Ni Maga ni TalitaΠαράδεισος
Το κορμί σου δονεί στα θερμά παρακάλια της νύχτας και στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά;
(Ν. Εγγονόπουλος, Το έβδομο τραγούδι της αγάπης)
Στον Ν.
Στην αρχή του έρωτα, της είπε, όπως και στην αρχή των μύθων της δημιουργίας, υπάρχει πάντα ένας παράδεισος. Τόπος της αθωότητας, του εδώ και τώρα. Τρώγανε σε ένα ταβερνάκι του νησιού. Τα πιο νόστιμα μπαρμπούνια που έχουν τηγανιστεί από καταβολής κόσμου, του είπε και γέλασαν μαζί. Και σε όλες βέβαια τις ιστορίες, πάντα για κάποιο λόγο χάνεται ο παράδεισος, συνέχισε. Αγγίχτηκαν τα χείλη των ποτηριών κι εκείνοι άναψαν μαζί τσιγάρο. Όλη η ιστορία με τον παράδεισο είναι, μου φαίνεται, μια ιστορία παρουσίας και απουσίας. Είναι η στιγμή που οι πρωτόπλαστοι πιστεύουν ότι ο Θεός είναι απών, πως δεν τους βλέπει τη στιγμή που διαπράττουνε την αμαρτία. Και φυσικά πιστεύουν στη δική τους δυνατότητα απουσίας, γιΆ αυτό μετά κρύβονται. Το καλοκαίρι τίποτα δεν κρύβεται, του αντιγύρισε. Ήταν αρχές Ιουνίου, το καλοκαίρι είχε φτάσει φορτωμένο υποσχέσεις. Ζωής και χαράς. Έτσι συμβαίνει και στον έρωτα, ξανάρχισε. Κάποια στιγμή, από διαρκής παρουσία, ο άλλος γίνεται εναλλάξ παρών και απών, κάποιες στιγμές υπάρχει και κάποιες άλλες χάνεται σε αδιαπέραστο ρευστό. Συνέχισαν τη συζήτηση ώρα μετά στην απροσδόκητη και τεραστίων διαστάσεων μπανιέρα του ξενοδοχείου. Όμως δεν πρέπει να μας απελπίζει η απώλεια του παραδείσου, του είπε. Τότε αρχίζει η αληθινή ζωή. Μπήκαν για να ξεπλύνουν το αλάτι, την άμμο, τον ιδρώτα και τα υγρά που γυάλιζαν κυλώντας στους μηρούς τους. Γρήγορα βούλιαξαν στο χλιαρό νερό κι επέστρεψαν στην ιστορία του παραδείσου. Εκεί παίζονται όλα, να μάθεις να υπάρχεις με τις εναλλαγές της παρουσίας και της απουσίας. Όπως το βρέφος, βγαίνει από την κοιλιά της μάνας του και προσπαθεί να αντέξει την αγωνία των εξαφανίσεών της. Η κουβέντα πάλι κόπηκε στα μισά κι αφέθηκαν σε κύματα παλμών ψαλμών σπασμών. Αργά τη νύχτα στο δρόμο της επιστροφής για το ξενοδοχείο, εκείνος είπε: Μόνο που πάντα πρέπει να υπάρχει ένας παράδεισος. Όλη η ιστορία της ζωής, του έρωτα, της δημιουργίας, είναι μια ιστορία νοσταλγίας. Δεν του απάντησε. Ώρα μετά, πριν κλείσουνε βαριά τα μάτια της, κάτι ψιθύρισε, εκείνος είχε ήδη κοιμηθεί, τα λόγια της τα άκουσε μονάχα ο άνεμος. Την άλλη μέρα φύγανε από το νησί, απΆ το κατάστρωμα έβλεπαν το ξενοδοχείο να μικραίνει.
Η φωτογραφία (Οδός Αρμοδίου)
Δεν ξέρω αν είναι σήμερα με το μέρος μου η Τύχη, πάντως η πόρτα δεν ανοίγει κι ας περιμένω εκεί έξω κοιτώντας το παράθυρο μέχρι που να τελειώσω ένα τσιγάρο. Χτυπάω δεύτερη φορά, καμιά απάντηση και κατεβαίνω πια στην Αχαρνών για να κατηφορίσω πάλι προς το κέντρο. Μπαίνω μες στη μικρή πλατεία της οδού Πάφου και από κει κατεβαίνω στη Μιχαήλ Βόδα και παρακάτω στη Λιοσίων. Αποθήκες ξυλείας και βουλκανιζατέρ, κι εγώ περπατάω κάτω από τον ήλιο ως την πλατεία Αττικής. Σταθμός Λαρίσης, τρένα και άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν, αποχαιρετισμοί, βαλίτσες φορτώνονται στα ταξί που περιμένουν στη σειρά την κούρσα. Από ένα ρωσοπόντιο αγοράζω μισοτιμής ένα τηλεκοντρόλ για την τηλεόραση και στο περίπτερο του σταθμού ένα μικρό μπουκάλι νερό. Χαζεύω μεταλλαγμένα πρόσωπα στις αφίσες των νυχτερινών κέντρων, το φώτοσοπ αρωγός της αισθητικής χειρουργικής. Ανηφορίζω τη Νεοφύτου Μεταξά και στρίβω δεξιά στη Χίου, περνάω το παλιό κτίριο της Φίνος Φιλμ, την πλατεία του Αγίου Παύλου, όπου καμιά δεκαριά πιτσιρίκια παίζουνε μπάλα και πειράζονται σε ανάμικτα ελληνικά, ρωσικά, πολωνικά. Θέλω να πιω έναν καφέ και καταλήγω σε ένα καφενείο στο ισόγειο του παλαιού ξενοδοχείου Louvre, σε μια ταμπέλα είναι γραμμένο και ελληνικά «Λουβρ». Φαντάζομαι πως κάποτε πρέπει να έζησε ημέρες δόξας, τώρα έχει καταντήσει να νοικιάζει δωμάτια με το μήνα σε απόκληρους, ίσως και με την ώρα για άλλου είδους αναπαύσεις. Ευτυχώς που στον πρόσφατο καλλωπισμό της πόλης λόγω ολυμπιακών, βάφτηκε η ωραία πρόσοψη. Παραγγέλνω παγωμένο φραπέ και χαζεύω τους διπλανούς μου. Μετανάστες και παλαιοί κάτοικοι της γειτονιάς, αυτοί που τα παιδιά τους έφυγαν για πιο βόρεια προάστια, ενώ εκείνοι δεν αντέξανε να αφήσουνε τα στέκια, τους παλιούς φίλους, την οικεία καθημερινότητα. Κι ενώ πίνω τον καφέ μου, ανάμεσα στους πρεφαδόρους, γίνομαι μάρτυρας μιας αλλόκοτης σκηνής. Απέναντι από το καφενείο ένα ζευγάρι φιλιέται περιπαθώς και μια τρίτη, φίλη, βγάζει φωτογραφίες με το κινητό. Δεν απαθανατίζει όμως μόνο τη στιγμή, αναλαμβάνει ρόλο σκηνοθέτη, ζητάει πάλι και πάλι να επαναληφθεί η περίπτυξη, με γλώσσα, χωρίς γλώσσα, με τα κεφάλια να γέρνουν δεξιά, αριστερά. Σηκώνομαι να φύγω, να περάσω την πλατεία Καραϊσκάκη, να διατρέξω την Ιάσωνος, που τη διεκδικούν εξίσου πια τα πορνεία και τα κινέζικα, να διασχίσω την Πειραιώς και να ανηφορίσω τη Σοφοκλέους, να μυρίσω τα μπαχαρικά, τα πιπέρια και τις κανέλες, το κάρρυ και το ταντούρι, ενώ το μυαλό μου τριβελίζει η εικόνα με το ζευγάρι που φιλιέται και τη φίλη-φωτογράφο-σκηνοθέτη, και προσπαθώ να φτιάξω μια ιστορία για τη φωτογραφία τους. Καταλήγω στην οδό Αρμοδίου και ετοιμάζομαι να χωθώ στην Αγορά.
O Aι Βασίλης της ζωής μου είμαι εγώΚουτιά. Καφέ κουτιά από χαρτόνι. Κάθε βράδυ εδώ και μέρες κοιμάμαι και ξυπνάω με τη μυρωδιά από καφέ γκοφρέ χαρτόνι. Αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν τα τενεκεδάκια με γάλα εβαπορέ. Αυτά που βάζουν μέσα τηλεοράσεις τυλιγμένες σε εκείνο το άλλο διαφανές πλαστικό πράγμα με τις φούσκες που κανείς δεν ξέρει πώς το λένε, αλλά όλοι τρελαίνονται να τις σπάνε. Ή τρελαίνονται από τα νεύρα τους όταν οι άλλοι τις σπάνε, εξαρτάται από τα κέφια και την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Αυτά τα κουτιά που στοιβάζουν οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ έξω στο δρόμο τις ημέρες παραλαβής. Και μετατρέπονται σε χαρτοπολτό μόλις βρέξει. Πόσες φορές τα μίσησα γιΆ αυτό κι επειδή δεν χωρούσαν στον κάδο της ανακύκλωσης… Και να με τώρα ανάμεσα σε δεκάδες από δαύτα και κάθε μέρα να αναζητώ απεγνωσμένα κι άλλα, διαφόρων διαστάσεων και ανθεκτικότητας, για να χωρέσω ό,τι έχω και δεν έχω μαζέψει στα 8 χρόνια που ζω σΆ αυτό το σπίτι. Είχα τόσα πράγματα όταν ήρθα εδώ; Όχι, σίγουρα δεν είχα, αλλά δε θυμάμαι και να αγοράζω επιδαπέδιο φωτιστικό ποτέ, ούτε μουσικό κουτί και όσο για τα μη χρηστικά αντικείμενα (λέγε με διακοσμητικό – Θεέ μου, το λέει και η λέξη η ίδια: είμαι άχρηστο!) αυτά είναι σίγουρα από άλλου το χέρι φερμένα εδώ μέσα. Το θέμα είναι πως κάποια από αυτά είναι δώρα τα οποία για διάφορους λόγους δεν άλλαξα. Αλλα γιατί δεν είχαν κάρτα αλλαγής (μα συγγνώμη, τόσο καλά νομίζουν πως σε ξέρουν μερικοί ή μήπως τόση εμπιστοσύνη έχουν στο γούστο τους ώστε να μην φροντίσουν για κάρτα αλλαγής;) κι άλλα επειδή δεν ήθελα να προσβάλω τα άτομα που μου τα έφεραν, τέλος πάντων εκτιμάς και την προσπάθεια κάποιου ενίοτε να σε ευχαριστήσει δεν έχει τόση σημασία να το πετύχει. Λοιπόν, όλα αυτά τώρα μαζί με τα ρούχα (αυτά σίγουρα τα αγόρασα μόνη μου και οικειοθελώς, ρωτήστε την πιστωτική μου κάρτα!) και τα βιβλία πρέπει να τα ταξινομήσω, να τα βάλω στα κουτιά ενώ όλοι οι άλλοι είναι έξω και κάνουν τα ψώνια τους. Και γιατί; Γιατί εγώ αυτά τα Χριστούγεννα διάλεξα να κάνω ένα ταξιδάκι. Κάπως κοντινό είναι η αλήθεια αλλά ελάτε ζηλέψτε με κι εμένα, ένα ταξίδι είναι ένα ταξίδι ακόμα κι όταν απλά αλλάζεις γειτονιά. Λοιπόν εγώ αυτά τα Χριστούγεννα θα ανοίξω τα περισσότερα δώρα από όλα τα άλλα παιδάκια, μόνο που θα ξέρω τι έχουν μέσα και θα είναι από τον εαυτό μου. Κι αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά, γιατί με κάνει να ξεχνιέμαι κάπως και να μη σκέφτομαι πως θα μου πάρει μέχρι την Πρωτοχρονιά τουλάχιστον να ολοκληρώσω την αντίστροφη διαδικασία. Τουλάχιστον θα είμαι σε καινούριο σπίτι. Καινούριος χρόνος, καινούριο σπίτι. Με κάνει να ξεχνιέμαι κάπως γιατί όσο να ΅ναι δεν αφήνεις χωρίς πόνο ψυχής ένα μέρος που έχεις ζήσει οκτώ χρόνια. Και γιΆ αυτό μετακομίζω Χριστούγεννα. Για να γκρινιάζω επειδή εγώ γεμίζω κουτιά από καφέ γκοφρέ χαρτόνι ενώ εσείς είστε έξω και αγοράζετε πράγματα που θα σας τα βάλουν σε ωραία κουτιά και θα σας τα τυλίξουν με πολύχρωμα χαρτιά. Και να ξεχνάω πως αφήνω ένα μέρος που αγαπάω για ένα μέρος που είμαι έτοιμη να αγαπήσω. Το έχετε νιώσει κι εσείς; Εγώ το νιώθω κάθε χρόνο στις 31 Δεκέμβρη. Αλλά φέτος θα είμαι απασχολημένη.
