X. Μποκόρος, Θ. Γκόνης, Μ.Φ., Γ. Μωρόγιαννης, Μ. Παπαδημητρίου, Ν. Ξυδάκης
Γ. Σκιαδαρέσης, Α. Καλτσίκη
«Ένας άντρας γίνεται τραβεστί, μπαίνει στο
πετσί του αντίθετου φύλλου, προκειμένου να πλησιάσει τη γυναίκα του και
τελικά να καταλάβει τον ίδιο του τον εαυτό.
Αποσπασμένος από το λογοτεχνικό του περιβάλλον, ο ανώνυμος αφηγητής στα
Αντρόγυνα εμφανίζεται
στη σκηνή μέσα από το δισυπόστατο της μορφής και της σκέψης του. Από τη
μία, παρακολουθούμε έναν άντρα αποξενωμένο από τον εαυτό του να
μασκαρεύεται στη γυναίκα του: "Όχι για να αντιστρέψουν τους ρόλους στο
κρεβάτι. Ούτε για να ψωνιστεί με άλλους άντρες. Σκοπός του δεν είναι η
καύλα. Μασκαρεύεται για να ξεθαρρέψει και να της μιλήσει". Στη θέση του
κουρασμένου αντρόγυνου του τότε το αντρόγυνο του τώρα, ενωμένο "για
πρώτη και τελευταία φορά» σε ένα και μόνο σώμα.
"Η
ερωτική μας ζωή είναι η οικογενειακή μας ζωή. Κανένα νανούρισμα, κανένα
χάδι, κανένα παιχνίδι, κανένα κάτοπτρο πιο βαθύ από το αίμα", μονολογεί
σε μια αποστροφή του λόγου του, που κυλά σε τρίτο πρόσωπο, αναγκαστικά,
αφού ο αφηγητής δεν μπορεί να είναι αυτό που μεταμφιέζεται. Μόνο σε
χρόνο ανύποπτο, απευθύνει το ερώτημα που τον (τη) βασανίζει: "Πες μου,
με σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή;" -μία από τις ελάχιστες εκφράσεις
τρυφερότητας σε ένα λόγο στεγνωμένο από τη σκληρότητα των αισθημάτων.
Παραληρηματικός
ο μονόλογος "από το φόβο της σιωπής", αυτοσαρκαζόμενος από ενοχή για
την προδοσία μιας γυναίκας "που χρόνια την κακοποιούσε με τη βία του
ανήμπορου", αγωνίζεται να ξαναβρεί εκείνη την καθημερινότητα "που
γράπωνε κάτι από τη γλυκιά αιωνιότητα". Το αποτέλεσμα, ένα συνονθύλευμα
από σκέψεις και συναισθήματα, τα δικά της που γίνονται δικά του, τα
δικά του που ψάχνουν τις φοβισμένες αλήθειες.
Ένας άντρας
ντύνεται η γυναίκα του για να καταφέρει να μιλήσει σ' εκείνην που έχει
πια φύγει, μήπως και μπορέσει να δει καταπρόσωπο τον εαυτό του. Η
ιστορία ενός ξοδεμένου έρωτα χωρίς "ραχοκοκαλιά" που έγινε πρώτα βιβλίο
και που τώρα νομιμοποιείται σκηνικά μέσα από τη διαλεκτική της σύλληψής
της.
Στα
Αντρόγυνα (απόσπασμα από το αφήγημα Aegypius
monachus, 2001) , ο Μισέλ Φάις αυτοβιογραφείται ανελέητα μέσα από το
ίδιο κράμα ωμής σαφήνειας και λυρικής αφαιρετικότητας. Ουσιαστικά, το
αφήγημα αποτελεί το τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας ενδοσκόπησης.
Προηγήθηκε το μυθιστόρημα
Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου και ακολούθησαν οι ιστορίες που συγκέντρωσε με τον τίτλο
Απ' το ίδιο ποτήρι.
Εξοικειωμένος
με τις διαλογικές σκηνές που κάποτε καταλήγουν σε μονόπρακτα, όπως στην
περίπτωση της στιχομυθίας Μετά τις τελευταίες μας λέξεις η οποία
προαναγγέλλει τρόπον τινά τα
Αντρόγυνα, ο Φάις
μεταγράφει αυτούσια στη σκηνή την πρισματική αφήγηση της ιστορίας του,
σπρώχνοντας στα άκρα, πέρα από τις αφηγηματικές του τεχνικές, τις
συμβάσεις του δραματικού».
H πόλη στα γόνατα
Δραματουργική επεξεργασία: Θάνος Αναστόπουλος-Μισέλ Φάις
Σκηνοθεσία: Θ. Αναστόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Φωτισμοί: Ηλίας Αδάμης
Διανομή: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Νέστωρ Κοψιδάς, Γιώργος Συμεωνίδης
Μουσική επιμέλεια: Θ. Αναστόπουλος, Ν. Κοψιδάς
Βίντεο: Θ. Αναστόπουλος
Φωτογραφίες: Μ. Φάις
Επεξεργασία φωτογραφιών: Γιώργος Νούνεσης, Θάνος Φατούρος
Δοκιμές-ΑΜΟΡΕ-Εξώστης 20-30 Μαίου 2006 Διασκευή-Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Ερμηνευτές: Αγλαϊα Παππά, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Τασία Σοφιανίδου
Μουσική επιμέλεια:Νίκος Ξυδάκης
Σκηνικά-κοστούμια:Κένυ ΜακΛέλαντ
Χορογραφική επιμέλεια: Αποστολία Παπαδαμάκη
Εικαστική διαμόρφωση θεατρικών
προσώπων: Αγγελος Μέντης
Φωτισμοί:Κατερίνα Μαραγκουδάκη
(Θέατρο Εμπρός, 18.12.06-20.1.07)
Κείμενο της Ρούλας Πατεράκη που δημοσιεύτηκε στο πρόγραμμα της παράστασης
«Η Ελληνική αυπνία, αυτοαναφορικό κείμενο, χωρίς διέξοδο, η περιπέτεια ενός νεότερου συγγραφέα στην αναμέτρησή του με έναν άλλον, παλαιότερο συγγραφέα.
Για να αναδειχτεί η θεατρικότητα του αφήγηματος μεταφέρουμε επί σκηνής τη λογοτεχνική αυτοπάθεια, προσπαθούμε να γεννήσουμε χαρακτήρες και δράση.
Σε τρεις ερμηνευτές παραδίδεται η δραματική και σκήνικη σύλληψη, όσοι και οι αφηγατικοί τόποι του βιβλίου.
Ο πρώτος ερμηνευτής (Τασία Σοφιανίδου) ακούει μουσική, καπνίζει, βιντεοσκοπεί, αποδελτιώνει το υλικό του. Μεταφορά του ίδιου του Φάις. Αποτυπώνει μια παθιασμένη σχέση με τον Βιζυηνό, σχέση δυναμική, πολύ προσωπική.
Ο δεύτερος ερμηνευτής (Αγλαία Παππά), μπροστά σ΄ έναν υπολογιστή, σπανίως γράφει, μοιάζει να ονειρεύεται τις επιστολές που μας ανακοινώνει, ταυτίζεται μΆ αυτές, γίνεται άνθρωπος―επιστολή.
Ο τρίτος ερμηνευτής (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης), σε χώρο μεγαλύτερο, σχεδόν άδειο, πάσχει, αναπαριστά την κλονισμένη ζωή, την κλονισμένη γραφή του Βιζυηνού.
Πρόκειται για καθαρή περφόρμανς, με αντικείμενα λειτουργικά, προορισμένα να υπηρετήσουν τη δεσπόζουσα ιδέα της αυτοαναφορικότητας: ο πρώτος ερμηνευτής έχει το θέμα, ο δεύτερος αναλαμβάνει να το εκφράσει κι ο τρίτος να το αναπαραστήσει.
Ερμηνευτές, Πρόσωπα-αντανακλάσεις ενός μοναδικού Προσώπου που τριχοτομείται».