index.jpg

Δια χειρός > Κινηματογράφος

Κινηματογράφος


Αθήνα-Κωνσταντινούπολη (2008)



Α. Καλτσίκη


Μια γλυκιά κούραση παιχνιδιού

Το κρυφό, το λαθραίο, το μυστικό θέμα της τελευταίας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι η θλίψη, η μελαγχολία, το hiouzoun (τουρκιστί η θλίψη).
           Εξού και «Bonjour, hiouzoun», αποκαλεί η Γλύκα τον Ανδρέα, τον καταθλιπτικό δικηγόρο που την ερωτεύεται. Σ’  ένα άλλο πάλι σημείο η υπνωτισμένη αυτή φιγούρα του λέει: «Μην με κοιτάς που γελάω. Γελάω επειδή είμαι μελαγχολική».
           Ο Ανδρέας παίρνει αντικαταθλιπτικά, πασχίζει να ξεχάσει τον νωπό χωρισμό του, βουλιάζει σ΄ ένα άσκοπο ταξίδι μασκαρεμένο σε πάθος, απορεί για το αδιανόητο της νοσταλγίας της πατρικής ρίζας  και στο τέλος φουντάρει στο Βόσπορο.
         Υπάρχει και η συγκινητική εικόνα του νάνου από το χωριό Μπελογιάννης στο μπλόκο της Λάρισας, η δυσθυμία του Εβραίου ξεναγού στο εβραϊκό κοιμητήρι στην Καβάλα, η κρυψίνοια του χωλού Κούρδου μουσικού στην Κωνσταντινούπολη―όλα αυτά με τις προφανείς συνδηλώσεις τους.
          Πάνω απ΄ όλα όμως, υπάρχει η θλίψη της ηπειρώτικης μουσικής (ο αθέατος πρωταγωνιστής του φιλμ)  και ο διακριτικός συγχρωτισμός της με τα  μπλουζ· ο Κλαρινετζής που με τον ελεγειακό ήχο του διαπερνά όλο το μουντό ταξίδι στη Βόρειο Ελλάδα (με αντιδιαστολή: την Ιεροτελεστίας της άνοιξης του Στραβίνσκι, που ακούει ο Ανδρέας πριν αιχμαλωτιστεί από το παράταιρο ζευγάρι Κλαρινετζή-Γλύκα). Η θλίψη λοιπόν ως καταστατική, ως ιδρυτική συνθήκη του Αθήνα-Κωνσταντινούπολη·  η θλίψη για το αμετάκλητο ταξίδι του Ανδρέα· η θλίψη ενός ατελέσφερου έρωτα· η θλίψη για μια χώρα που παραπαίει ανάμεσα στην αδιαφορία και στον ευδαιμονισμό.
          Φυσικά αυτά δεν συμβαίνουν σ΄ ένα κλίμα κατήφειας και μιζέριας. Μιλάμε πάντα για το ανάλαφρο βλέμμα του Νίκου Παναγιωτόπουλου που με το άγγιγμα της παρωδίας μεταμορφώνει την πιο μαύρη σκέψη, την πιο σκοτεινή εικόνα σε κάτι παιγνιώδες, σε κάτι βαθύτατα οικείο.
        Δεύτερη φορά μετά  το Delivery που συνεργάζομαι στο σενάριο με τον Νίκο κι έχω την αίσθηση ότι το αίσθημα του εξόριστου, του υπεράριθμου, του ψυχικά περιθωριακού, που τότε είχε σαν φόντο την αφιλόξενη και ωμή μεγαλούπολη, εδώ ταξιδεύει στην ενδοχώρα, στη συλλογική μνήμη, στην  αναζήτηση του εαυτού.
        Το Αθήνα-Κωνσταντινούπολη είναι ένα φιλμ-μιγάς. Μια ταινία δρόμου που υπονομεύει την ερωτική συνθήκη και ταυτόχρονα μια ερωτική ταινία που υπονομεύει την υπαρξιακή αναζήτηση, εξού και οι χαρακτήρες είναι ρευστοί και τα τοπία σχεδόν ψυχικά.
       Ο Νίκος, ως γνήσιο τέκνο των ουτοπιών και των συνηθειών του ’60, χρόνια τώρα, φιλμάρει το Κακό ως ζαβολιά, τον Χρόνο ως παραξενιά, άρα το Θάνατο ως κάτι απλώς αδιανόητο, αφού όλα στις ταινίες του λούζονται από μια γλυκιά κούραση παιχνιδιού. 

______________________________________________________________________________________
Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση της ταινίας σε φίλους, συνεργάτες και δημοσιογράφους στον "Δαναό"  τον Μάρτιο του 2008.

***

Delivery (2004, Επίσημη Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Βενετίας και Μόντρεαλ).



Α. Καλτσίκη


Μια άστεγη ταινία

To Delivery (που, εκτός, από παράδοση σημαίνει και τοκετός και απελευθέρωση) είναι μια ταινία για την περιθωριακή μεγαλούπολη. Ένα λοξό βλέμμα στην παραγκωνισμένη πραγματικότητα των αστέγων, των μεταναστών, των ναρκομανών - των εξόριστων της oλυμπιοκρατούμενης ευδαιμονικής κι αστραφτερής Αθήνας.

Ο σιωπηλός πρωταγωνιστής του Delivery (κάτι μεταξύ έκπτωτου αγγέλου και αφασικού) πέφτει από το πουθενά και, στο τέλος, πετάει για το πουθενά. Ένας νέος, χωρίς όνομα (τον αποκαλούν κάθε φορά διαφορετικά: Σουλεϊμάν, Γιο του παπά, Γκαγκάριν, Πιτσαρά, κ.ά), με κάθε του κίνηση αντιστρατεύεται τη βία της ταχύτητας (έμβλημα του σύγχρονου βίου). Ο ήρωας του Παναγιωτόπουλου αποτελεί ένα ζωντανό εγκώμιο της βραδύτητας: αργά σκέφτεται, αργά περπατάει, αργά οδηγεί μηχανάκι, αργά μιλάει, αργά τρώει. Επειδή όμως όλα συντελούνται μέσα στο κεφάλι του διαθέτει το χάρισμα της εκπλήρωσης μύχιων σκέψεων. Γι’ αυτό ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά του τιμωρεί όλους αυτούς που προσπαθούν να τον πείσουν ότι αποτελεί σάρκα εκ της σαρκός τους.

Πλάι του κινείται μια κοπέλα (επίσης χωρίς όνομα) που δουλεύει στην πιτσαρία. Ένα πρεζόνι με το οποίο ζούνε ένα σύντομο, θρυμματισμένο έρωτα. Είναι το μόνο από τα πρόσωπα που τον πλησιάζουν με το οποίο προσπαθεί να αρθρώσει κάποιον επικοινωνιακό λόγο.

Αν λοιπόν το πρεζόνι τον μυεί στον έρωτα, ο Νερουλάς (πρώην νεκροθάφτης και νυν χαφιές της αστυνομίας) τον μυεί στον θάνατο, σε μια ωμά διασκεδαστική σκηνή στο νεκροταφείο.

Ωστόσο ο αθέατος αλλά βασικός πρωταγωνιστής στο Delivery είναι οι εκτοπισμένες φωνές όλων αυτών των ανθρώπων που αναπνέουν στα κράσπεδα της καθημερινότητας. Αυτή η μικρή Βαβέλ από ιστορίες που ξετυλίγονται σαν «μαύρα» παραμύθια.

Η φαντασμαγορική απογείωση του πρωταγωνιστή στο τέλος συντελείται τη στιγμή που κάποιος του δίνει ελεημοσύνη (τον καθιστά δηλαδή ζητιάνο), τη στιγμή που αποφασίζει να σκοτώσει (κι όχι να φαντασιωθεί ότι σκοτώνει). Τη στιγμή, με δυο λόγια, που λερώνει τα χέρια του με το περιρρέον κακό και περνάει από τον κόσμο του λήθαργου στον κόσμο της πράξης. Γι' αυτό η τελική σκηνή της ανάληψης του συντελείται σαν θαύμα που βλέπουμε μ’ ανοιχτά μάτια.

Φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν με τη δέουσα παρωδία. Καθώς κάτω από τον αττικό ουρανό τα πάντα κινούνται στην κλίμακα του άναρχου, του τρυφερού, του μάταιου.

Με τον Νίκο γνωριστήκαμε στα εγκαίνια της φωτογραφικής μου έκθεσης «Η πόλη στα γόνατα» (Χώρος Τέχνης «24», 2002). Με ενθουσιασμό δέχτηκα να μεταφέρουμε τους οικοδεσπότες του έξω από την άκρη της πένας μου και το κάδρο της φωτογραφικής μου μηχανής στην μεγάλη οθόνη.

Ο Νίκος «λεηλάτησε» αρκετά βιβλία μου (Απ' το ίδιο ποτήρι, Αegypius monachus και Η πόλη στα γόνατα), με τη χαρά και την περιέργεια παιδιού που χαλάει τα καινούργια παιχνίδια του για να δει τι κρύβουν στα σπλάχνα τους. Για μήνες συναντιόμασταν στο Αlu, που στον κώδικα μας σήμαινε «αλλού για αλλού», ανταλλάσσοντας χειρόγραφα.

Η «βρώμικη», υποβλητική ματιά αυτής της ταινίας φωτίζει τη τραυματική ειρωνεία για τον εξόριστο που όλοι κρύβουμε μέσα μας, εξού και τόσο επιτυχώς διασταυρώνει ηθοποιούς με αστέγους.

Πάνω απ΄όλα όμως, το Delivery είναι μια παραβατικά πολιτική και μια παραβατικά μεταφυσική ταινία, δηλαδή ένα υπαρξιακό ντοκιμαντέρ που αρνείται να υπακούσει τόσο στους κανόνες της ρεαλιστικής αφήγησης όσο και στη σκοπιά της καταγγελίας του πόνου.

___________________________________________________________________________
* Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στο αφιέρωμα που πραγματοποιήθηκε για τον Ν. Παναγιωτόπουλο στον Αγ. Νικόλαο της Κρήτης τον Μάιο του 2005.





Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet