στράφι η ζωή του ή ο θάνατός του ή έστω το λούσιμό του με βιτριόλι, η ίδια η προσπάθεια της φίμωσής του.


Φιλολογική Βραδυνή, 23/6/2009



Κίτρινο σκυλί


της  Ολγα Μοσχοχωρίτου


Γράφτηκαν πολλά για τη ματαίωση της πρεμιέρας του έργου αυτού του Φάις, του εμπνευσμένου από τη δολοφονική επίθεση με βιτριόλι κατά της καθαρίστριας και συνδικαλίστριας Kωνσταντίνας Kούνεβα τον Δεκέμβρη του 2008, από ομάδες νεαρών που εισέβαλαν στον θεατρικό χώρο καταστρέφοντας τα σκηνικά και καταγγέλλοντας τους συντελεστές της για βεβήλωση και εκμετάλλευση του προσώπου και της ιστορίας του.
H άσκηση βίας εναντίον της παρουσίασης ενός έργου (οποιουδήποτε), εάν δεν ασκείται στο πλαίσιο μιας ανεπίτρεπτης προληπτικής λογοκρισίας από κρατική ή άλλη εξουσία (ή κοινωνική μικροεξουσία) και αποτελεί αυθόρμητη αντίδραση μέρους του κοινού, σηματοδοτεί αν μη τι άλλο τη βιασύνη μιας παρέμβασης που μένει όμως ανολοκλήρωτη, εφόσον αρνείται το διάλογο που αντικειμενικά ανοίγει η τέχνη με το κοινό της, όταν η ίδια καλεί, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Mπρέχτ, να προσερχόμαστε στο θέατρο έτοιμοι να «μεταμορφωθούμε σε ένα ακροατήριο καθολικά ανθρώπινο».
Όπως και να ΅χει, όμως, το έργο ενός δημιουργού κρίνεται από το κατά πόσον επιβεβαιώνει τον εαυτόν του με βάση τα αισθητικά κριτήρια της τέχνης που υπηρετεί και μόνον αυτά.
Eίναι πράγματι πολύ επικίνδυνο για τον συγγραφέα να μας παραδίδει ένα κείμενο «εν θερμώ», ένα κείμενο σχεδόν αδιαμεσολάβητο που παραπέμπει κατευθείαν σΆ ένα ζωντανό, σημερινό, πάσχον πρόσωπο.
Eξίσου τολμηρό είναι να χρησιμοποιεί ως όχημα αυτό το πρόσωπο για να μιλήσει για τον «άλλον», για τον «μετανάστη», για τον «ξένο» δίπλα μας, όχι φιλάνθρωπα, αλλά χρησιμοποιώντας τον ως καθρέφτη του δικού μας ανομολόγητου εαυτού και της παθολογίας μας.
H Pούσκα Pούσεβα, «πρώην αρχαιολόγος, πρώην παντρεμένη, πρώην λυπημένη», γίνεται το πολυφωνικό όργανο όλων των ανθρώπων που ξέρασε το μεγάλο στόμα της ιστορίας και μας προσεγγίζει με μόνο το αίτημα της αγάπης, επιστρέφοντας στις πηγές της μεγάλης ουτοπίας και στον φιλόσοφό της Kαρλ Mαρξ.
Mονόλογος μιας νέας γυναίκας, πυκνός, με βιτριολικό χιούμορ, αποδομένος από την Aλεξία Kαλτσίκη πυρετικά, σχεδόν ερωτικά, δικαίωσε τον συγγραφέα του, που λειτούργησε αντικομφορμιστικά και προβοκατόρικα έναντι της συντεχνίας του.

«To κίτρινο σκυλί»
του Mισέλ Φάις, σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Mελεμέ, 
στο AΠO MHXANHΣ ΘEATPO



(ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 6.6.09, http://www.imerisia.gr/default.asp?catid=12410&tag=9198)




Το κείμενο του Μισέλ Φάις και η πραγματικότητα Κωνσταντίνα Κούνεβα
 

του ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Είναι γνωστά τα συμβάντα, πριν από δύο εβδομάδες, στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη). Οι αυτόκλητοι και «αγανακτισμένοι» υπερασπιστές της τέχνης και της Κούνεβα ματαίωσαν την πρεμιέρα, στο όνομα μιας ασαφούς «καθαρότητας», τόσο της τέχνης όσο και των κοινωνικών αγώνων, στην ουσία απαγορεύοντας κάθε μεταξύ τους σχέση και όσμωση. Τόσοι και τόσοι κατήγγειλαν την ενέργεια αυτή ως λογοκρισία - και καλώς έπραξαν. Το πράγμα όμως πήρε άλλη διάσταση όταν, μετά τη ματαίωση της πρεμιέρας, η ίδια η Κωνσταντίνα Κούνεβα, με ιδιόχειρο σημείωμά της, έδωσε την επίνευσή της στο κείμενο και στην παράσταση, δηλαδή στο εγχείρημα το δράμα της να καταστεί «θέμα» ενός κειμένου και μιας παράστασης.

Όταν όμως ο Φάις δημοσιοποίησε, σκαναρισμένο, το ιδιόχειρο σημείωμα της Κούνεβα, διατυπώθηκε μια αναπάντεχη ένσταση, με το εξής δημοσιογραφικό σχόλιο: «Tο σκανάρισμα του ιδιόχειρου της Kούνεβα γιατί έγινε; Προφανώς ως οπτικό υλικό, που προσθέτει βάρος στον λόγο. Aπό πότε όμως ένας θεράπων του γραπτού λόγου αισθάνεται πως το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Λυπάμαι που θα το πω, αλλά η απορία, αν «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις», είναι τόσο αρχαία όσο και η λογοτεχνική συνθήκη. Γιατί αυτό είναι το μείζον και διαρκές χαρακτηριστικό της τέχνης, αυτό είναι το μεγαλείο της.

Υπάρχει όμως και συνέχεια, και τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα, αφού ακολουθεί και νέα ένσταση: «θα περίμενε κανείς, [ο Φάις] να μη νομιμοποιήσει τους αστείους που ακύρωσαν την πρεμιέρα. Έκανε ακριβώς το αντίθετο: Ανοιξε κουβέντα μαζί τους, εμπλέκοντας μια πονεμένη κατάκοιτη μετανάστρια. Kαι με τον πλέον απροσδόκητο για το συγγραφικό μέγεθός του τρόπο: Mε το ποιος έχει την άδεια της Kωνσταντίνας Kούνεβα... Δυστυχώς, έτσι [ο Φάις] πέρασε στον χώρο των συστημικών».

Το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί με «ηθικά» κριτήρια, όποιος και να τα εκφωνεί, ό,τι πολιτικό πρόσημο κι αν τους δίνει. Γιατί, πάντα θα συναντά το αμείλικτο ερώτημα: «το βάρος του κειμένου ξεφεύγει από τις λέξεις;». Επειδή όμως, ναι, ξεφεύγει, αφού αυτός είναι ο τρόπος που ένα κείμενο, δηλαδή ένα σύνολο «λέξεων», λειτουργεί ως έργο τέχνης, και, επιπλέον, επειδή αυτό το «παράδοξο», αυτή η «μαγεία» συμβαίνει μόνο μέσα από τις αισθητικές προκείμενες του έργου, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται ούτε με βανδαλισμούς ούτε ερήμην του αισθητικού προτάγματος του έργου.

Θέλω να πω, ότι ένα έργο τέχνης, για να το καταγγείλουμε ή για να το σεβαστούμε, θα πρέπει πρώτα να το δούμε και να το κρίνουμε ως έργο τέχνης, δηλαδή να δούμε και να κρίνουμε τις αισθητικές του προκείμενες. Όχι γιατί η αισθητική είναι «πάνω» από την ηθική, αλλά γιατί το έργο για το οποίο γίνεται λόγος δεν υπάρχει παρά ως αισθητικό αποτέλεσμα. Μόνο έτσι υφίσταται. Αλλιώς, μιλάμε εν κενώ ή μιλάμε για κάποιο άλλο έργο. Και η λογοτεχνία που κάνει ο Μισέλ Φάις έχει συγκεκριμένο αισθητικό πλαίσιο, εγγράφεται σε έναν συγκεκριμένο αισθητικό ορίζοντα. Μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει, μπορεί να κρίνουμε το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα ως σημαντικό ή ως έλασσον, πάντως το έργο του μπορεί να κριθεί μόνο ως αυτό που είναι.

Ο Φάις, λοιπόν, κάνει μεταμυθοπλασία. Και αυτό το λογοτεχνικό είδος υφίσταται μόνο μέσα από το διαρκή διάλογο μύθου και πραγματικότητας. Μάλιστα, το κατ' εξοχήν «τεχνικό» του χαρακτηριστικό είναι πως ολόκληρα, και αυτούσια, κομμάτια της πραγματικότητας ενσωματώνονται μέσα στη λογοτεχνική αφήγηση. Επιπλέον, έτσι, η «αφήγηση» δεν περιορίζεται στα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας ή στους τέσσερις τοίχους μιας θεατρικής σκηνής αλλά, στο μέτρο της δυνατότητας κάθε συγκεκριμένου έργου, η αφήγηση διευρύνει τα όριά της προς το χώρο της πραγματικής ζωής.

Αυτό το χαρακτηριστικό όχι μόνο καθορίζει το «περιεχόμενο» και τη «μορφή» του έργου, ή την «ειδολογική» του κατάταξη, αλλά και παράγει την πολιτικότητά του. Χωρίς αυτά τα σπαράγματα της πραγματικότητας, που «σπαράζουν» μέσα στο έργο, διατηρώντας συνεχώς ανοιχτούς τους διαύλους με την εκτός κειμένου πραγματικότητα, δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς το «έξω κείμενο», που μιλά τη δική του φωνή μέσα στο «έργο», δεν υφίσταται μεταμυθοπλασία. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, μιλάμε για ένα άλλο έργο, ενός άλλου συγγραφέα∙ για μια άλλη παράσταση, ενός άλλου έργου.

Είναι λοιπόν στοιχείο της ιδρυτικής συνθήκης ενός κειμένου μεταμυθοπλασίας, να μετέχουν στο έργο φωνές του «έξω κειμένου», όπως εν προκειμένω αυτή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Ακόμα και το σημείωμά της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους μιλά η φωνή της και συμμετέχει η ζοφερή πραγματικότητά της (το ίδιο θα συνέβαινε, ακόμα κι αν το σημείωμα κατάγγελλε το κείμενο και την παράσταση).

Από την άλλη, οι «αγανακτισμένοι» νεαροί, επειδή είναι τραγικά άσχετοι με την τέχνη, δεν υποψιάστηκαν ότι το έργο αυτό, ως έργο μεταμυθοπλασίας, θα μπορούσε να περιλάβει την αντίρρησή τους, να εγγράψει και τη δική τους φωνή στο ίδιο το καλλιτεχνικό γεγονός. Μάλιστα, η αντίρρησή τους θα μπορούσε ακόμη και να φωτίσει διαφορετικά το έργο. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να γίνει η παράσταση. Προτίμησαν να την καταστρέψουν. Γι' αυτό και δεν έχουν σχέση με την αριστερά. Αγράμματη αριστερά δεν υπάρχει.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως οι επιλογές του κάθε συγγραφέα βρίσκονται στο απυρόβλητο. Δεν σημαίνουν πως το έργο του Φάις, αλλά και ολόκληρο το ρεύμα της μεταμυθοπλασίας, δεν υπόκειται σε κριτική. Σημαίνει, όμως, πως οι όποιες κρίσεις προσεγγίζουν και προϋποθέτουν το έργο ως έργο μεταμυθοπλασίας. Και όχι π.χ. ως ρεαλιστικό στόρυ, με τους «κριτές» να μετρούν την «απόσταση» του έργου από την πραγματικότητα, ή ως μαρτυρία ή ως μυθιστορηματική ανάπλαση ή, έστω, ως «δημοσιογραφικό μυθιστόρημα».

Ας το γενικεύσουμε: όλα υπόκεινται σε κριτική. Ακόμα και τα αισθητικά ρεύματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να θεωρήσει ένα έργο μεταμυθοπλασίας «αστικό θέαμα», να χαρακτηρίσει τον συγγραφέα του «συστημικό» ή ό,τι άλλο νομίζει. Όμως, οι ηθικές κρίσεις, επί ενός αισθητικού ρεύματος ή επί ενός καλλιτεχνικού έργου (με ό,τι αυτό περιλαμβάνει), δεν μπορούν να βασίζονται στη λογική του περιβόητου «κοινού νου», έστω κι αν, κατά την περίσταση, είναι «ριζοσπαστικοποιημένος», «ενημερωμένος» κ.λπ. Αυτό είναι φασισμός. Στην πιο καθαρή του μορφή. Οι ηθικές κρίσεις επί ενός αισθητικού ρεύματος νομιμοποιούνται (αν νομιμοποιούνται) μόνο όταν εδράζονται σε φιλοσοφικές/θεωρητικές προκείμενες. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση - καλοδεχούμενη.