Kαι δώρα φέροντες....Μαρουλίτα (urbicide.blogspot.com.)

Αφλογιστία
Ξυπνάει το πρωί αργά. Έχει καιρό να γράψει. Και τώρα πρέπει. Θέλει. Στρώνεται απέναντι από την οθόνη, τα δάχτυλα ακουμπούν στο πληκτρολόγιο… Πλην όμως, τζίφος, τίποτα… Αναζητά το φάρμακο στα ταπεινότερα των αισθημάτων… Πάει πρώτα σΆ αυτούς που ξέρει ότι θα τον εξοργίσουν. Ελπίζει ότι ίσως τον κινήσει ο θυμός. Διαβάζει… Τα δάχτυλά του σφίγγουν σε γροθιά, χτυπάνε στο τραπέζι, στα χείλη συνωστίζονται άναρθρες κραυγές. Ούτε μια λέξη. Το μεσημέρι επισκέπτεται τους μάγειρες… Καταβροχθίζει συνταγές, περιγραφές γευμάτων, μήπως κι η έμπνευση ανέβει από το άδειο του στομάχι. Σηκώνεται, αφηρημένος ψάχνει το ψυγείο του… Το πληκτρολόγιο γεμίζει ψίχουλα. Είναι αναγκασμένος να κατέβει χαμηλότερα… Αναζητάει τολμηρές περιγραφές, βρώμικη γλώσσα, χυδαία ακροβατικά, όλο και πιο παράξενα συμπλέγματα… Μετά τη θλιβερή τους πτήση, λευκές σταγόνες σκάνε πάνω στη λευκή οθόνη. Ξέπνοος, στρέφεται προς τους καλύτερους. Εδώ θα βρει το κέντρισμα, το ξέρει, είναι καλύτερος απΆ τους καλύτερους, μόνο να βρει το δρόμο για τα πλήκτρα, μόνο να έρθει η πρώτη λέξη, το ερέθισμα. Ποιος θα τον καταλάβει όμως, πόσοι θα αναγνωρίσουν την αξία του; Πρέπει να αλλάξει δρόμο… Να γίνει σαν εκείνους τους καλύτερους, να κλέψει την εκτίμηση, το θαυμασμό του πλήθους, να γίνει περιζήτητος, να του αφήνουν σχόλια λατρευτικά, να γοητεύσει, να αγαπηθεί. Κοιτάζει την οθόνη, μόνο το πρόσωπό του καθρεφτίζεται. Βραδιάζει. Η ώρα των πετυχημένων. Ονειρεύεται χρήματα, την αναγνωσιμότητα που αύριο θα φέρει διαφημίσεις, συνεργασίες στον Τύπο, βιβλία, μπεστ-σέλλερ, χρήματα, ναι, χρήματα… Να γράψει για τα χρήματα… Τα δάχτυλα ζητάνε να κρυφτούν στις τσέπες του. Αργά τη νύχτα... Η οθόνη απέναντί του πάντα ανεπανόρθωτα λευκή… Δεν έχει γράψει λέξη… Πατάει τα πλήκτρα. Ακόμα μια χαμένη μέρα, γράφει. Κοιτάζει την οθόνη και η λύπη τού δαγκώνει την ψυχή… Σβήνει τη πρώτη φράση. Κανένα νόημα, γράφει, ότι η σωτηρία ουκ εστίν…
Μπουένος Aιρες, οδός Τακουαρί 242
«Να πάρω κι εγώ ένα κομμάτι;» Τινάχτηκα έντρομη στο κρεβάτι και λίγο έλειψε να πέσει το κουτί της πίτσας που έχασκε ανοιχτό στα πόδια μου. Τον είδα να εμφανίζεται σιγά σιγά στην πολυθρόνα. «Με τρομάξατε», είπα, «πώς μπήκατε εδώ; Σαν κλέφτης…» «Κάποτε έφυγα από δω σαν κλέφτης. Από το Cuartito είναι;» ρώτησε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την πίτσα. Ένευσα καταφατικά. Τον αναγνώρισα. Κάτω απΆ το μαξιλάρι έπιασα το τηλεκοντρόλ και έκλεισα την τηλεόραση. Του έτεινα την πίτσα και το πακέτο τις χαρτοπετσέτες. «Ευχαριστώ», είπε και πήρε ένα κομμάτι. «Τις πεθυμάω συχνά». Τα μάτια του είναι τόσο φωτεινά όσο και στις φωτογραφίες. Κάτι ασυνήθιστα εφηβικό στο πρόσωπο. Δεν ξέρω τι να πω. Το μεσημέρι, σΆ ένα βιβλιοπωλείο, ανέβαλα για άλλη μια φορά την αγορά του ογκώδους ημερολογίου του. Πού να το κουβαλάω πίσω, σκέφτηκα. «Μη σας ανησυχεί», μου λέει, «κάποτε θα το αγοράσετε, κι ίσως αργότερα βρείτε το χρόνο και να το διαβάσετε. Ίσως και όχι όμως, αλλά δεν πειράζει». Ωχ, σκέφτομαι, διαβάζει και τη σκέψη.. Χαμογελάει. Πασχίζω για να θυμηθώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, σκόρπιες φράσεις του που έχω διαβάσει δεξιά κι αριστερά. Η μνήμη μου όμως με προδίδει. «Δεν είμαι εδώ για να μιλήσετε εσείς. ΑπΆ όσα έχω κάνει στη ζωή μου, απΆ όσους έβλαψα –και μη νομίζετε, όταν θα έρθετε κι εσείς στη θέση μου, θα καταλάβετε πως μια ζωή φτάνει για να πληγώσουμε πολλούς– συχνότερα θυμάμαι ετούτη την πανσιόν απΆ όπου έφυγα μια νύχτα, με το λογαριασμό απλήρωτο. Μη σκέφτεστε το κλασικό, ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα… Σιγά τις τύψεις… θυμάμαι μόνο την απόγνωση και την ελευθερία που με πλημμύριζαν εκείνη τη στιγμή. Είκοσι τέσσερα χρόνια έζησα σΆ αυτήν τη χώρα, άφησα πίσω μου τη γηραιά Ευρώπη, γύρισα εκεί σχεδόν μόνο για να πεθάνω. Κάποιος γνωστός σας λέει ότι είμαι ο καλύτερος Αργεντίνος συγγραφέας, μη δίνετε όμως σημασία, παίζει».
«Κύριε Γκομπρόβιτς…» λέω. «Φαίνεται πως δεν είστε αρκετό καιρό εδώ. Γιατί δεν χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα; Ήθελα να σας πω μια ιστορία… Σπάνια έρχεται σε τούτη την πανσιόν κάποιος απΆ την Ευρώπη, κάποιος που να του λέει κάτι έστω το όνομά μου, κάποιος που να μπορεί να νιώσει την απόγνωση και την ελευθερία μιας νύχτας του Ά43. Κυρίως κάποιος που να μπορώ να του ζητήσω ένα κομμάτι πίτσα. Μονάχα κάτι δύσμοιρα παράνομα ζευγάρια. Γίνομαι μάρτυρας απελπισμένων εναγκαλισμών». Απλώνει ξανά το χέρι. Του προσφέρω πίτσα, παίρνω κι εγώ ένα κομμάτι. Του δίνω το δεύτερο κουτάκι μπύρα. Χαμογελάει. «Πείτε μου», λέω. «Σας ακούω…» Πάω να πω Βίτολντ, αλλά δεν μου βγαίνει.
 Πάλι στην παιδική φωτογραφία
Στην τελευταία μετακόμιση χάθηκαν όλες οι φωτογραφίες της. Δεν έμεινε καμιά, ίσως μόνο αυτές που κάποτε περάσανε σε χέρια άλλων. Κανένα ενθύμιο λοιπόν. Τα ενθύμια, όπως και η νοσταλγία, σκέφτηκε ή ίσως και να το θυμήθηκε, ίσως το Άχει διαβάσει κάπου, δεν δείχνουνε το παρελθόν, αλλά το μέλλον. Αυτό που κάποτε υπήρξε, ως ενδεχόμενο, ως προσδοκία, ως σκοπός. Τώρα είναι καθισμένη σε μια πολυθρόνα και κοιτάζει έξω απΆ το παράθυρο. Κοιτάζει, αλλά βλέπει προς τα μέσα, αναζητάει μια φωτογραφία που να συνδέει μια μακρινή πια παιδική ηλικία με τη σημερινή φωτογραφία της, όπως τη βλέπει τώρα στον καθρέφτη. Και βρίσκει. Είναι οκτώ χρονών, πριν από λίγο έπαιζε στα χώματα, και τώρα, έχει κάνει μια στάση, έχει βγει απΆ τον κόσμο και έχει βυθιστεί σε κάποια ξένη ιστορία. Έχει ξεχάσει τους φίλους της, τους γονείς της, τα σχολικά μαθήματα, τις προσδοκίες των άλλων, τις δικές της προσδοκίες. Όλο το μέλλον βρίσκεται μέσα σΆ εκείνο το βιβλίο, είναι το μέλλον του Τομ Σώγερ, της Πολυάννας, του Φιλέα Φογκ, του Δον Κιχώτη, της Πάπισσας Ιωάννας, του Κουασιμόδου, της Αλίκης, που κάποτε ήταν ένα κορίτσι που το έβγαζαν φωτογραφίες κι έπειτα πέρασε μέσα από τον καθρέφτη κι έζησε τη δική του ιστορία. Κάθεται σε μια πολυθρόνα και κοιτάζει έξω απΆ το παράθυρο. Στα πόδια της είναι ακουμπισμένο το βιβλίο. Κάθε φορά που ανοίγει το βιβλίο μπαίνει ξανά ολόκληρη στην παλιά παιδική φωτογραφία.
H Χιονάτη αποχαιρετά τους Επτά Νάνους
Αφιερωμένο στη συγκάτοικο Φαμ Φρακτάλ, για το κορίτσι που δεν αφήνει πίσω της και για τα δύο υπέροχα ονόματά της
Υπόσχομαι να σας γράφω, μαντίλια που σβήνουν στον ορίζοντα, γέλια όλο και πιο ωχρά, πρόσωπα πέφτουν δίχως βάρος στο υγρό χορτάρι, όπου υφαίνουν τώρα οι αράχνες κυανούς ιστούς. Στο σπίτι του δάσους τρίζουν, τη νύχτα, οι παλιές σανίδες, τρύπιες κουρτίνες ανεμίζουν στον αέρα, μπαίνει μονάχα το φεγγάρι από τις χαραμάδες. Οι σιωπηλοί καθρέφτες, πόσο γελοίοι τώρα, φαρμακωμένες χτένες, μήλα, γητειές, τι μυρωδιά κλεισούρας, τώρα πόσο γελοία. Θα μου λείψετε, ποτέ δεν θα σας ξεχάσω. Μαντίλια που σβήνουν στον ορίζοντα. Από μακριά ακούγονται ξερά χτυπήματα, το ένα μετά το άλλο τα δέντρα καταρρέουν. Πωλείται ο κήπος με τις κερασιές.
Leopoldo María Panero, Así se fundó Carnaby street BLANCANIEVES SE DESPIDE DE LOS SIETE ENANOS
Prometo escribiros, pañuelos que se pierden en el horizonte, risas que palidecen, rostros que caen sin peso sobre la hierba húmeda, donde las arañas tejen ahora sus azules telas. En la casa del bosque crujen, de noche, las viejas maderas, el viento agita raídos cortinajes, entra sólo la luna a través de las grietas. Los espejos silenciosos, ahora, qué grotescos, envenenados peines, manzanas, maleficios, qué olor a cerrado, ahora, qué grotescos. Os echaré de menos, nunca os olvidaré. Pañuelos que se pierden en el horizonte. A lo lejos se oyen golpes secos, uno tras otro los árboles se derrumban. Está en venta el jardín de los cerezos.

Desamores de verano Καμία διάθεση για καλοκαιρινούς έρωτες. Ούτε σκοτεινούς ούτε γελοίους, πολλώ δε μάλλον ατελέσφορους… Εξάλλου, δεν πιστεύω στους ατελέσφορους έρωτες. Ενδεχομένως ούτε και στους καλοκαιρινούς, με τη συνήθη έννοια δηλαδή. Εγώ, τέλος πάντων, ποτέ δεν ερωτεύτηκα καλοκαίρι, όλοι οι έρωτές μου ήταν χειμωνιάτικοι, μεταξύ Δεκεμβρίου και Μαρτίου, ούτε πριν ούτε μετά. Έφυγα. Και τώρα που, δραπέτις του καλοκαιριού και των ερώτων του, ζω στο χειμώνα του νοτίου ημισφαιρίου, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι μυθοπλασία. Στο μυθιστόρημα Το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ υπάρχει η εξής σκηνή: Μπουένος Aιρες, καλοκαίρι, η ζέστη είναι αφόρητη και ανάμεσα σε δυο απέναντι παράθυρα δύο από τους ήρωες, ο Ολιβέιρα κι ο Τράβελερ, στήνουνε δυο σανίδες και η Ταλίτα, η γυναίκα του δεύτερου, προσπαθεί να περάσει από το ένα διαμέρισμα στο άλλο προκειμένου να δώσει στον Ολιβέιρα ένα πακέτο μάτε και καρφιά. Η σκηνή κρατά πολλή ώρα και έχει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά: είναι γελοία, τι άλλο μπορεί να είναι η εικόνα μιας γυναίκας που προσπαθεί να διασχίσει αυτή την αυτοσχέδια γέφυρα μεταξύ δυο παραθύρων, είναι σκοτεινή και επικίνδυνη, γιατί οι σχέσεις μεταξύ των τριών προσώπων είναι ιδιαιτέρως μπερδεμένες, και ατελέσφορη, διότι η Ταλίτα εντέλει θα γυρίσει πίσω και δεν θα φτάσει ποτέ στο παράθυρο του Ολιβέιρα, που βλέπει σΆ αυτήν μιαν αντανάκλαση του μεγάλου του έρωτα, της Μάγα. Κι έτσι θυμήθηκα τους πρώτους παιδικούς μου έρωτες. Καλοκαίρι, ετών δώδεκα, οικογενειακές διακοπές στη Σάμο. Τον έναν τον έλεγαν Βαγγέλη και τον άλλο Μιχάλη, τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι όσο τα ονόματά τους, όσο οι δύο ήρωες του Κορτάσαρ. Στα κοριτσίστικά μου όνειρα ταλαντευόμουν ακατάπαυστα ανάμεσα στους δυο. Ποτέ ξανά δεν ταλαντεύτηκα στον έρωτα. Αντιθέτως, πάντα ταλαντευόμουν στη ζωή, ανάμεσα σε έναν Ολιβέιρα κι έναν Τράβελερ, έναν Βαγγέλη κι έναν Μιχάλη, μια Μάγα και μια Ταλίτα… Εντέλει, όλα ψέματα…
Ni Maga ni Talita
(Δια χειρός Arte de la Fuga)
|