(Αυγή, 24/05/2009, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=460995)



Ακαριαία λογοτεχνία

Της Μικέλας Χαρτουλάρη
  
«Ρούσκα Ρούσεβα,πρώην αρχαιολόγος,πρώην παντρεμένη, πρώην λυπημένη, κόκκινη καθαρίστρια για τη μαύρη εργοδοσία, για τους μαύρους επόπτες». Έτσι αυτοσυστήνεται η ηρωίδα-αφηγήτρια του Μισέλ Φάις στο "Κίτρινο σκυλί" (Πατάκης), ένα σπαρακτικό βιβλιαράκι που έγραψε εν θερμώ με αφορμή την υπόθεση Κούνεβα. Η Βουλγάρα καθαρίστρια και συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα βρίσκεται ακόμη στο νοσοκομείο, με το πρόσωπο και τον λαιμό πληγιασμένα «σαν χάρτες του κάτω κόσμου» μετά την επίθεση που δέχτηκε με βιτριόλι τον περασμένο Δεκέμβρη. Ο 52χρονος συγγραφέας δεν τη συνάντησε ούτε της μίλησε ποτέ, αλλά διέκρινε στην περίπτωσή της κάτι πολύ πιο βαθύ και μεγάλο από την εκμετάλλευση και τη βία που την έκαψαν. «Είδε» την προσπάθειά της να καθαρίσει όχι μόνο τη δημόσια αλλά και την ιδιωτική κοπριά μας με ένα οξύ πιο δυνατό από το βιτριόλι: την αγάπη. Η δική του Κούνεβα μοιάζει με μακρινή συγγενή της Αντιγόνης, της Σεχραζάτ και της Ζαν Ντ΄ Αρκ. Επιμένει σε μια ουτοπία ζητώντας αγάπη για τους απόβλητους του πολιτισμού μας· δίνει φωνή στις ιστορίες εκείνων που εμείς αποκαλούμε «Aλλους»· ακούει μηνύματα που δεν συλλαμβάνουμεόπως τη ρήση του Μαρξ «η αγάπη ανταλλάσσεται μόνο με αγάπη», η οποία αποτελεί και το μότο του βιβλίου... Ο Φάις μάς παρουσιάζει μια νέα γυναίκα με μπλε ποδιά, κίτρινα γάντια και μια σφουγγαρίστρα, που μονολογεί μπροστά μας σαν σε πυρετό καθώς παστρεύει τα λευκά πλακάκια. Το ύφος της παραπέμπει εδώ στα λαϊκά παραμύθια, εκεί σε έναν διάλογο, πιο πέρα γίνεται καταγγελτικό και στο τέλος ποιητικό. Ο λόγος της, αποσπασματικός και συνειρμικός, ζωντανεύει διάφορα πρόσωπα και φωτίζει σαν φλας τις σκέψεις της για τη μνήμη της συλλογικής βίας (τόσο του Βουλγαροκτόνου τότε όσο και των Βουλγάρων προς τους Θρακιώτες, πρόσφατα), για τη σύγχρονη ιστορία του τόπου της και τη μοίρα της οικογένειάς της, για τη ζούγκλα εκεί- την υποκρισία εδώ, για τη μοναξιά της και τον 12χρονο γιο που την κρατά ζωντανή, για τους «από πάνω που κλέβουν» και τους «από κάτω που σπάνε», για την κάρτα που δεν της δίνεται, τα δικαιώματα που δεν έχει- ούτε στη δουλειά ούτε στην τεμπελιά-, για τις παρεκβάσεις του Στάλιν, του Μάο, του Κάστρο, του Ζίφκοφ, των φροϋδιστών κ.ο.κ., για τον κόσμο μας τον απομαγευμένο εν τέλει, όπου «μόνο το χρήμα υπάρχει πια» κι όχι το αύριο.

Το κείμενο του Μισέλ Φάις είναι βαθύτατα πολιτικό. Διότι η ηρωίδα του δεν είναι μια οργισμένη μετανάστρια που ικανοποιείται φωνάζοντας «Σκατά στην εξουσία» ούτε ζητά «Εξουσία στα σκατά», αλλά μας προσκαλεί να αλλάξουμε στάση. «Ο μακρύτερος δρόμος είναι ο δρόμος προς τον άλλον», λέει, και μας δείχνει ότι για να φτάσουμε σ΄ αυτόν θα πρέπει να αγαπήσουμε «ακόμα και τα σκατά του»- του μετανάστη, του άστεγου, του σαλού, του εγκληματία... Η «λάτρα» της καθαρίστριας διαβάζεται αλληγορικά σε αυτό το επίπεδο, σαν χειρονομία αγάπης· όπως και το κάψιμο του προσώπου της που δηλώνεται έμμεσα, είναι και μια αλληγορία για την αλλοίωση της φυσιογνωμίας του κόσμου μας, όπου η ωμότητα έχει διαβρώσει τις καρδιές των ανθρώπων. Έτσι, μέσα από τον μονόλογο της Ρούσεβα, η Κούνεβα συνδέεται με τα θύματα των πρόσφατων επιθέσεων με βιτριόλι- με το σκυλάκι στα Πετράλωνα, την Αμινέ στην Τεχεράνη, τους γκέι στο Βερολίνο- καθώς και με τα θύματα της όξινης βροχής των εργοστασίων στα Βαλκάνια, και γίνεται ένα σύμβολο για το καμίνι της ζωής μας, όπου τόσο η ρήση του Μαρξ όσο και το κήρυγμα του Ιησού ή άλλων αποστόλων του Καλού, έχουν εκπέσει.

Να λοιπόν ένας συγγραφέας με γρήγορα ρεφλέξ.

Το περιμένουμε αυτό από την τέχνη γενικότερα, αλλά στη λογοτεχνία οι σχετικοί καρποί θέλουν συνήθως τον χρόνο τους για να ωριμάσουν. Αντίθετα, το "Κίτρινο σκυλί"  γράφηκε μέσα σε μόλις είκοσι μέρες. Ίσως να βοήθησε το ότι κυοφορήθηκε ενώ ο συγγραφέας του δούλευε ένα ιδιότυπο ιστορικο-πολιτικό μυθιστόρημα για τον Νίκο Ζαχαριάδη, που ως προσωπικότητα αντιδιαστέλλεται στην Κούνεβα (τα "Πορφυρά γέλια"  θα κυκλοφορήσουν τον Οκτώβριο). Αλλά και πάλι, ο Φάις που από παλιά εμμένει στα μοτίβα της ετερότητας και του αποδιοπομπαίου θύματος, αποδεικνύει ότι οι κοινωνικές ανησυχίες του γίνονται όλο και οξύτερες. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό δεν επηρεάζει αρνητικά τη λογοτεχνικότητα των έργων του καθιστώντας τα πιο «δημοσιογραφικά», αλλά αντίθετα την ενισχύει με μια πολιτική ευαισθησία που τα κάνει πιο δραστικά. Λες και ο Τζούλιο Καΐμη ή ο Γεώργιος Βιζυηνός που πρώτοι τον είχαν εμπνεύσει (βλ. "Το μέλι και η στάχτη του Θεού" και "Ελληνική αϋπνία", Πατάκης) ακόνισαν τη ματιά του- το είδαμε και στο φωτογραφικό βιβλίο του "Η πόλη στα γόνατα". Γι΄ αυτό είναι ερεθιστική και η σκηνική παρουσίαση του  "Κίτρινου σκυλιού" στο «Από μηχανής θέατρο» σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ με πρωταγωνίστρια την Αλεξία Καλτσίκη.


TA NEA  (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4514698&enthDate=02052009) 







Μια κλιμακούμενη φοβική ιδιωτεία σκεπάζει τη χώρα


Συνέντευξη στην ΠΟΛΥ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ

Τα θέματα μάς επιλέγουν, δεν τα επιλέγουμε”. Στην περίπτωση του Μισέλ Φάις η διαδρομή έμοιαζε να οδηγεί αναπόδραστα στην Κωνταντίνα Κούνεβα. Από τον Τζούλιο Καϊμη και τον Βιζυηνό στο πρόσωπο του άλλου έτσι όπως το συνθέτει και το αποδομεί η ελληνική κοινωνία, εν τέλει η απόσταση μοιάζει μηδαμηνή. “Το κίτρινο σκυλί”, ο μονόλογος που ο γνωστός συγγραφέας δημιούργησε “εν πυρετώ”, κεραυνοβολημένος κι εκείνος όπως όλοι μας από τη δολοφονική επίθεση με βιτριόλι εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα, επιχειρεί να θέσει τα δάχτυλα επί τον τύπον των ήλων.

Ο συγγραφέας περπατά στη διακεκαυμένη ζώνη της συνύπαρξης με τον άλλο στη μεταιχμιακή εποχή μας και η ηρωίδα του, Ρούσκα Ρούσεβα, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έχει μάθει να συνθέτει και να αποδομεί το πρόσωπο του μετανάστη, του διαφορετικού, της άλλης όψης εν τέλει του νομίσματος που κρατούμε κλεισμένο σφιχτά στη χούφτα μας. Λόγος ασθμαίνων, λέξεις κοφτές, φράσεις μικρές, εικόνες και μνήμες, οι διάλογοι που αφηγείται με τον εαυτό της, με το παιδί της, με τον Ελβετό που φωτογραφίζει πόδια, τα κουρασμένα της πόδια, η μάπα και τα καθαριστικά, η “βιτριολική” διαπίστωσή της πως “Η Αγάπη είναι το δυνατότερο οξύ. Μπροστά της το βιτριόλι θυμίζει ανέκδοτο για παιδιά” ή η θύμιση της αυθόρμητα διατυπωμένης ερώτησης του γιού της “Μαμά, θεϊκό οξύ το λέμε γιατί είναι αγαπημένο του Θεού;”, οι “βρομιάρηδες” των ημερών μας, όλοι περνούν απ' αυτό τον σύντομο μονόλογο. Για να ξετυλίξουν όλες τις βρωμιές που κατακάθονται χρόνια τώρα στην κοινωνία μας και τις ζωές μας.

Ο Μισέλ Φάις, με το γνώριμο συγγραφικό του ιδίωμα, έγραψε ένα κείμενο που αντλεί τη δύναμή του από τις λέξεις και τις εικόνες που αποτυπώνουν τις ζωές και τις συμπεριφορές μας αλλά και από τις λέξεις που στην εποχή μας έχουν χάσει πια το νόημά τους. Ένα κείμενο πολιτικά και κοινωνικά αιχμηρό. Η προσπάθεια να μεταφερθεί “Το κίτρινο σκυλί” στη θεατρική σκηνή προς το παρόν ματαιώθηκε, μετά την επίθεση τη βραδιά της πρεμιέρας του την περασμένη εβδομάδα στο “Από Μηχανής Θέατρο”. Προς το παρόν, τουλάχιστον, αφού οι προσπάθειες να δοθούν κάποιες παραστάσεις του μονολόγου της Ρούσκα δεν έχουν σταματήσει και μάλλον θα ευοδωθούν, όπως λέει ο συγγραφέας. Μ' αυτή την αφορμή ο Μισέλ Φάις μιλά για το βιβλίο του, τις αφορμές της συγγραφής του αλλά και τις δικές τους διαπιστώσεις ως συγγραφέα που παίρνει το ρίσκο της “εν πυρετώ” δράσης.

* Ο περασμένος Δεκέμβρης έδωσε πολλές αφορμές για «εν πυρετώ» δράση και αντιδράσεις. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, οι κινητοποιήσεις των μαθητών... Πού τοποθετείτε εσείς τη γέννηση αλλά και τα απότοκα αυτών των γεγονότων;

Υπάρχει ένα ανεξάντλητο απόθεμα υπανάπτυξης, βίας, ανελευθερίας, απουσίας διαλόγου, που μας καταδυναστεύει. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Εκτιμώ ότι πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε εξ υπαρχής όλα τα συνεκτικά στοιχεία (θεσμικά και εθιμικά) που σε άλλες ωριμότερες κοινωνίες είναι σχεδόν αυτονόητα. Το σώμα του νεκρού εφήβου και το καμένο πρόσωπο μιας μετανάστριας είναι τα ίχνη μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση. Μόνο αν μεταμορφωθούν τα οικεία δεινά προχωράμε. Το μίσος για το μίσος δεν οδηγεί πουθενά. Όπως και η αδιαφορία της ελευθερίας. Πρέπει να ονειρευτούμε ξανά τη νέα μας συλλογικότητα".

* Γιατί σταθήκατε ιδιαίτερα στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Και δεν εννοώ καθόλου ότι δεν αξίζει να σκύψει ένας δημιουργός, ένας πολίτης, μια κοινωνία πάνω σ' ένα τέτοιο γεγονός.

Γιατί στάθηκα στους πνευματικά και κοινωνικά εξοστρακισμένους Τζούλιο Καίμη και Γ.Μ. Βιζυηνό; Γιατί στάθηκα στους άστεγους; Γιατί, παλαιότερα, στάθηκα στους νεκρούς; Τα θέματα μας επιλέγουν δεν θα επιλέγουμε. Η γράφη μου έλκεται από το αίσθημα του κοινωνικά και του ψυχικά αποκλεισμένου, του αποσυνάγωγου, του εξόριστου. Η Ρούσκα Ρούσεβα, η ηρωίδα στο «Κίτρινο σκυλί», αγγίζει τον Αφγανό στο γκέτο της Πάτρας, τον δαρμένο Πακιστανό στα κρατητήρια της Ομόνοιας, τον λαθρομετανάστη στα σαπιοκάραβα. Ο ξένος ανέκαθεν ήταν ο καταλύτης στην τέχνη -ο ξένος που ταράζει τις δομές και τη συνείδησή μας. Το βιβλίο μιλάει για την εξεγερσιακή δύναμη της αγάπης. Η ηρωίδα στο «Κίτρινο σκυλί» είναι μια σωσίας της Αντιγόνης (ως εμμονική της αγάπης), της Σεχραζάτ (ως εμμονική των ημιτελών ιστοριών), της Ζαν ντ' Αρκ (ως εμμονική της έσω ακοής). Ο μονόλογος (που κάποιοι αυτόκλητοι λογοκριτές μας απαγόρευσαν να τον δούμε επί σκηνής: να τον χειροκροτήσουμε ή να τον απορρίψουμε) είναι το παραμιλητό του εξοστρακισμένου εαυτού -αρκετοί κρύβουμε μια Κούνεβα μέσα μας.

* H εποχή μας δίνει τη δυνατότητα σ' έναν συγγραφέα να δημιουργήσει «εν πυρετώ», όπως εσείς εν προκειμένω με «Το κίτρινο σκυλί». Η κοινωνία είναι σε θέση να λειτουργήσει με «σκέψη και διάλογο» όπως προτείνει η Κωνσταντίνα Κούνεβα μέσω του σημειώματος που έστειλε μετά τον βανδαλισμό της παράστασης;

Η κοινωνία μας είναι ανοργάνωτη, αστόχαστη, θυμική. Δυστυχώς ο δημόσιος χώρος στον τόπο μας έχει μεταβληθεί σ' ένα απέραντο τηλεοπτικό καφενείο. Οι σημαντικοί άνθρωποι έχουν αυτοεκτοπιστεί από τα δημόσια πράγματα. Ο κόσμος κλείνεται στα σπίτια του. Μια κλιμακούμενη φοβική ιδιωτεία σκεπάζει τη χώρα. Μεγάλα λόγια, μεγάλες κομπίνες, μεγάλη σιωπή. Αυτά κυριαρχούν.

* Ποια συναισθήματα σάς δημιουργήθηκαν μετά όσα συνέβησαν στο θέατρο και ποιες σκέψεις κάνετε τώρα;

Αποκαρδίωσης και θυμού. Λιθοβολήθηκε μια παράσταση που προοριζόταν για μιαν λιθοβολημένη από κάποιους υποτιθέμενους «φανατικούς υπερασπιστές» της. Διάγουμε έναν ηλιόλουστο σκοταδισμό. Φαιές και σταλινικές μέθοδοι αυτοανακηρύσσονται αναρχικές δράσεις. Με ποιο δικαίωμα φιμώνεις ένα καλλιτεχνικό γεγονός; Με ποιο δικαίωμα απαγορεύεις σε κάποιους να σταθούν στο πλευρό μιας μαχόμενης συνδικαλίστριας; Με ποιο δικαίωμα απαγορεύεις σε τεχνικούς, προσωπικό, συντελεστές μιας παράστασης να αμειφθούν από τον κόπο της πνευματικής προσφοράς τους;

Πρέπει η αριστερά να ξαναγίνει αριστερά, η δημοκρατία δημοκρατία, η συνεννόηση συνεννόηση. Οι λέξεις έχουν χάσει πλέον τη σημασία τους. Έτσι όπως πάμε θα μονολογούμε το δίστιχο του Πάουλ Τσέλαν: «Μαύρο γάλα το πίνουμε το πρωί/το πίνουμε το βράδυ".

Η ΑΥΓΗ (http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=459074)



Προσωπική ματιά


Το ελληνικό θέατρο στο πλευρό του Φάις

Κόκκινες, κίτρινες, γαλαζοπράσινες μπογιές. Ξεραμένες. Οπως πετάχτηκαν πάνω στα λευκά πλακάκια του σκηνικού στο «Από Μηχανής Θέατρο». Τα θλιβερά υπολείμματα της φασιστικής επίθεσης στην πρεμιέρα του έργου του Μισέλ Φάις «Κίτρινο Σκυλί» (10 Μαΐου) βρίσκονταν ανεξίτηλα στη σκηνή τη Δευτέρα το βράδυ. Θυμίζοντας τη βιαιότητα μιας ανεξέλεγκτης, παραπαίουσας κοινωνίας και -το παράδοξο- συνομιλώντας ανατριχιαστικά με το περιεχόμενο του κειμένου. Ο φανταστικός, με πολιτική αιχμή και συγκινησιακή φόρτιση, μονόλογος του Φάις έχει ηρωίδα μια αντανάκλαση ενός θύματος ανάλογου αν και οξύ...τερου τραμπουκισμού: την Κωνσταντίνα Κούνεβα.

Την ώρα που τη Δευτέρα, σε ένα άλλο μέρος της πόλης (Πειραιώς 260) έκανε πρεμιέρα το Φεστιβάλ Αθηνών με την «Κόλαση» του Καστελούτσι, ο μονόλογος του Φάις συγκέντρωνε τον «αφρό» της εγχώριας θεατρικής τέχνης. Η παρουσία των Λευτέρη Βογιατζή, Λυδίας Κονιόρδου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, Αννας Κοκκίνου, Ράνιας Οικονομίδου, Μπέτυς Αρβανίτη, Μηνά Χατζησάββα, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη ήταν μια ηχηρή επί της ουσίας πολιτική μάζωξη-απάντηση στους αντιδραστικούς νέους, που, στο όνομα της άτυχης συνδικαλίστριας, κάψαν' στην πυρά τον θεατρικό μονόλογο και τον δημιουργό του.

Πέραν, ωστόσο, της υποστήριξης της ελευθερίας της τέχνης, το κείμενο και η ερμηνεύτριά του, Αλεξία Καλτσίκη, μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, θα άξιζαν από μόνοι τους τη δευτεριάτικη θεατρομάζωξη.

Με τη σφουγγαρίστρα αγκαλιά η Ρούσκα Ρούσεβα, «συγγενής» της Κούνεβα, μας διηγήθηκε μέσα σε μια ώρα «οικείες» ιστορίες βρωμιάς και ωμότητας της ελληνικής επικράτειας. Η βρωμιά των «κάτω άκρων της πόλης», τα συνθήματα στους τείχους των Εξαρχείων, οι μισοτελειωμένες φράσεις μας, όλα «τα σκουπίδια μας» έχουν θέση στην καρδιά της.

«Το δυνατότερο οξύ είναι η αγάπη», διακηρύσσει η Ρούσεβα, «πρώην αρχαιολόγος, πρώην παντρεμένη, πρώην λυπημένη», νυν «κόκκινη καθαρίστρια για τη μαύρη εργοδοσία», εντέλει πρόσωπο «δημόσιας αγάπης». Το θειικό οξύ, που ρίχτηκε στη Βουλγάρα συνδικαλίστρια καθαρίστρια, ο Φάις το περιλούζει στο πρόσωπο της νεοελληνικής κοινωνίας, η οποία συμπονά τη σακατεμένη Κούνεβα που «δημιούργησε».

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, Ελευθεροτυπία, 3.6.09 (http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=03/06/2009&id=50744) 



Το φάντασμα της ελευθερίας


Πριν από μερικούς μήνες, μια παρέα επαναστατημένα παιδιά (με ιδεολογικά κίνητρα, θέλω να πιστεύω, μέσα στον πυρετό των γεγονότων) είχαν καταλάβει το κτίριο της Λυρικής Σκηνής.
Διαφωνούσαν με τα ανεβάσματα του Ταγχόιζερ, της Ρουσάλκα, των Παλιάτσων; Όχι. Διαφωνούσαν συλλήβδην με τη λειτουργία της όπερας. Και τι έβαζαν στη θέση της; Είχαν πολλά μελίρρυτα και με γλαφυρότητα ειπωμένα – αλλά στην ουσία όλη μέρα κι όλη νύχτα συνεδρίαζαν κι όταν σταμάταγαν τις συνεδριάσεις κλείνανε την Ακαδημίας και παίζανε μπάλα την ώρα που πολλοί γυρνούσαν σπίτι απΆτη δουλειά και κάποιοι άλλοι έβγαιναν για διασκέδαση. Ο παράδεισος της εξέγερσης ήταν παράδεισος (αν ήταν) μόνο για λίγους, για ελάχιστους – για όσους και για όσες συμμετείχαν στην κατάληψη. Για περισσότερους ήταν κόλαση – και στους κολασμένους δεν συγκαταλέγω τους ανθρώπους της Λυρικής που εκτοπίστηκαν από το χώρο της δημιουργίας τους ούτε τους φίλους της όπερας και τους φιλότεχνους που δεν συμμερίζονταν την απολυτότητα των καταληψιών και επέμεναν να πηγαίνουν σε θεάματα εποχές και περιόδους που οι καταληψίες δεν το επέτρεπαν.
Οι καταληψίες επέκριναν τους καλλιτέχνες και τους φιλότεχνους διότι, σε εποχές κοινωνικής αναταραχής, εποχές που τα προβλήματα διογκώνονταν και, επιπλέον, στον απόηχο των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, αυτοί ασχολούνταν με την τέχνη (που, εμφανώς, στα μυαλά ορισμένων είναι ενδεικτική τρυφηλότητας στη ζωή, σε αντίθεση προφανώς με την επανάσταση). Αποφάσισαν, λοιπόν, να εμποδίσουν την πρόσβαση στα καλλιτεχνικά στέκια – στη Λυρική, αλλά και σε διάφορα θέατρα. Αποφάσισαν, δηλαδή, να ζητήσουν από τους φιλότεχνους να πάψουν, όσο εκείνοι εκτιμούσαν ότι θα παρατείνονται οι έκτακτες συνθήκες της άδικης κοινωνίας, να ασχολούνται με την καλλιέργεια, να πάψουν να αντλούν ευχαρίστηση από τις διάφορες ποιότητες της πνευματικότητας και να βγουν στους δρόμους.
Και αφού το αποφάσισαν, επιχείρησαν να το επιβάλουν βιαίως.
Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, τα κατάφεραν.

Στη διάρκεια όλων αυτών των ασκήσεων ενός ιδιότυπου αντάρτικου (και) κατά της καλλιτεχνικής πράξης, ακούστηκαν πολλά και πομπώδη, που κάλυψαν έστω και τις χαμηλόφωνες αντιρρήσεις (με εξαίρεση τη θαρραλέα από κοινού παρέμβαση στις εφημερίδες των συγγραφέων Απόστολου Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη, οι όποιες άλλες αντιρρήσεις πράγματι προφέρθηκαν χαμηλόφωνα, ο λόγος υποτάχθηκε απολύτως στη βία). Από τα πομπώδη αυτά, περί επανάστασης και κοινωνικής δικαιοσύνης, απουσίαζε εντελώς η αναφορά στη δημοκρατία και στις ελευθερίες. Περίσσευαν, όμως, οι προσπάθειες οικειοποίησης από τους καταληψίες-στο-όνομα-της-επανάστασης περιπτώσεων και περιστατικών που θεώρησαν ότι δικαιολογούν τις πράξεις τους.

Η Κωνσταντίνα Κούνεβα ήρθε στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, μετανάστρια – πριν η χώρα της ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και εκπαιδευτικός, δούλεψε σκληρά ως καθαρίστρια, υπό απάνθρωπες συνθήκες – τυπικό θύμα της εκμετάλλευσης της εργασίας των ξένων. Συνδικαλίστηκε διεκδικώντας τα στοιχειώδη δικαιώματα, αυτής και των συναδέλφων της. Μια μέρα, την προπηλάκισαν φριχτά, της έριξαν βιτριόλι στο πρόσωπο, ενώ την υποχρέωσαν να πιει ποσότητα από το ίδιο υγρό, ζει επειδή ήθελε πολύ να ζήσει – πώς αλλιώς; Εικάζεται βασίμως ότι έπεσε θύμα της αγριότητας των κυκλωμάτων που εκμεταλλεύονται την εργασία των ξένων.
Ένας συγγραφέας, ο Μισέλ Φάις, συγκινήθηκε από την περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα.
Έγραψε ένα μονόπρακτο, το εξέδωσε – και ένα θεατρικό σχήμα θέλησε να το ανεβάσει στο Από Μηχανής Θέατρο. Την ημέρα της πρεμιέρας, μια ομάδα καταληψιών-στο-όνομα-της-επανάστασης κατέλαβε το θέατρο, έκανε ένα σωρό ζημιές – και τις δικαιολόγησε με ένα σημείωμα στο οποίο κατηγορούσε το συγγραφέα και τους ηθοποιούς. Η πρεμιέρα αναβλήθηκε. Ο Μισέλ Φάις έπρεπε να επιχειρηματολογήσει για να πει ότι, ναι, είναι συγγραφέας, και κάθε συγγραφέας που βλέπει γύρω του έχει δικαίωμα να δει τι συνέβη στην κ. Κούνεβα, όπως και κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να πει ότι η
ματιά του είναι σωστή ή λάθος, ότι το έργο του είναι καλό ή κακό. Έγραφε τα αυτονόητα, υπερασπιζόταν τα αυτονόητα για δημοκρατικές κοινωνίες – και το χειρότερο είναι ότι έπρεπε να το κάνει, δεν φαινόταν αυτονόητο για όλους.
Και τότε, σαν από μηχανής Θεά, παρενέβη η ίδια η Κωνσταντίνα Κούνεβα. Από το νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται, έστειλε ένα ιδιόχειρο σημείωμα. Ανορθόγραφο – τα ελληνικά είναι γιΆ αυτήν ξένη γλώσσα. «Η κοινωνία χρειάζεται σήμερα σκέψη και διάλογο, η τέχνη πρέπει να εκφράζεται ελεύθερα», έγραφε.
Η γυναίκα που είχε υποστεί τη βία και τις προκαταλήψεις της κοινωνικής μας ζωής, απροκατάληπτα, υπέδειξε τη λέξη που αγνοούσαν, ίσως και να περιφρονούσαν οι καταληψίες-στο-όνομα-της-επανάστασης και ξεχνούσαν οι περισσότεροι. Ελευθερία. Το φάντασμα της ελευθερίας απέκτησε ξανά υπόσταση – και την πιο έγκυρη υποστήριξη.

Το Ελληνικό Φεστιβάλ υποδέχεται και φέτος το κοινό του. Ορμητικά, ζωηρά, προσπαθεί να δώσει το έναυσμα για σκέψη και διάλογο, παραμένοντας μια νησίδα δημιουργίας και ελευθερίας. Καλό καλοκαίρι.

Ηλίας Κανέλλης
(http://efmag.blogspot.com/2009/05/editorial.html)








Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο θέλουμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τις πρόσφατες απόπειρες να φιμωθεί η αντίθετη άποψη.
Πριν από λίγες μέρες συγγραφείς, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσιοι λειτουργοί έπεσαν θύματα βομβιστικών επιθέσεων, επειδή ο λόγος ή οι απόψεις τους δεν ήταν αρεστά σε κάποιους.
Την ίδια στιγμή, ομιλητές σε ανοιχτή συζήτηση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο δέχθηκαν βίαιη και συντονισμένη επίθεση με σκοπό να αποτραπεί ο δημόσιος λόγος τους μέσα σε ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ενώ, μόλις χθες, πανεπιστημιακός ξυλοκοπήθηκε άγρια μέσα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, όπου είχε κληθεί να μιλήσει.
Απέναντι σε αυτή την πρωτόγνωρη για τα μεταπολιτευτικά χρόνια έξαρση βίας και τρομοκρατίας δεν μπορεί κανείς να μένει αδιάφορος. Καλούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, τους ακαδημαϊκούς δασκάλους, τους λειτουργούς του Τύπου, αλλά και κάθε πολίτη που σέβεται και υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου και των ιδεών, να εκφράσουν την αντίθεσή τους.


(με αλφαβητική σειρά)
Χρήστος Αστερίου, Θανάσης Βαλτινός, Βασίλης Βασιλικός, Αλέξης Βερούκας, Παντελής Βούλγαρης, Κώστας Γαβράς, Ρέα Γαλανάκη, Νίκος Δαββέτας, Πόπη Διαμαντάκου, Λένα Διβάνη, Απόστολος Δοξιάδης, Μάρω Δούκα, Aλκη Ζέη, Νίκος Θέμελης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Αθηνά Κακούρη, Τάκης Καμπύλης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Κώστας Κατσουλάρης, Δήμητρα Κολλιάκου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Κορδομενίδης, Μένης Κουμανταρέας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κάτια Λεμπέση, Ηλίας Μαγκλίνης, Πέτρος Μάρκαρης, Τάσος Μπουλμέτης, Δημήτρης Νόλλας, Γιώργος Ξενάριος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αλέξης Πανσέληνος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Ελένη Παπάζογλου, Νικηφόρος Παπανδρέου, Βασίλης Πεσματζόγλου, Aννα Πατάκη, Νίκος Περάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Δημήτρης Ρηγόπουλος, Όλγα Σελλά, Σάκης Σερέφας, Γιάννης Σμαραγδής, Χρύσα Σπυροπούλου, Εύα Στεφανή, Ντίνος Σιώτης, Κατερίνα Σχινά, Δημήτρης Σωτάκης, Πέτρος Τατσόπουλος, Δημήτρης Τζιόβας, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Λίζυ Τσιριμώκου, Φίλιππος Τσίτος, Μισέλ Φάις, Δημήτρης Φιλιππίδης, Θανάσης Χειμωνάς, Περικλής Χούρσογλου, Ανταίος Χρυσοστομίδης


Κόκορας στη Γάζα

Το Ισραήλ εκμεταλλευόμενο τη μεσοβασιλεία στις ΗΠΑ, τις κρίσιμες επικείμενες εκλογές του και τον διασπασμένο αραβικό κόσμο προετοίμαζε μεθοδικά, μήνες νωρίτερα―πριν την παραβίαση της εκεχειρίας από την Χαμάς―τη  στρατιωτική εισβολή στη Γάζα.  Το Τελ Αβίβ  θέλωντας να προκαταλάβει τα αδιευκρίνιστα φιλοισραηλινά φρονήματα (διάβαζε μιλιταριστικά) του νέου προέδρου Ομπάμα (ακόμα και με την Χίλαρυ Κλίντον και τον Ραμ Εμάνουελ στο πλευρό του) επεδίωξε να δημιουργήσει ένα νέο τετελεσμένο στην περιοχή.
         Από την άλλη πλευρά, η νωθρότητα του Ιρανολιβανικού άξονα (οι ρουκέτες που έπεσαν στο Βόρειο Ισραήλ από την Χεζμπολάχ ήταν για τα μάτια του κόσμου) αποτυπώνουν μια σαφή μετατόπιση της Τεχεράνης. ΣΆ αυτή τη μετατόπιση συνηγόρησαν αφενός η μετά Μπους εποχή στην Ουάσιγκτον και αφετέρου η επικείμενη μετά Αχμαντινεζάντ εποχή στην Τεχεράνη. Ίσως τώρα οι διαπραγματεύσεις―φανερές ή κρυφές―δεν αποτελούν πλέον μια αδιανόητη συνθήκη μεταξύ των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών.  Μάλλον γιΆ αυτό και η Χαμάς―εγκαταλλειμένη στη σκακιέρα του αίματος―προσανατολίζεται, αν δεν αποχωριστεί τη θεόσταλτη βία της, προς το ακραίο Σουνιτικό Ισλάμ (όρα τελευταία ανακοίνωση της Αλ Κάιντα).
        Κάποιοι ήδη μιλούν για μια νέα γεωστρατιωτική ισορροπία, όπου η Τουρκία προετοιμάζεται να αναλάβει ενεργό ρόλο στην περιοχή  (την ίδια στιγμή που το δικό μας ΥΠΕΞ χαράσει πολιτική ευχολογίων και καταδικών).
        Αλλο όμως τα γεγονότα και οι αποκωδικοποίησεις τους, κι άλλο οι θηριώδεις ευθύνες του Ισραήλ που, για μιά φορά ακόμα, φέρεται σαν φοβικός Γολιάθ (επαληθεύοντας-φευ-ότι το θύμα του χθες αντιδρά σαν θύτης σήμερα). Αναρρωτιέμαι, υπάρχει πολιτικά σκεπτόμενος που να πιστεύει ότι η τρομοκρατία ξεριζώνεται με αδιαφοροποίητη βία; Με καταπάτηση των διεθνών κανόνων δικαίου; Με ηθική απομόνωση και  άρνηση ουσιαστικών παραχωρήσεων;  
        Δυστυχώς, πλην μικρών διαλειμμάτων (Συνθήκες του Καμπ Ντέιβιντ, 1978 και Συμφωνία του Όσλο, 1993), το Ισραήλ δείχνει, εν τοις πράγμασι, ότι προτιμά ως συνομιλητή ή γείτονα όχι τον μετριοπαθή αλλά τον φονταμενταλιστή Παλαιστίνιο. Εξού και ο Γιασέρ Αραφάτ μπροστά στον Χάλεντ Μεσάαλ θυμίζει ανέκδοτο. Όπως, συμμετρικά, και η πρόσφατη επιχείρηση «Συμπαγές μολύβι», το μόνο που τελικώς θα αποφέρει στην ισραηλινή ηγεσία―αν δεν σταματήσει η σκυταλοδρομία της βίας στην περιοχή―,είναι μια νέα, «συμπαγή» Χαμάς, πολιτικά εσχατολογικότερη της προηγούμενης.
          Ο επιζών του Ολοκαυτώματος Πρίμο Λέβι, που μίλησε για την εμπειρία του με τον ηθικό τρόπο ενός βιολόγου, υπογράμμισε: «Δεν γνώρισα τέρατα, γνώρισα εκτελεστικά όργανα». Τέρατα λοιπόν δεν υπάρχουν ούτε στο Ισραήλ, ούτε στην Παλαιστίνη. Υπάρχουν όμως εκτελεστικά όργανα, μΆ άλλα λόγια πειθήνιοι πολίτες και ανώριμες,  υποκινούμενες ή κυνικές ηγεσίες. Ας συμπαρασταθούμε λοιπόν στο δράμα ενός λαού, χωρίς όμως δαιμονοποιήσεις και εξαλλοσύνες  (ας ηρεμήσουν λοιπόν οι ημεδαποί φανατικοί―όλου του πολιτικού φάσματος―οι οποίοι στα εθνικά μας θέματα δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, ενώ στο Μεσανατολικό εκσφεντονίζουν φραστικές Κατιούσα).
          Κατανοώ την απόφαση των Εβραίων της διασποράς να έχουν κουραστεί, ξανά και ξανά, να «απολογούνται» για ότι συμβαίνει στην περιοχή.  Όμως, τις τελευταίες βδομάδες στη Γάζα, το κουβάρι του αίματος τυλίχθηκε και ξετυλίχθηκε, με την ομόθυμη αμηχανία ή απάθεια της διεθνούς κοινότητας (των «αδερφών» Αράβων μη εξαιρουμένων), σε σημείο που να προκάλεσε την μήνι και Ισραηλινών πολιτών· ολιγάριθμων είναι αλήθεια, αλλά αποφασιστικών και ανήμπορων Ισραηλινών που ζητούν πλέον από τη διεθνή κοινότητα να φρενάρει την αδιέξοδη βία που ασκείται στους αμάχους της Γάζας και να θέσει, επιτέλους, όρια στην καταστροφική (αυτοκαταστροφική για τους ίδιους) εξωτερική πολιτική της πατρίδας τους. Κι αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος νηφάλιας παρουσίας σε στιγμές πολιτικής παραφροσύνης:  μια ζεστή χειραψία πρωτίστως στους δοκιμαζόμενους Παλαιστίνιους (και στην πολλαπλώς ακυρωμένη, εντός κι εκτός Παλαιστίνης, εγκρατή γραμμή Αμπάς) και δευτερευόντως στους εναπομείναντες σώφρωνες Ισραηλινούς (ένας στους δέκα αντιτίθεται στα τεκταινόμενα και στις αδιέξοδες επιλογές των κυβερνήσεων τους) οι οποίοι, από κοινού, προσβλέπουν σε συμβίωση και συνύπαρξη. 
        Σε μια από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, στα σύνορα Ισραήλ-Γάζας, από το ηχητικό φόντο του παρουσιαστή ακούστηκε κόκορας. Όντως, δεν παράκουσα. Μέσα στον ορυμαγδό των βομβαρδισμών και της τηλεοπτικής δίψας για αίμα και πόνο, λάλησε πετεινάρι. Αραγε ξημερώνουν καλύτερες μέρες για την λαβωμένη αυτή περιοχή; Ή,μήπως, αντίθετα στην ευαγγελική ρήση («πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις τρις απαρνήση με»), το μεταμοντέρνα αρχέγονο πρόσωπο της Βίας δεν προδίδει ποτέ την εικόνα του; 


Ελευθεροτυπία, 21.1.09




Βάρκιζα τέλος*

Κάποτε κι ο χαβαλές δαγκώνει. Κάποτε το βούλιαγμα της χώρας στην επιθεωρησιακή πλευρά της πολιτικής, της δημοσιογραφίας και της τέχνης σκοτεινιάζει. Κάποτε ο κούφιος συγκρουσιακός λυρισμός «εξοστρακίζεται» στην πραγματικότητα. Δεν λέω, χαριτωμένο να διακόπτονται θεατρικές παραστάσεις (φευ, με την ενθάρρυνση των ίδιων των λειτουργών της, λες και η τέχνη έχει πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα, λες και η τέχνη είναι κορδέλα περιτυλίγματος της επικαιρότητας) ή να στολίζεται με σκουπίδια το χριστουγεννιάτικο δέντρο (συμβατική απομυθοποίηση ενός συμβατικoύ εθίμου),  αλλά τι συμβαίνει όταν τα καλάσνικοφ και οι επιθετικές χειρομβοβίδες διακόπτουν τη βραδινή σιγαλιά στα «εξεγερμένα» Εξάρχεια;
        Είναι αλήθεια ότι ο νεοελληνικός διονυσιασμός χρόνια τώρα μας εκπλήσει με το απόθεμα βίας που κρύβει η κοινωνία μας· θυμίζοντάς μας το ριζικό μιας ανώριμης, ανοργάνωτης, απαίδευτης συλλογικότητας που ακόμη και σήμερα βιώνει σαν λέρα τον άνωθεν εξευρωπαϊσμό της και φλερτάρει με τον κάτωθεν αλυτρωτισμό του πρώην οθωμανικού κρατιδίου.
       Τα Δεκεμβριανά 2008 (ως φάρσα των Δεκεμβριανών του ΅44) τελικώς τα κατάφεραν: στο έμπα του 2009, το αίμα του αθώου Αλέξη (τελικως: μόνον οι οικείοι του σεβάστηκαν τη μνήμη του) να ισοφαριστεί με τον βαρύ τραυματισμό του αθώου Διαμαντή (μόλις έξι χρόνια μεγαλύτερος από τον δεκαπενταετή μαθητή).
       Το ΚΚΕ, λίγο πριν την πλήρη αποκατάσταση του Πατερούλη στον Περισσό, κατά την πάγια συνωμοσιολογική τακτική του  (τα ίδια δεν υποστήριζε και για την 17Ν;) αποδίδει τη δολοφονική επίθεση στους αστυνομικούς, στα ξένα και ντόπια κέντρα αποσταθεροποίησης της χώρας· στην αειθαλή προβοκάτσια που, ως γνωστόν, χρόνια τώρα εμποδίζει το λαϊκό κίνημα να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
        Ο συμπαθής και μετριοπαθής κ. Κουβέλης μίλησε για «ιδεολογική ακύρωση» αυτών που πυροβόλησαν τον αστυνομικό, την ίδια στιγμή που η «επαναστατική» ζώνη των Εξαρχείων βρίθει από αφίσες που διατυμπανίζουν «Αφοπλίστε τους δολοφόνους» και υπογράφονται από συνιστώσα  (ποιά άραγε;)  του ΣΥΡΙΖΑ.
        Το ΠΑΣΟΚ με λάιτ στρατηγική, γενικά ευχολόγια και με σαφή άρνηση να αναμειχθεί στο δημόσιο κακό (λες και η πολιτική κατάπτωση δεν φόρτσαρε επί παπανδρεικών ημερών), συνεχώς νίπτει τα χέρια του στην προσπάθεια του να καρπωθεί την κυβερνητική δυσφορία των πολιτών.
        Η κυβέρνηση ευτυχώς που μας εμψύχωσε (τώρα νιώσαμε πιο βέβαιοι για τη δημοκρατία μας) κι έδειξε τα δόντια της στους τρομοκράτες (όντως χέστηκαν πάνω τους) μέσω του πλέον αποτυχημένου υπουργού της, του πρώην παραιτηθέντος κ. Παυλόπουλου.
      Επιτέλους! Ας δικαστεί παραδειγματικά ο αστυνομικός που δολοφόνησε τον Γρηγορόπουλο, ας συλληφθούν κι ας δικαστούν, εξίσου παραδειγματικά, αυτοί που τραυμάτισαν βαρύτατα τον Μαντζούνη. Πάνω απΆ  όλα όμως, ας σιγήσουν αμφοτέρεθεν αυτοί που συγκαλύπτουν την αστυνομική αυθαιρεσία κι εκείνοι που υποδαυλίζουν ή ανέχονται τον παραβατικό μηδενισμό των κουκουλοφόρων, των καταληψιών, των μπαχαλάκηδων, των σπαστών κτλ.
     Ας συναισθανθούμε όλοι, μεσήλικες (ενοχικοί και απενοχοποιημένοι από μεταπολιτευτικά σύνδρομα), νέοι (κι αυτοί που διαδήλωσαν, κι αυτοί που βγήκαν εκτός εαυτού, κι αυτοί που κουράστηκαν, αντί για παιδεία, να χάφτουν απραγματοποίητες μεταρρυθμίσεις ή ετοιμοπαράδοτες εξεγερσιακές παπαρδέλες), κυρίως όμως το σιωπηλό πλήθος, ότι ο δημόσιος χώρος, ο κοινός βίος, οι θεσμοί, είναι αδιαπραγμάτευτα αγαθά, πέραν των κομμάτων, των ιδεολογικών συρμών και της κρίσιμης επικαιρότητας―είναι κάτι βαθύ, σάρκα εκ της σαρκός μας, κάτι συλλογικά προσωπικό, εξού και εύθραυστο και αφανέρωτο.


 
* σύνθημα στα Εξάρχεια.


Ελευθεροτυπία, 7.1.09



Ο ρόλος του εχθρού




Υπάρχει σκεπτόμενος άνθρωπος που να πιστεύει ότι, στα «Δεκεμβριανά 2008», το δεσπόζον ήταν οι κουκουλοφόροι; Το ζήτημα των κουκουλοφόρων βαυκαλιζόμαστε να το παρουσιάζουμε ως γόρδειο δεσμό. Είναι άνθρωποι με παραβατική συμπεριφορά που καλύπτονται πίσω από τη μάσκα της εξέγερσης, όπως ισχυρίζεται ΚΚΕ και ΛΑΟΣ;  Είναι ασφαλίτες σε διατεταγμένη υπηρεσία, όπως κατά καιρούς εκφράζει το ΠΑΣΟΚ; Ή, απλώς, είναι νέοι που εκφράζουν ακραία το προσωπικό τους ψυχόδραμα;
          Όταν αποφασίσουμε ότι η δαιμονοποίηση του τίποτα (γιατί αυτό εκφράζουν πολιτικά οι κουκουλοφόροι των Εξαρχείων) και η γκετεποίηση της «αναρχίας» (αντίστοιχα: όπως το Κολωνάκι είναι η γκετοποίηση του life-style) βολεύει κάποιους πολιτικούς σχεδιασμούς, ξένους με τη λύση του προβλήματος, τότε ίσως και να το λύσουμε.
           Αντε και το λύσαμε, θα σταματήσει να υπάρχει μερίδα της νεολαίας που ασχεδίαστα―οι σπινθήρες πάντα θα υπάρχουν―θα βγαίνει στους δρόμους για να σπάσει και να κάψει; Προσωπικά αμφιβάλω. Όπως, συμμετρικά, αμφιβάλλω ότι στην Αστυνομία θα εξαφανιστούν οι Ράμπο (που απαξιώνουν τη ζωή, την αξιοπρέπεια, την ιδιοκτησία των πολιτών ή των μεταναστών) αν η Πολιτεία δεν αντιμετωπίσει το ζήτημα της τάξης πολιτικά και όχι κομματικά.
         Το γεγονός ότι το τελευταίο τετραήμερο τα κουκουλοφόρα Εξάρχεια εξαπλώθηκαν ανά την επικράτεια αποτυπώνει απλώς το φαινόμενο της «μολυσματικής» βίας; Μήπως εκφράζει αμηχανία (και κατά βάθος φόβο) να δεχτούμε ότι η νεολαία μας και έσπασε και  λεηλάτησε;
        Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες που συγκλίνουν σΆ αυτή την εκτίμηση. Φοιτητές και μαθητές πλάι πλάι με κλεφτρόνια, μετανάστες και γνωστούς-αγνώστους συμμετείχαν σε βανδαλισμούς.
        Όχι δεν μιλώ από την πλευρά του τρομοκρατημένου θεατή. Μιλώ από την πλευρά του αποκαρδιωμένου πολίτη και του μεγάλου που νιώθει να τον ξεπερνούν τα γεγονότα. Μιλώ από την πλευρά εκείνου που βλέπει ότι ο ένας στους πέντε Έλληνες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (δεύτερο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην Ευρώπη των 27)· ότι η στενή κοινωνία της αφθονίας ωθεί την πλατειά κοινωνία της στέρησης στην εκμηδένιση· ότι η διαφθορά και ατιμωρησία του πολιτικού κόσμου έχουν πλέον χτυπήσει κόκκινο· ότι στον εκπαιδευτικό χώρο επικρατεί σύγχιση ιδεών, ιδεοληψιών και συμφερόντων· ότι η Αριστερά τσακώνεται για το αντιεξουσιαστικό κομμάτι της νεολαίας με κριτήρια καθαρά ψηφοθηρικά, που απλώς μεταμφιέζονται σε πολιτικά.
          Όλα αυτά τα ψυχανεμίζονται τα παιδιά―σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Διαισθητικά, ψηλαφητά, αλλά με οργή. Όπως όταν ο χρόνος, που δεν τους προσφέρουμε, η απουσία μας, υποκαθίσταται με  μικροδωράκια και υπεκφυγές. Εξού και ασφυκτιούν και αντιδρούν τυφλά, χαοτικά, ακραία. ΓιΆ αυτό έχουν την ανάγκη να λιντσάρουν τον κόσμο των μεγάλων, τον κόσμο μας. Να εξαφανίσουν το σύμπαν των διαμορφωτών του πλούτου, της πληροφορίας, του γούστου, περίπου όπως σκοτώνουν στο video game τον αντίπαλο· να καταστρέψουν αυτά που έχουν ή δεν έχουν οι γονείς τους, λες και διασχίζουν πίστες ενός βίαιου παιχνιδιού όπου το τέρμα του σημαίνει: «Επιτέλους, αφήστε μας ήσυχους, αφήστε μας να ζήσουμε αμέριμνα».
          Κι έπειτα ζητάμε από τα παιδιά όρια. Με τι μούτρα; Ζητάμε από τα παιδιά εγκράτεια, ελπίδα, συνεννόηση―λέξεις και νοήματα αποσυρμένα από την καθημερινότητά μας.
           Βέβαια, όποιος σήμερα τοποθετείται με μετριοπάθεια και αντιδραματικότητα στα κρίσιμα τεκταινόμενα θεωρείται ανεπίκαιρος. Όποιος, σήμερα, δεν χαϊδεύει την αγελοποίηση των νέων, άλλοτε στο όνομα της «καριέρας» κι άλλοτε στο όνομα της «ανατροπής», υπολογίζεται παρωχημένος. Κι αντίθετα όποιος τους προτείνει αυτοκριτική, δημιουργικά εμπόδια, συνεχή προσπάθεια, αυθορμησία εκ των έσω, υψηλή περιέργεια θεωρείται σχεδόν εχθρός τους. Επιλέγουμε τον ρόλο του εχθρού. 



Ελευθεροτυπία, 13.12.08




Στρίβoντας το νόμισμα



Η μια όψη του νομίσματος. Ένας ειδικός φρουρός πιάνει τα γεννητικά του όργανα και πυροβολεί έναν δεκαπεντάχρονο στην πλατεία Εξαρχείων. Κουλτούρα αστυνομοκρατίας της δεκαετίας του ΄60;  Ασύνταχτη πολιτεία;  Ελλειπής εκπαίδευση; Περιρρέουσα ατιμωρησία;
        Η άλλη όψη του νομίσματος. Με αφορφή τον αδιανόητο χαμό του εφήβου, οι μόνοτονα ασύλληπτοι κουκουλοφόροι, ακυρώνουν το πολιτικό νόημα της διαδήλωσης που επέφερε η κατασταλτική βία και απαντούν με ολονύχτιο τυφλό  βανδαλισμό και πλιάτσικο στην πρωτεύουσα κι άλλες πόλεις της χώρας. Πολιτική οργή; Ετοιμοπαράδοτη ηρωοποίηση για προσωπική εκτόνωση; Ψηφίδα στο γενικότερο μπάχαλο;
         Καμία όψη του νομίσματος. Οι εργαζόμενοι (για πόσο;) των καμμένων καταστημάτων ή εταιρειών, αλλά και οι ιδιοκτήτες τους έχουν δικαίωμα στην απελπισία ―όπως οι άλλοι στην οργή― ή, μήπως, θα φανούν μεμψίμοιροι στην συγκρουσιακή ρητορεία ορισμένων κύκλων;  Οι κάτοικοι των Εξαρχείων, που απεχθάνονται εξίσου την βία των ένστολων και των αντιεξουσιαστών, ως πότε θα είναι όμηροι μιας σχεδόν στημένης βεντέτας;
          Το νόμισμα στέκεται όρθιο. Δεν ξέρω τι μΆ ενοχλεί περισσότερο. Η σικέ παραίτηση του κ. Παυλόπουλου ή ο επαναστατικός οίστρος του κ. Αλαβάνου να συγκρίνει τον Γρηγορόπουλο με τον Πέτρουλα και τον Κομνηνό; Τα έξαλλα ή δακρύβρεχτα λογίδρια κάποιων δημοσιογράφων ή τα λεκτικά πυροτεχνήματα διανοούμενων και καλλιτεχνών που αβασάνιστα και εκ του ασφαλούς αλιεύουν νεανικό ή ασπόνδυλο ακροατήριο;       
         Το νόμισμα δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Η απόσταση ανάμεσα στο «να καούν όλα» και στο «να τους γαμήσουν οι μπάτσοι» είναι ανεπαίσθητη. Η αποθέωση της βίας (ως αρνητική ιερότητα) μαγνητίζει ολόενα και περισσότερους. Κι αυτούς που θεωρούν εαυτούς νομοταγείς νοικοκυραίους και, φτύνοντας στον κόρφο τους, χαζεύουν τρομολαγνικά την τηλεοπτική βία, κι αυτούς που φαντασιώνονται καταλήψεις Χειμερινών Ανακτόρων και βγαίνουν στους δρόμους με σκοπό να καταλύσουν το σύμπαν, αλλά κι αυτούς που νιώθουν και ενεργούν ως νόμιμοι Ράμπο. Πάνω απΆ όλα όμως, η κοινωνική βία, η αγελοποίηση του πολιτικού βίου καλύπτει την ανεπάρκεια των πολιτικών μας· των νοοτροπιών και των στρατηγικών των δύο κομμάτων εξουσίας, τα οποία χειρίζονται ανεύθυνα, στο όνομα μιας ανεξέλεγκτης πολιτικής αντιπαράθεσης, το συλλογικό απόθεμα φόβου, αδιαφορίας ή επιθετικότητας.
           Το χαμένο νόμισμα. Το ζήτημα, βέβαια, είναι τι κάνουμε εμείς. Όλοι εμείς που αρνούμαστε να δεχτούμε ότι, εντέλει, ζούμε σε μια εχθρική χώρα. Όλοι εμείς που δυσφορούμε από την απουσία της πολιτικής, του δημόσιου χώρου, των συνομολογημένων ορίων. Όλοι εμείς που, χρόνια τώρα, βλέπουμε τον ίδιο ομαδικό, αξύπνητο εφιάλτη.

Ελευθεροτυπία, 9.12.08






Η «τέχνη» του ξεσαλωμένου θεατή




Ο θεατής είναι ον αχάριστο―αυτό είναι κοινό και παλαιότατο μυστικό―κι ο απελέκητος κι ο απαιτητικός. Ο θεατής κωφεύει στον μόχθο μιας παράστασης. Ο θεατής βοά περί αποτελέσματος. Πλέρωσε και αξιώνει να κολακευτεί, να απολαύσει ή να μεταμορφωθεί.  
       Στην κατά Ανατόλι Βασίλιεφ Μήδεια, εν μέσω πανσελήνου και εκλείψεως, το κοινό της Επιδαύρου υποτίθεται, εκφράστηκε. Δεν χρειάζεται να πούμε τα αυτονόητα. Ότι, δηλαδή, σΆ ένα μαζικό κοινό που, εν πολλοίς, τρέφεται με τηλεοπτικό θέατρο, με άταφο ακαδημαϊσμό ή με μπαγιάτικη πρωτοπορία, μια παράσταση μακρά, με στιγμές δυνατές, αμήχανες και ημιτελείς, αλλά με ισχυρό ηθικό και αισθητικό κέντρο, έρευνα και στοχασμό, αποτελεί κόκκινο πανί, σαν αυτό που κρατούσε η Κονιόρδου στην πορφυρή αρένα του Φωτόπουλου.
      Υπήρχαν βέβαια κι αυτοί που αποχώρησαν σιωπηλά ή που σιωπηλά υπέμειναν τη βία των ολίγων. Όχι, δεν θεωρώ αποενοχοποιημένο το θεατή που κάνει εμετό τη γνώμη του (πόσω μάλλον εκείνον των επίσημων καθισμάτων) στους πλησίον του·  επουδένι χειραφετημένο αυτόν που, εν ώρα παραστάσεως, απαντάει στο κινητό του ή χασκογελάει με οτιδήποτε γαργαλάει την άγνοια του· τουναντίον, θεωρώ ότι δημιουργείται ανησυχητικό προηγούμενο ώστε ο μικροαστικός φασισμός, του δήθεν ενεργού θεατή, να εμπεδώνει ρεύμα επικοινωνίας και καλλιτεχνικής απεύθυνσης.
      Αξιοσημείωτο είναι βέβαια ότι οι γιουχαιστές της Επιδαύρου, κατά κανόνα, ευδοκιμούν σε παραστάσεις ξένων σκηνοθετών. Στις πάμπολες άθλιες, ημεδαπές παραστάσεις (κλασικότροπες, μοντέρνες, μεταμοντέρνες) όλοι αυτοί οι θορυβώδεις τύποι πίνουν το αμίλητο νερό. Κι αυτό διότι υπερισχύει η νεοελληνική συννενοχή: δικά μας είναι (θέατρα, κείμενα, δάση κτλ) τους βάζουμε φωτιά και τα καίμε, οι βάρβαροι δεν θα απλώσουν το ξερό τους. Φυσικά, σΆ αυτό συνηγορεί και η φανερή ή υπόγεια πριμοδότηση από συγκεκριμένους θεατρικούς ταγούς που με χρόνια κατήχηση και συστηματική τρομοκρατία διαμορφώνουν το τρέχον πτωχοαλαζονικό γούστο.
       Κι αυτό το επισημαίνω διότι η ιερή αγανάκτηση και στις δυο παραστάσεις του Δεκαπενταύγουστου κορυφώθηκε όταν η αγγελική ρήση ακούστηκε, εκτός από τα ελληνικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά. Βέβαια κάποιος, δολιότερος θα μπορούσε ίσως να υποστηρίξει ότι σΆ αυτό το σημείο τομής του έργου, η γλωσσική βαβέλ της πτώσης του βασιλείου της Κορίνθου μετακινήθηκε απλώς από τη σκηνή στους θεατές―άραγε, παιγνιώδης πολιτική του μυστικοπαθούς Ρώσου;

Ελευθεροτυπία (20.8.08, http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=37660184)




Ιερή δασική περιουσία


Μήπως η Εκκλησία της Ελλάδος, για μια φορά ακόμα, κατεβαίνει στο εκλογικό παζάρι; Ο κ. Χριστόδουλος φεύγοντας πριν είκοσι μέρες, κυριολεκτικά με την ψυχή στο στόμα, για το Μαϊάμι δεν παρέλειψε να μας εκμυστηρευτεί πως εκτός από τις προσευχές όλων μας που  θα πάρει μαζί του, πάνω απΆ όλα, «πάνω από το κοινό μέτρο, κουβαλά το προσωπικό φυλαχτό που του έδωσε ο κ. Καραμανλής». Από τις ΗΠΑ, εν αναμονή μεταμόσχευσης ήπατος, επικρότησε γλαφυρά, μέσα από ένα εθνοφοβικό-παραφυσικό διάγγελμα, τα αναπόδεικτα «ασύμμετρα» σενάρια της κυβερνητικής παράταξης. Το μόνο που απομένει στον Αρχιεπίσκοπο πλέον είναι δώσει εντολή στους ιερείς να μοιράζουν ψηφοδέλτια των υποψηφίων της Ν.Δ. έξω από τις εκκλησίες. Αλλά, είπαμε, η μικροπολιτική δεν σαρώνει μόνο τη Βουλή, τα κανάλια και τα καφενεία, σαρώνει και τις μητροπόλεις και τον πνευματικό βίο των θρησκευτικών ταγών.  
       Κι ας συνωστίζονταν πριν λίγους μήνες οι πάντες έξω από το "Αρεταίειο" (μόνο το άθρησκο ΚΚΕ δεν εκπροσωπήθηκε, αλλά αυτό δεν ανησυχεί γιατί έχει στις τάξεις του τη μαχητική κ. Κανέλλη που ασπάζεται την δεξιά του Προκαθήμενου),  αποζητώντας μερίδιο από την κοσμική εύνοια του κ. Παρασκευαϊδη και ψήφους από το χειραγωγούμενο ποίμνιο.
      Παρεμπιπτόντως πόσα από τα 500.000 αποτεφρωμένα στρέμματα (500.000 ευρώ έδωσε και η Ελλαδική Εκκλησία για τους πυροπαθείς―τα υπόλοιπα: ας είναι καλά το παγκάρι των ευσεβών) του φετινού θέρους ανήκουν στη δικαιοδοσία της αφορολόγητης και εκ καταπατήσεως ιερής δασικής περιουσίας;

Ελευθεροτυπία, 6.9.07


Σαν βουδιστής μοναχός

Ο Σεφερλής στη Βουλή; Γιατί όχι. Έχουμε και λέμε:  Κατερίνα Λάσπα (ΝΔ), Γιώργος Λιάγκας (ΠΑΣΟΚ), Έφη Σαρή (ΛΑΟΣ), Γιώργος Γερολυμάτος (Δημοκρατική Αναγέννηση) και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν λειτούργησε η πυρασφάλεια στην αρχαία Ολυμπία; Γιατί οι δήμοι δεν είχαν γκρέιντερ; Γιατί δημοσιογράφοι και ρεπόρτερ τις πορφυρές μέρες μιλούσαν σαν αγκιτάτορες  σε λατινοαμερικάνικη σαπουνόπερα; Γιατί συλλαμβάνονται ως εμπρηστές Ιρακινοί, Αλβανοί, Αθίγγανοι ή ανήλικα; Γιατί τελικά θα πάρουν αποζημιώσεις μέχρι κι αυτοί που έχουν κάψει τα δάχτυλά τους από τσιγάρο;
        Ψύλλους στ΄ άχυρα (στΆ αποκαϊδια μάλλον) ζητάμε. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε το δάσος αυτοπυρπολήθηκε. Η πανίδα και η χλωρίδα της Δυτικής Πελοποννήσου μπροστά στην ασύμμετρη ανάπτυξη, στα παρατεταμένα και διαπλεκόμενα ψεύδη των κομμάτων εξουσίας, στις αυτάρεσκες ρητορείες και εξαγγελίες των κομμάτων της Αριστεράς, μπροστά στην παθητική συντριβή όλων μας,  κάηκε σαν βουδιστής μοναχός.
        Το δάσος δεν το κάψαμε, κάηκε αφΆ εαυτού. Προτίμησε να ρίξει στην ακόρεστη μανία της πυράς τα ζωντανά του και να μετατρέψει τη θαλερή γη σε φρυγανισμένη. Όπως και το φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχές, θα «ψηφίσει» πλημμύρες για να πνίξει τα εκβιασμένα και ανεπαρκή μέτρα αποκατάστασης αλλά και για να σκεπάσει την αιδώ του εξαιτίας της αδιανόητης μετατροπής των πυροπαθών σε ανερμάτιστους ψηφοφόρους. Το δάσος έχει βούληση, μνήμη και αποφασιστικότητα, εξού και δεν τιμωρεί εμάς, πρωτίστως τιμωρεί τον εαυτό του που μας εμπιστεύτηκε και μας δέχτηκε στην αρχέγονη αγκαλιά του.

 Ελευθεροτυπία, 3.9.07








Έσω λαίλαπα 

Κοιτώντας τον τεφρορόδινο ουρανό της Αθήνας και εισπνέοντας την επίμονη στάχτη στον αέρα σκεφτόμουν ότι η προεκλογική φούρια των κομμάτων δεν σταμάτησε (όπως όλοι διατυμπανίζουν), απλώς μασκαρεύτηκε σε εκ των υστέρων αλληλεγγύη μπροστά στους 60 (<+) νεκρούς και στην εμφυλιοπολεμική εικόνα της Πελοποννήσου. Θέλω να πω ότι αυτές τις μέρες το μοναδικό και επιτακτικό πλέον διακύβευμα στα τηλεοπτικά παράθυρα είναι η μετατροπή ή όχι της πολιτικής και εξατομικευμένης ευθύνης σε εθνική τραγωδία ή τρομοκρατικό δάκτυλο―αυτό είναι το στοίχημα των κομματικών επιτελείων.
         Το απωθητικότερο βέβαια, σΆ αυτό το λαθραίο πολιτικό παιχνίδι, είναι η βία των ηλιοκαμένων πολιτικών αρχηγών και των περί αυτών να βρεθούν κοντά στις απανθρακωμένες περιοχές, περιφέροντας τις φαιδρά περίλυπες μούρες τους και σκορπίζοντας αφερέγγυα οργή ή συγνώμη.
          Ειδικότερα για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι το λιγότερο κιτς να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους (ο καθένας για τα κουκιά του) όταν αμφότεροι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη θεσμική γύμνια του περιβαλλοντολογικού μας πλούτου και την παντελή απουσία στρατηγικής πυροπροστασίας. Όσο για την προκαταβολική συνωμοσιολογία ΚΚΕ και ΛΑΟΣ (Παπαρήγα και Καρατζαφέρης σε ρόλους ψυχροπολεμικής ετοιμότητας) ή τα λυρικά ευχολόγια του ΣΥΡΙΖΑ κατανοεί κανείς βαθύτερα το «σύνδρομο» της ισόβιας αντιπολίτευσης.
          Αλλά και οι τοπικές κοινωνίες, η τοπική αυτοδιοίκηση  και οι απλοί πολίτες δεν είναι αμέτοχοι σΆ αυτό που συνέβη. Οι σεσημασμένοι οικοπεδοφάγοι ναι, οι πυρομανείς βεβαιότατα. Αλλά και οι εκατοντάδες συνεταιρισμοί που έχτιζαν και χτίζουν σε πρώην καμένα δάση; Ο μικρομεσαίος που ιώβεια περιμένει (γιατί πάντα υπάρχει αυτός ο δαιμόνιος γείτονας που έχει βρει την άκρη του) να νομιμοποιηθεί το αυθαίρετό του; Γενικά η καταπάτηση και η κακοποίηση του δικού μας δάσους, της δικής μας παραλίας, λες και πρόκειται για ξένο ή εχθρικό έδαφος.
        Η απαξίωση του αυθεντικού εμείς, η χρόνια μετάθεση ευθυνών, η εκμηδένιση του δημόσιου συμφέροντος, η αποθέωση μιας συλλογικής ιδιοτέλειας, όλα αυτά συνθέτουν την πιο ανθεκτική και καταστροφική μορφή πύρινης λαίλαπας―και φυσικά αυτήν, την έσω λαίλαπα, δεν τη σβήνει η ικανότερη Πυροσβεστική στον κόσμο, δεν την ανακουφίζει η μεγαλύτερη δυνατή αποζημίωση.


Ελευθεροτυπία, 27.8.07









Κτλ.

Γλυκό ή αλμυρό; Μελαχρινές ή ξανθές; Παναθηναικός ή Ολυμπιακός;  ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ; Ορθοδοξία ή Θάνατος; Βουνό ή θάλασσα; Δωρεάν βία (ξυλοδαρμός του υποδιοικητή των ΜΑΤ απο αγέλη "αναρχικών") ή κρατικοδίαιτη (το πυξ λαξ μεταξύ μεταναστών υπο τις νουθεσίες του αρχιμπάτσου της Ομόνοιας);


Όλια κι όλα

Η Λαζαρίδου γνωρίζει, από πρώτη χέρι, πως να διασταυρώνει μεγάλες αφηγήσεις με λησμονημένες στιγμές της. Στον απόηχο της σκηνικής έκθεσης η Όλια  μας αγγίζει  με παραμύθια,  όνειρα, σκέψεις της. "Ολια κι όλα" (olialaz.blogspot.com) είναι ένας χώρος όπου καταφεύγουμε για να απαλύνουμε την ωμή πραγματικότητα λέξεων, σωμάτων, αναμνήσεων.

 
  







Παιδεία,  αυτή η μονόποδη άστεγη

Από τη μια: οι τελευταίοι σπασμοί του θέρους, οι τελευταίοι καλοκαιρινοί διαβάτες, από την άλλη: η παρατεταμένη συνθηματολογία μιας κρίσης γενικότερης, σχεδόν μολυσματικής. 
      Σύμφωνοι. Αξιολόγηση και Πειθάρχηση. Από ποιόν όμως και για ποιόν; Πάντως σίγουρα όχι από τους μαθητές-φοιτητές που ηρωικά βουλιάζουν σΆ έναν αμέριμνο χαβαλέ έχοντας εξασφαλίσει, χωρίς κανένα μέσο, την ανεργία του μέλλοντός τους. Ούτε, φυσικά, από τους κουρδισμένους εκφραστές της βούλησης των εκπαιδευτικών και τους επαναστατικολυρικοφανείς δεκάρικούς τους στο γυαλί. Ούτε, τέλος, από τους φωστήρες του αρμόδιου Υπουργείου που, για άλλη μια φορά, κόβουν και ράβουν φασόν για τη νιοστή  εκπαιδευτική εξυγίανση.
     Το πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι αυτό καθ΄ αυτό πολιτικό:  κανένας δεν θέλει να ακούει κανέναν· όλοι αποζητούν την αυτοέκφραση για την αυτοέκφραση,  κανένα όριο, καμία συνομιλία, κανένα δούναι-λαβείν επί της ουσίας. Μια βαβέλ στενών συμφερόντων και συνοικιακών επιχειρημάτων στο όνομα της κατεδαφισμένης πλέον Παιδείας. 
       ΓιΆ αυτό, ίσως, ο πραγματικός δημόσιος χώρος, η πραγματική διαμαρτυρία, η πραγματική παρέμβαση βρίσκεται στη βουβή παραλυσία της μονόποδης άστεγης.  Εκεί η παραλυσία της Πολιτείας, των νέων, των συνδικαλιστών, της τηλεοπτικής ζωής μας με το που καθρεφτίζονται, σφυρίζουν αμέριμνα, αποστρέφουν το βλέμμα, το βάζουν στα πόδια.

Athens Voice, 26.11.06



Η πόλη της καρηβαρείας


Επιστρέψαμε αποκαρδιωμένοι από την χώρα του Ανθιμου-Ψωμιάδη- Παπαγιωργόπουλου-Καρατζαφέρη-Παπαθεμελή-Ζουράρη (αυτή είναι η πυραμίδα επιρροής στη πόλη της καρηβαρείας), όπου παρακολουθήσαμε και στο Θέατρο Δάσους (πιάνοντας το νήμα της Επιδαύρου) την λιτή, αυστηρή ειρωνική και συγκινητική παράσταση της Αντιγόνης από την Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή.
         Η «πολυπολιτισμική», «ερωτική», «αιρετική» Θεσσαλονίκη εκφυλίζεται σε μια πόλη ξενοφοβική, ενδογαμική, μικροαστική.
          Οι επίγονοι ή συγγενείς των Πεντζίκη, Αναγνωστάκη, Ασλάνογλου, Ζάννα, Καννελόπουλου, Μαρωνίτη, Μουλλά και Πατεράκη κλεισμένοι στα σπίτια τους, στον μικρόκοσμό τους, εξόριστοι στην ίδια την πόλη τους. Έξω κυκλοφορούν μόνο οι στραγγαλιστές της ελληνικής, τα ζόμπι της πολιτικής, οι κομπορρήμονες της ιστορίας. 
        Η κουλτούρα του φαγητού, του περίπατου, της ψυχαγωγίας, και της συναναστροφής για τους νεο-μπαγιάτιδες  έχει μεταλλαχθεί σε χώρο ξιπασιάς και αχαλίνωτου καταναλωτισμού. 
        Από τα λιγοστά καταφύγια των ευγενών και σκεπτόμενων Θεσσαλονικέων το Εντευκτήριο, του ακάματου Κορδομενίδη  (βάστα Γιώργο!).
         «Τουλάχιστον στην Αθήνα σας προστατεύει η αδιαφορία του πλήθους. Δεν φτάνει που μας έχουν χορτάσει ψέματα και υποσχέσεις, εδώ ξέρει ο ένας πότε βήχει ή κλάνει ο άλλος», μου είπε ακριβοθώρητος λόγιος της πόλης, σχολιάζοντας τη θρυλούμενη συμβιωτική εγγύτητα της πόλης χωρίς κανένα σύνδρομο συμπρωτεύουσας (διάβαζε: βυζαντινού-αθλητικού-νυχτερινού μεγαλείου).

29.8.06


Η ένοχη μασχάλη

O φραστικός ζαχαριαδισμός αρκετών "αριστερών" των ΜΜΕ έχει χτυπήσει μαύρο. Να  είσαι σκεπτικιστής, μετριοπαθής, νηφάλιος και επιεικής την σήμερον δηλώνει πολιτική ατολμία και ιδεολογική θολούρα. Κομμουνάροι του γλυκού νερού, τουλάχιστον ο Ζαχαριάδης και οι ζαχαριαδικοί τα ζαχαριαδικά χρόνια δεν ήταν τζάμπα μάγκες.
        Η ρητορική του βουρ για τα Χειμερινά ανάκτορα κατακλύζει οθόνες, ερτζιανά και τυπωμένο χαρτί, ενώ έχει συμπαρασύρει δεξιούς κι ακροδεξιούς αναλυτές ή αρθρογράφους σ' έναν ιδιότυπο αριστερίστικο εθνοπατριωτισμό με πινελιές τραμπουκισμού.
         Αφορμές ουκ ολίγες. Αδιάκριτα και αδιαφοροποίητα η χεζμπολική πολεμική  κατά του Ισραήλ καθώς και η πάγια συγκίνηση για την κατάρρευση του "σοσιαλιστή"  Φιντέλ Κάστρο, ενώ όλο και ξεφυτρωνει κάτι νέο. Λ.χ. η ένοχη μασχάλη του Γκύντερ Γκρας. Διαφημιστικό τρυκ εν όψει Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Φραγκφούρτης; Το άγγιγμα του θανάτου που λύνει τις αναστολές; Το άγος του χρόνιου μυστικού;  Η φαγούρα, κάτω από την μασχάλη, για τη στάμπα των Waffen-SS;
          Όπως και να το φωτίσεις, προσωπικά στέκομαι στην παρρησία ενός  υπερεκτιμημένου γηραλέου συγγραφέα που τόλμησε, έστω στα στερνά του, να ξεφλουδίσει το κρεμμύδι του. Αλήθεια, πόσοι δικοί μας τόλμησαν να δημοσιοποιήσουνε τα συλλογικά και τα ατομικά τους ανομήματα; Οι περισσότεροι τα παίρνουμε μαζί μας στον τάφο.
         Και μην παραφρονήσουμε κιόλας. Ένας έφηβος για να ξεφύγει απο τον οικογενειακό κλοιό κατατάσσεται στα EΣ-EΣ για δυό μήνες. Σήμερα θα γινόταν σατανιστής, χούλιγκαν ή θα κυκλοφορούσε με μπλουζάκι του Μπιν Λάντεν. Και λοιπόν;
         Ποιός τελικά κρατάει τον φοβερό πέλεκυ της ηθικής και ακρωτηριάζει τα μολυσμένα μέλη;  Οι αυθεντικοί, οι ακέραιοι, οι αθόρυβοι πάντως, όχι.
         Στο μόνο "εδώλιο" που οφείλει να κάτσει ο δημιουργός του Τενεκεδένιου ταμπούρλου είναι εκείνο της αναγνωστικής αναθεώρησης. Μ' άλλα λόγια, να ξαναδιαβάσουμε το έργο του υπό τη πρίσμα αυτής της όψιμης εξομολόγησης. Την πολιτική και ηθική συγκρότηση των ηρώων του, τον βαθμό ενοχικότητας της γραφής του, τον  καταγγελτικό τόνο των βιβλίων αλλά και των δημόσιων παρεμβάσεων του στα μεταναζιστικά χρόνια, όπου εδραιώθηκε ως σύμβολο της ανυποχώρητης γερμανικής δημοκρατικής συνείδησης.
         Εκεί, όντως, λογοδοτεί. Κάτι που, πρωτίστως, όμως αφορά τους φίλους της λογοτεχνίας του.       

19.8.06


"Έκλαψα μια μέρα έκλαψα δυο μέρες
μα ύστερα σε ξέχασα και πέταξα τις βέρες".

Εξ όνυχος ο λέων. Αυτό το ρεφρενάκι ακουγόταν στην Αμοργό (μαθαίνω και σ' άλλα νησιά) από λεωφορεία και ταξί έως σουβλατζίκα και καντίνες. Έλεος, Αφοί Βαζαίοι. Εάν υπήρχε Πολιτιστική 17Ν (Ερυθρές Ταξιαρχίες, Μπάντερ Μάινχοφ, Χεζμπολά, Ταλιμπάν, Αλ Κάιντα και δεν συμμαζεύεται) τα νησιώτικα σκυλάδικα των Βαζαίων θα τα ψήφιζα πρώτα πρώτα στην λίστα των εκκαθαρίσεων -μαζί με τους "δημιουργούς" τους, εννοείται, αλλά και τους αφασικούς ακροατές τους.
       Συστηματική πλύση εγκεφάλου ώστε να αδυνατείς να φέρεις στα χείλη σου άλλη μελωδία ή στίχο.

Δεκαπενταύγουστος 2006



Μαριάννα, αναπνέεις στις καρδιές των ακροατών σου, των αναγνωστών σου και των συνταξιδιωτών σου. Οι αυτόφωτες ή ετερόφωτες αποφάσεις της κ. Μυτιληναίου έχουν να κάνουν με την διαχείριση του ηθικού κιτς που μας περιβάλλει.
    Ετσι κι αλλιώς δεν ζούμε σε μια εκτός πραγματικότητας Ελλάδα;


Η βιβλιοθήκη της ... ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΚΟΡΟΜΗΛΑ

Η Ιστορία είναι μια υπόθεση που αρχίζει από εμάς ...

Στα βιβλία της, στα ταξίδια της, στις ραδιοφωνικές εκπομπές της τονίζει την ανάγκη να ανακαλύψουμε το διασπαρμένο Ελληνισμό στο χρόνο και το χώρο. Αυτό το άνοιγμα στον άλλο που περνάει μέσα από τον εαυτό, αυτός ο οικουμενισμός που περνάει μέσα από την τοπικότητα, θεωρώ ότι είναι η απάντηση της Μαριάννας Κορομηλά τόσο στον εθνικισμό αλλά και στην παγκοσμιοποίηση.

Η εμπλουτισμένη και αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου της «Οι Ελληνες στη Μαύρη Θάλασσα» (Πολιτιστική εταιρεία «Πανόραμα») ήταν απλώς η αφορμή να συμπληρώσω το ατομικό και συλλογικό παραμύθι της Μαριάννας.

«Το βρίσκω τραγικό να μην μπορεί να θαφτεί ο πατέρας σου στην Κομοτηνή. Να μην υπάρχει Συναγωγή, εβραϊκό νεκροταφείο για έναν άνθρωπο που επί μισό αιώνα υπήρξε ο μοναδικός Εβραίος της Θράκης, μιας περιοχής που άλλοτε έσφυζε από την εβραϊκή παρουσία». Αυτό το συλλυπητήριο τηλεφωνικό μήνυμα, μετά το θάνατο του πατέρα μου, πριν από λίγο καιρό ηχεί (στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον) ως αρμονικό μέτρο ανάμεσα στην ιστορικό και τον άνθρωπο.

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ



-Το γεγονός ότι παρουσίασες την εμπλουτισμένη έκδοση του βιβλίου σου «Οι Ελληνες στη Μαύρη Θάλασσα» στην Κομοτηνή -στην καρδιά της σύγχρονης Θράκης- σήμαινε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι πιο έτοιμοι να το δεχτούν και ως ψυχικό και ως γεωγραφικό προσδιορισμό;

Απολύτως. Αλλωστε τους το χρωστούσα, γιατί από την αιγαιακή πλευρά της Θράκης χώθηκα μέσα στην Ιστορία. Στο Νέστο πρωτοείδα βουβάλια. Στην Κομοτηνή είδα τον Ηλία το φούρναρη να ψήνει γλυκά για το Μπαϊράμι. Εκεί αγάπησα τους υδροβιότοπους και τα πλωτά ποτάμια, μαγεύτηκα από την απελπισία της μαύρης πεδινής γης που καταλήγει στην Κωνσταντινούπολη. Είδα τα διαβατάρικα πουλιά που έρχονται από τη ρωσική στέπα και το Δούναβη. Ακουσα ιστορίες για τη Βιζύη και το Καβακλί, πήγα σε σπίτια ποντιακά, είδα τους Καππαδόκες να χορεύουν, ζύγιασα τις αντοχές της μνήμης. Στη Θράκη, που ήταν αποκομμένη από τους μεγάλους θρακικούς ορίζοντες κι έβραζε στο ζουμί της, πρωτογνώρισα την Προποντίδα και τη Μαύρη Θάλασσα. Από τις Φέρρες αντίκρισα ένα απόγευμα τα Δαρδανέλλια. Πριν από 25-30 χρόνια.

Τώρα πια η Θράκη βγήκε από τη μακρόσυρτη ψυχροπολεμική περίοδο και ο τόπος ξαναβρίσκει το νόημά του στο χώρο. Συμβαίνουν καταπληκτικά πράγματα ερήμην των Αθηνών. Ευτυχώς. Η παρουσίαση του βιβλίου στην Κομοτηνή ήταν για μένα ένα ανοιξιάτικο πανηγύρι στο τέλος ενός βαρύ χειμώνα.

-Ο Μαρκ Μαζάουερ σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην Κ. Σχινά («Βιβλιοθήκη», 15.2.02) μίλησε για μια συνολική ελληνική Ιστορία χωρίς τις γνωστές «ασυνέχειες». Χαρακτηριστικά μίλησε για το αδιανόητο να εκλαμβάνεται η οθωμανική περίοδος της Ιστορίας μας ως «παρένθεση». Εσύ, από τη μεριά σου, που είσαι αυτόπτης μάρτυς πολλών τόπων πρώην βυζαντινών, πώς αντιμετωπίζεις παρόμοιες συμπεριφορές;

Η συνέντευξη είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι για πολλούς είναι πια κοινός τόπος πως αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε τη σχέση μας με το ελληνικό ιστορικό γίγνεσθαι πρέπει να αρχίσουμε από τις παρενθέσεις και τα κενά: Ελληνιστική περίοδος, Ρωμαϊκή (η μεγάλη απούσα), το χιλιοταλαιπωρημένο Βυζάντιο. Βλέπεις. Λείπουν οι εποχές των οικουμενικών διεργασιών. Πώς να μιλήσουμε για τα οθωμανικά χρόνια και τον οθωμανικό οικουμενισμό; Εδώ, μέχρι το 1994, που εγκαινιάστηκε η πρώτη αίθουσα του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, η χώρα διέθετε ένα (1) Βυζαντινό Μουσείο, αυτό της Αθήνας. Τα Αρχαιολογικά, μεγάλα και μικρά, ξεπερνούσαν τα εβδομήντα. Μα έχεις δει σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα βυζαντινά μας μνημεία; Ολο το παρελθόν είναι μια παρένθεση μεταξύ κλασικής και οθωνικής Αθήνας, μεταξύ Αχαϊκής Συμπολιτείας και 1821. Τα υπόλοιπα είναι κάτι πετραδάκια ανάμεσα, για να μας πάνε από τη μια όχθη στην άλλη χωρίς να βραχούμε στα νερά των παρενθέσεων. Το ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν γεννημένος Οθωμανός υπήκοος κανείς δεν το θυμήθηκε στις νεκρολογίες.

-Παρεμπιπτόντως, ποια είναι η θέση σου για την ανέγερση τζαμιού στην πρωτεύουσα;

Μου φαίνεται κωμικοτραγικό ότι δημιουργήθηκε ένα τέτοιο ζήτημα και ότι καλούμαστε να πάρουμε θέση σε κάτι τόσο αυτονόητο. Από τη δεκαετία του '70 μέχρι σήμερα η Αθήνα έχει δεχτεί δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνους. Κυρίως οικονομικούς μετανάστες, πρόσφυγες και σπουδαστές. Εγινε επίσης κέντρο εσωτερικής μετανάστευσης για εκατοντάδες μουσουλμάνους που κατέβηκαν από τη Θράκη και ζουν στους περιαστικούς δήμους. Επρεπε λοιπόν προ καιρού να είχαμε φροντίσει για τα θρησκευτικά τους κέντρα. Οχι ένα, αλλά τέσσερα-πέντε τζαμιά χρειάζονται και μάλιστα στις συνοικίες όπου συγκατοικούμε με τους μωαμεθανούς κι όχι σε απομακρυσμένη περιοχή που για να πας και να γυρίσεις χρειάζεσαι δυο-τρεις ώρες. Η προσευχή και η κοινωνική συνάθροιση μεταξύ αλλοθρήσκων σε ένα τέμενος δεν μπορεί να είναι εξορία. Φυσικά πρέπει να μελετηθεί το θεσμικό πλαίσιο και να αντιμετωπιστεί το θέμα με ιδιαίτερη ευαισθησία, γιατί δεν είναι ούτε απλό ούτε μονοδιάστατο. Μιλούμε για κοινότητες που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη γλώσσα, τις εθνοτικές και πολιτισμικές καταβολές και άλλα πολλά. Είναι όμως απαραίτητο να προχωρήσουμε.

-Προέρχεσαι από μια γνωστή αθηναϊκή οικογένεια. Θεατρικοί συγγραφείς, δημοσιογράφοι, ιστορικοί. Ανθρωποι με συντηρητικές αρχές, άνθρωποι αστικών παραδοσιακών αντιλήψεων. Λένε ότι, έπειτα από χρόνια, ξαναγυρνάμε στους «πρώτους αφηγητές» της ζωής μας. Ποιες «ιστορίες» (από την οικογενειακή «ιστορία») ξανακέρδισες, αφού αναγκάστηκες στην πορεία να τις χάσεις;

Δεν τις έχασα στην πορεία. Τις απέρριψα όταν εγκατέλειψα το πατρικό μου στα άτεγκτα χρόνια της εφηβείας. Στα δεκάξι είσαι αδιάλλακτος. Η πορεία προς τη συμφιλίωση με τα οικογενειακά ήταν παράλληλη με τη διαδρομή προς τη συμφιλίωση με το παρελθόν. Ανακαλύπτοντας τις «παρενθέσεις» ξεπερνάς το δογματισμό. Βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα στις συνέχειες, συναντάς τον άλλο. Βλέπεις, η Ιστορία δεν είναι επιστήμη, είναι τρόπος ζωής. Ο πατέρας μου ο Λάμπρος λάτρευε την Αθήνα. Εγώ έμαθα να αγαπώ τις παλαιές πόλεις σαν πολύπειρες γυναίκες. Η μήτρα για μένα ονομάζεται Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Αντιόχεια. Εκεί τον ξανασυνάντησα. Εκεί ξαναβρήκα τον προ-προπάππο μου, τον εκδότη Ανδρέα Κορομηλά, που έστελνε στα 1834 τους αρχαίους συγγραφείς δώρο στα Πατριαρχεία και τα σχολεία.

-Ποιο είναι το πρώτο βιβλίο που σε έστρεψε στην Ιστορία;

Είναι αδύνατον να το εντοπίσω. Δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο ούτε ένα είδος βιβλίων. Ημουν ένα βιβλιοφαγικό πιτσιρίκι που είχε στη διάθεσή του μια πολύ πλούσια βιβλιοθήκη. Σπαράγματα των προγονικών βιβλιοθηκών και χιλιάδες τόμοι του πατέρα μου. Κάθε νέα έκδοση που έμπαινε στο σπίτι περνούσε πρώτα από μένα γιατί έπρεπε να κόψω τα φύλλα. Μύριζα το χαρτί και το μελάνι. Εβλεπα τις εικόνες. Διάβαζα στα πεταχτά από εδω κι από εκεί. Υστερα, το επιθεωρούσα στο ράφι. Εβλεπα τις ράχες, ήξερα τους τίτλους, αναγνώριζα τις συγγένειες. Κάναμε φοβερή παρέα. Υστερα, κάποια ώρα το τραβούσα για να ξαναπαίξω μαζί του. Συγύριζα τις καρτέλες που κρατούσε ο πατέρας μου. Ανέβαινα στη σκάλα για να κατεβάσω την Παλατινή Ανθολογία. Διάβαζα Φλομπέρ, Καβάφη, Ερωτόκριτο, Κλασικά Εικονογραφημένα, Σλουμπερζέ, Ραγκαβή, Δέλτα. Χάζευα τις ξένες εκδόσεις για την αρχαία και τη βυζαντινή τέχνη. Μια φορά με βρήκε ο πατέρας μου να ξεφυλλίζω το Erος Kαlος. «Δεν είναι για σένα αυτό το βιβλίο», μου είπε. Εκανα χρόνια να καταλάβω ότι αυτά τα αρχαία αγγεία απεικόνιζαν οργιαστικές σκηνές, θυμάμαι όμως ότι αυτό ήταν το μοναδικό απαγορευμένο βιβλίο στον παιδικό κήπο. Οι σκανδαλώδεις εικόνες του με διασκέδαζαν αφάνταστα. Πάντως απ' όλα τα βιβλία προτιμούσα τις ιστορίες του παππού μου του Γιώργου. Μιλούσε για την Αννα Κομνηνή, τον Πεισίστρατο, τη Μήδεια. Εμοιαζαν όλα σαν οικογενειακά παραμύθια. Υστερα προστέθηκε ο κινηματογράφος. Ο «Γατόπαρδος», ο «Ιβαν ο Τρομερός», οι «Επτά Σαμουράι». Το ταξίδι είχε αρχίσει.

-Εχει γραφτεί ότι ευτυχώς που δεν υπάρχει αντικειμενική Ιστορία, γιατί θα ήταν πληκτική. Συμφωνείς με το βάρος της υποκειμενικής ματιάς, με το ύφος της Ιστορίας που βιώνουμε, με τις ιστορίες της Ιστορίας;

Η Ιστορία είναι μια υπόθεση που αρχίζει από εμάς, από τον καθένα από μας, και απλώνεται στο χώρο και το χρόνο πάντα σε άμεση σχέση με εμάς. Μεγαλώνει μαζί μας, μεταβάλλεται, ωριμάζει, αλλάζει κατεύθυνση, βουλιάζει, αναδύεται... μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε την ιδέα του θανάτου. Είναι ένας υπέροχος διάλογος με το βιωμένο περιβάλλον. Οι μόνες σταθερές είναι οι γεωγραφικές συντεταγμένες. Είναι κρίμα που ο γεωγραφικός παράγοντας απουσιάζει από την ελληνική προσέγγιση της Ιστορίας.

Ποια «ψεύδη» της επίσημης ελληνικής ιστορίας σε εξοργίζουν;

Ολόκληρη η κατασκευή. Οι χρονικές, οι χωρικές, οι ιδεολογικές επιλογές, οι αποσιωπήσεις, οι γκρίζες ζώνες, τα χάσματα, τα θέσφατα, οι βερμπαλισμοί. Κυρίως η μικροελλαδική, επαρχιώτικη μιζέρια του οθωνικού πατριωτισμού και του αθηναϊκού εθνικισμού. Με πνίγει αυτό το μικρόψυχο σχήμα. Η ενότητα, η καθαρότητα, η μοναδικότητα μας κάνουν να χάνουμε τον μπούσουλα.

Πώς κρίνεις το επίπεδο των νέων βιβλίων Ιστορίας στη μέση εκπαίδευση;

Δεν θέλω να μιλήσω για το περιεχόμενο. Διαφωνώ ριζικά ως προς τη γενική αντίληψη των σχολικών εντύπων. Αυτό που με θίγει πρωτίστως είναι η ποιότητα. Η αισθητική τηλεφωνικού καταλόγου. Η έλλειψη οιασδήποτε εκδοτικής δεοντολογίας. Με τέτοιου είδους έντυπα τα παιδιά δεν μπορούν να αγαπήσουν τα βιβλία. Ανυπομονούν να φτάσει ο Ιούνιος να τα πετάξουν στον αέρα, για να γλιτώσουν. Λυπάμαι τις χαμένες ώρες στα θρανία.




  H κοινοτοπία του αίματος

Μια Λιβανέζα, με τρεμάμενη φωνή, αναρωτήθηκε εν μέσω άτακτης φυγής: «Δεν καταλαβαίνω, το Ισραήλ κυνηγάει με την παντόφλα τις κατσαρίδες και σπάει όλα τα έπιπλα;». Ακριβώς διότι ο «νταής της περιοχής» (Γκίντεον Λέβι, Χααρέτζ, 16.7.06), με πρόσχημα την εξολόθρευση των τρομοκρατών-«κατσαρίδων», επιδιώκει να διαλύσει το σύμπαν γύρω του (ώστε μια αναδιανομή των όμορων εδαφών να μην φαντάζει απίθανη;).
        Όπως, συμμετρικά, και το Κόμμα του Θεού (Χεζμπολάχ), με πρόσχημα την απελευθέρωση των αδελφών κρατουμένων, απαγάγει και σκοτώνει Ισραηλινούς στρατιώτες και εν συνεχεία πλήττει αμάχους στην Χάιφα και σ΄ άλλες βόρειες πόλεις του Ισραήλ με ιρανικούς πυραύλους. Καθώς ο στόχος του Νασράλα («Αγαπημένε μας Νασράλα, ανατίναξε το Τελ Αβίβ», το παλαιστινιακό ρεφρέν των ημερών) και του παράφρονα Ιρανού καθοδηγητή του είναι η διαρκής ένταση στην περιοχή, ώστε κάποτε να πραγματοποιηθεί ο «διακαής πόθος» του Προφήτη: η εξαφάνιση του Ισραήλ από τον χάρτη.
       Εν τω μεταξύ  η υψηλή παρεούλα του G8, αφού αντάλλαξαν χαμόγελα, φιλοφρονήσεις,  ναζάκια και δεκάρικους περί ειρήνης στην Αγία Πετρούπολη, συναποφάσισαν ότι δεν πρέπει ακόμη να παρέμβουν αποφασιστικά στη "σκακιέρα" της διπλωματίας` ότι το ντόμινο των πολιτικοοικονομικών στρατηγικών επιτάσσει να μην μεσολαβήσουν ουσιαστικά ανάμεσα στην «Καλοκαιρινή βροχή» (κωδικός της επίθεσης του Ισραήλ στην Γάζα) και στη «Σχέση εμπιστοσύνης» (κωδικός της Χεζμπολάχ στην εμπλοκή της στην κρίση) - παρεμπιπτόντως: τι τρυφερές προσωνυμίες για να ξερνάνε τόσο θάνατο και πόνο. 
       Το Ισραήλ δεν φέρεται σαν κυρίαρχος του παιχνιδιού (όπως κάλλιστα θα μπορούσε) αλλά σαν  αδύναμος κρίκος. Δυστυχώς το αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής του –με μικρά διαλείμματα-   γεννάει  τρομοκρατία και αντισημιτισμό εκτός των συνόρων του. Πάνω απΆ όλα η σκέψη μας στρέφεται στον σκληρά δοκιμαζόμενο λιβανέζικο λαό, που για δεύτερη φορά, την τελευταία εικοσαετία, ξαναβιώνει τον εφιάλτη της ολικής καταστροφής, στο όνομα αμερικανικών και αραβικών βλέψεων. Στεκόμαστε όμως, για μια φορά ακόμη, στους νηφάλιους Ισραηλινούς, που χρόνια τώρα είναι εγκλωβισμένοι στην βαρβαρότητα της χώρας τους και στον τρόμο των γειτόνων τους (φευ, οι φιλειρηνικές διαδηλώσεις, σαν αυτές που έγιναν χθες στην Ιερουσαλήμ, αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό του παραλογισμού και του φανατισμού).
        Παραφράζοντας τη Χάννα Αρεντ (εν προκειμένω: η κοινοτοπία του Κακού δεν είναι ο Αντολφ  Αϊχμαν αλλά η ανεξέλεγκτη και μεταδοτική βία) καταλήγουμε ότι το Ισραήλ  (δηλαδή οι  ΗΠΑ) και η Χεζμπολάχ (δηλαδή το Ιράν συν τη Συρία) συμπράττουν στην τρέχουσα κοινοτοπία του αίματος` μια καθόλου παράταιρη αλλά εξαιρετικά προσοδοφόρα επιχείρηση, όπου ταυτόχρονα εκτοξεύει στα ύψη τη τιμή του μαύρου χρυσού  (80$ το βαρέλι) και οδηγεί σε μηδενικές τάσεις την τιμή του κόκκινου πλάσματος (δωρεάν το βαρέλι  αίματος).




«Οι μαύρες οθόνες»


Ένα κεράκι στα πόδια, δυό κεραμίδια στα μάτια, τρεις χούφτες χώμα στο δαίμονα του Αλεξ Μεσχισβίλι, που έπαιζε πιάνο και μπάσκετ. Ή, αλλιώς, βουλώστε αυτιά και σφραγίστε μάτια στη σκύλευση, της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, πάνω στον άγουρο φόνο της Βέροιας.
        Διαβαλκανική ανήλικη συνεργασία (με ενήλικες τεχνικές) για να εξαφανίσουν το ταλαντούχο ρωσάκι –τέκνο του Ρίχτερ και του  Βολκώφ; (ποιός, αλήθεια, θα μάθει...). Φρικτή, όντως, αλλά επαναλαμβανόμενη αναγωγή. Το λιντσάρισμα του χαρισματικού ξένου υπήρξε από καταβολής κόσμου θεμέλιος λίθος της συμβιωτικής συνθήκης (ο Σωκράτης και ο Χριστός δεν χαρακτηρίστηκαν ξένοι για να θανατωθούν;). ΓιΆ αυτό όλα όσα ακουστούν περί παιδικών συμμοριών, εισαγόμενης βίας, γονεϊκής αδιαφορίας, εκπαιδευτικών διακρίσεων, ή συνένοχης σιωπής των μικρών κοινωνιών, απλώς δίνουν μασημένη τροφή στους πολιτικούς του σωρού και στους αναλυτές μιας χρήσεως, το πρόβλημα πάντως δεν το αγγίζουν.  
        Οι σφιγμένες φωτογραφίες του ενδεκάχρονου στο Μετρό (λες και ειρωνεύονταν την ανώφελη περιέργειά μας), το βλέμμα της μάνας στον φακό (αβάσταχτο φως από χιονισμένη στέπα) δεν αντιμετωπίζονται παρά μόνο με σιωπή. Σιωπηλά λοιπόν ας διαβάσουμε λίγους στίχους της Αννας Αχμάτοβα (Ρέκβιεμ*, σε μετάφραση Αρη Αλεξάνδρου, Υπερίων, 1998):

         «Όχι δεν υποφέρω εγώ, μα κάποιος άλλος.
          Εγώ δεν θα το άντεχα. Κι αυτό που έχει συμβεί,
          ας το καλύψουν οι μαύρες οθόνες
          κι ας πάρει κάποιος τα φανάρια...
                                                                   Νύχτα.»


 
*  Ποιητική σύνθεση που γραφόταν επί μακρόν (1930-1957) και που αναφέρεται στην πολύχρονη φυλάκιση του γιου της Ρωσίδας ποιήτριας στα χρόνια των μεγάλων σταλινικών εκκαθαρίσεων.

Ελευθεροτυπία, 5.6.06

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet