index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Nαρκωμένο ντουλάπι

Nαρκωμένο ντουλάπι


Το μόνο που μετράει είναι πώς έζησαν


Ο Σίμων Καρράς αισθανόταν μια χαρά  στον στενό του κύκλο. Αγνωστος από τη δεκαετία του τριάντα, όταν ίδρυσε το Σύλλογον Προς Διάδοσιν Της Εθνικής Μουσικής, μέχρι τη δεκαετία του εβδομήντα, όταν τον έκαναν ευρύτερα γνωστό οι μαθητές του. Και πόσοι τον ξέρουν δηλαδή σήμερα;

Για τον Samuel Baud-Bovy ήταν αρκετό να γνωρίσει και να γνωριστεί με όσους ηχογραφούσε. Του έφτανε ότι τον εκτιμούσαν εκείνοι που μοιράζονταν τα ενδιαφέροντά του.

Και για τους δυο, η διεύρυνση του κύκλου των γνωστών θα αποκτούσε νόημα μόνο αν επρόκειτο να αποφέρει καλύτερες συνθήκες δουλειάς. Με ό,τι επώδυνο και χρονοβόρο συνεπάγεται αυτό.

Τη σιωπή των άλλων για το άτομο σου την επιβάλλεις.

Πώς επιλέγεις να ζήσεις -δηλαδή να πεθάνεις- εδώ ήταν πάντα ο κόμπος! Οι επιλογές σου (να τις φανταστείς σαν ρούχο που αγόρασες) δεν χωράνε μαζί με σένα και τους ψιθύρους ή τις σκέψεις ή τις συζητήσεις άγνωστών σου συνανθρώπων.

Κάθεται ο άλλος σήμερα και επινοεί συνομωσίες, φαντάζεται σινάφια δολοπλόκων για να δικαιολογήσει το δικό του, ολοδικό του, πάθος να μάθω ότι υπάρχει· να γίνει αν είναι δυνατόν διάσημος.

Αν κατάλαβες, δεν έχω κάτι να προσάψω στους γνωστούς και τους διάσημους. Μου κάθονται στο λαιμό οι άλλοι, όσοι καταστρέφουν τη ζωή τους κουβαλώντας στους ώμους, κι όχι μόνο τους δικούς τους, το ασήκωτο βάρος του άγνωστου, του αποσιωπημένου.

Κατάλαβέ το, αποσιωπημένοι έχουν πάψει να υπάρχουν προ πολλού: Από τότε που μάθαμε την ύπαρξη του Ηρόστρατου. Τους υπόλοιπους, αργά η γρήγορα, θα τους μάθουμε... Αν όχι αμέσως, εμμέσως... Το μόνο που μετράει είναι πώς έζησαν.




Πέμπτη κάθετος: Αγησιλάου

Προς στιγμήν είπα να κατευθυνθώ προς Πειραιά, αλλά το λίγο αλκοόλ που κυκλοφορούσε στις φλέβες μου χρωμάτιζε μελαγχολικά τη διάθεση μου. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο ακόμα. Έπιασα αριστερή λωρίδα και έστριψα στην Αθηνών. Στο ύψος του Καρφούρ κατάλαβα γιατί είχαν παρατήσει το αυτοκίνητο στον σταθμό. Στο φανάρι στάθηκε αδύνατον να αλλάξω ταχύτητα. Το σαζμάν. Ήταν χαλασμένο το σαζμάν. Κάποιος με είχε φωτίσει να επιμείνω στο δεξί μέρος του δρόμου. Βγήκα και απομακρύνθηκα γρήγορα για ευνόητους λόγους. Κατευθύνθηκα προς την Ομόνοια. Ο κρύος αέρας και το περπάτημα θα μου έκαναν καλό. Σε δέκα λεπτά πλεύρισα το Μεταξουργείο. Πήρα τη Θερμοπυλών. Πρώτη κάθετος: Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Ελευθερία και ο φίλος της. Χώρισαν επώδυνα. Όπως συμβαίνει πάντα. Δεύτερη κάθετος: Γερμανικού. Το θέατρο. Εφτά χρόνια χαμένα. Αριστερά το Καφενείο: Στρέζοβα. Από εκεί προμηθευόμασταν τα ποτά. Ουίσκι ή βότκα. Μια τηλεόραση με μεγάλη οθόνη κοίταζε τους θαμώνες να παίζουν χαρτιά. Η Γερμανικού βλέπει την πλατεία Γιατράκου. Πριν χρόνια, όταν έμοιαζε ακόμα με αλάνα, καθώς έπεφτε η νύχτα, είδα από μακριά φώτα και άκουσα κάτι σαν μελωδία. Πλησίασα. Είδα τσιγγάνους να γιορτάζουν. Δύο ηλεκτρονικά πληκτροφόρα, το ένα για να κρατάει το ρυθμό και το άλλο για τις ανάγκες της μελωδίας. Μερικά μεγάφωνα τοποθετημένα έτσι που να σχηματίζουν κύκλο. Όλα ηλεκτροδοτούμενα από μια θορυβώδη γεννήτρια. Μια ομάδα γύφτισσες χόρευαν τσιφτετελοειδώς κι ένας κομπέρ, εκφωνητής ή ΜC αν θες, που μου έδωσε την εντύπωση ότι σχολίαζε τα τεκταινόμενα. Γύρω-γύρω κυρίως παιδάκια και μερικοί άνδρες. Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα αλλά έβλεπα ότι χορεύουσες και μη, αντιδρούσαν με γέλια και παλαμάκια σε κάθε παρέμβαση του MC. Ρώτησα και μου είπαν ότι γιορτάζουν βαφτίσια. Ένα πανηγύρι κομάντο είχε στηθεί εκ του μηδενός. Όλα μπορούσαν να διαλυθούν σε πέντε λεπτά, φορτώνοντας τον εξοπλισμό στα ημιφορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στα πέριξ. Τρίτη κάθετος: Λεονίδου. Το περίπτερο που ψώνιζα τις εφημερίδες. Διέθετε τα πάντα. Ακόμα και κουζίνα. Η μυρωδιά του φαγητού σχεδόν σου άνοιγε την όρεξη. Τέταρτη κάθετος: Κεραμικού. Κάπου εδώ πρέπει να είχα ακούσει τον Σαββόπουλο. Πέμπτη κάθετος: Αγησιλάου. Γεμίζει μετά τις δώδεκα με νέα αγόρια που κάνουν πιάτσα. Θλίψη, αλλά γιατί; Και φτάνω στην Πειραιώς. Α, με τεμάχισαν κι εμένα απόψε οι οδοί που τέμνουν την Θερμοπυλών.






Ένα τίποτα


Είκοσι εικοσιπέντε χρόνια πριν πεθάνει ο μπαμπάς μου αποφάσισε να γίνει τυροκόμος. Αγόρασε βιβλία, έκανε τα απαραίτητα πειράματα κι άρχισε να φτιάχνει τυριά χρησιμοποιώντας τον φούρνο της κουζίνας για να μεταμορφώνει το γάλα.

Θυμάμαι ότι τα τυράκια του είχαν ωραία εμφάνιση. Aσπρα και στρογγυλά. Τι γεύση είχαν δεν έμαθα ποτέ. Βλέπεις, οι δραστηριότητές του δεν είχαν την έγκριση της μαμάς. Απέστρεφε με αηδία το πρόσωπo όταν της έδινε να δοκιμάσει. Μάλλον ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του ζευγαριού που τότε δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω. Ο γιος θα ακολουθούσε τυφλά την μαμά του. Έτσι μου φαίνεται γίνεται πάντα.

Όταν κάποιος δοκίμαζε τα έργα των χεριών του, ο πατέρας μου εκστασιαζόταν. Η εξαδέλφη μου, που έμενε τότε σπίτι μας, είχε μόνο καλά λόγια να πει για το τυρί του. Το ίδιο κι όποιος άλλος έμπαινε στον κόπο. Προσπαθούσε να με δελεάσει -«δοκίμασε βρε, δοκίμασε μόνο...είναι ωραίο»- αλλά τίποτα  Τα έτρωγε αυτός κι η ξαδέλφη μου. Κάποια στιγμή απογοητεύτηκε (ή βαρέθηκε) και σταμάτησε να ασχολείται  Μ’ ένα τίποτα θα τον έκανα να χαρεί αλλά...

*

Έστω δια της φαντασίας να επανορθώσω: Μμμμ...καταπληκτικό το τυράκι σου μπαμπά. Για κέρασε και λίγο κρασάκι...





Αυτήν την τρύπα διαθέτει η φαντασία του


Κάνει κακά του και χαϊδεύει το πουλάκι του. Δήθεν αδιάφορα. Η μαμά ήταν πάντα σαφής: «Να μην τ’ αγγίζεις γιατί θα γίνεις έτσι», ακολουθεί τρομακτική, υποτίθεται, γκριμάτσα. Κι ενώ δεν περιμένει τίποτα, δεν ελπίζει τίποτα, εντελώς απροειδοποίητα, σαν πίδακας, τινάζεται από τ’ αρχιδάκια του. Τι τρέχει; Στομάχι, στέρνο, λαιμός. Σκάει εκτυφλωτικά πίσω από τα μάτια. Τι ακριβώς; Γίνεται κομματάκια, κόκκοι, άμμος. Δεν το ξέρει ακόμα, αλλά πάνω σ’ αυτήν την άμμο που έγινε θα χτίσει στο μέλλον παλάτια. Ανασυντίθεται γρήγορα σαν νέος Αδάμ. Προς το παρόν επείγεται να βγει. Βγαίνει σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα δείχνουν να βρίσκονται στη σωστή θέση. Θα χρειαστούν μερικές δεκαετίες για να δει τον ίδιο κόσμο ξανά. Πηγαίνει, κάνοντας κουτσό, πότε στο ένα και πότε στο άλλο πόδι, σχεδόν χορεύοντας, να ανακοινώσει την τρομερή ανακάλυψη, τον απίστευτο σύνδεσμο στο φίλο του τον Νάσο. Θα πιστεύει για καιρό ακόμα ότι το πουλάκι μπαίνει στον αφαλό των κοριτσιών. Αυτήν την τρύπα διαθέτει η φαντασία του.





Η κοιλιά του Λώτον
 
στη Δήμητρα Ανδρέου

Όλοι τους τις κοιλιές τους κουβαλούν
Λες κι είναι μπάζα από κλεψιά
και κάποιος κυνηγά να την αρπάξει.
Όμως ο μέγας Λώτον
σαν ποίημα επί σκηνής έδειξε τη δική του
Ήθος ποιών δεν έβλαψε κανέναν.
Δες την: Όχι συνηθισμένη μα ούτε κι ασυνήθιστη
Κι από τροφές χτισμένη
Που επέλεξε αβίαστα για τη δική του τέρψη.
Τη σκηνοθέτησε έξοχα κι η ερμηνεία σκίζει.

*

Τσαρλς Λώτον: Αγγλος ηθοποιός με ιδιαίτερη παρουσία στο θέατρο και τον κινηματογράφο από τη δεκαετία του '30 μέχρι τη δεκαετία του '60. Συνεργάστηκε με τον Μπρεχτ για την μετάφραση και το ανέβασμα της Ζωής του Γαλιλαίου (Λος Αντζελες 1947, σκηνοθεσία Joseph Losey).

Μετάφραση της εκδοχής του Christopher Middleton του ποιήματος του Μπέρτολντ Μπρεχτ, Der bauch Laughtons:

LAUGHTON'S BELLY

All of them, the way they carry their bellies around
You’d think it was swag with someone in pursuit of it
But the great man Laughton performed his like a poem
For his edification and nobody’s discomfort
Here it was: not unexpected, but not usual either
And build of foods which he
At his leisure had selected, for his entertainment.
And to a good plan, excellently carried out.

------------------------------------------------------------------------------------------

Το ποίημα το έχει μεταφράσει και ο Γ.Π . Σαββίδης –περιοδικό «Χάρτης»- 1982

Όλοι ετούτοι κουβαλάνε τις κοιλιές τους
Σαν να είναι κλοπιμαίες
Σαν να γίνεται ανάκριση για δαύτες.
Αλλά ο μέγας Λώτον την παράσταινε σαν ποίημα
Προς εποικοδόμηση δική του και βλάβη κανενού.
Να την : όχι αναπάντεχη, μήτε κοινότοπη
Μα χτισμένη από φαγητά, ξεδιαλεγμένα
Με ραχάτι, για τον εγλεντζέ του
Καλά σχεδιασμένη, έξοχα εκτελεσμένη.





Καλοκαίρι ανάποδα



Αύγουστος 2006: Τουλάχιστον τάχουν βρει για το παιδί;

Δεκέμβριος 2006: Τίποτα δεν θα κατάφερνα στη ζωή χωρίς τους φίλους μου. Όμως, όσο περνάνε τα χρόνια, καταλαβαίνω ότι αυτά τα πλάσματα έχουν γίνει, σιγά-σιγά, αποκυήματα της φαντασίας μου, καλά ριζωμένα σε μια πραγματικότητα που αγνοώ. Το ίδιο θα μπορούσαν να πουν κι αυτοί για μένα. Τι μένει; Ο ελάχιστος χρόνος που υπήρξαμε μαζί ευτυχισμένοι κι ατρόμητοι. Ελπίζω αυτός ο χρόνος ο εσωτερικευμένος, λίγος κι ακίνητος, να αναμετρηθεί κάποτε με τον άλλο χρόνο, τον πανδαμάτορα, που τρέχει και μας αλλάζει. Να νικήσει. Να λάμψουν και πάλι τα πάντα για πάντα. Αλλά πώς; Κυρίως όχι νοσταλγίες.

Δεκέμβριος 2006: Παραλίγο να της σπάσει το κεφάλι. Έσπασε η μπουκάλα δίπλα της, πετάχτηκαν τα κομμάτια. Δυο ράμματα στο μέτωπο.

Πρωτοχρονιά 2004: Καταπληκτικό τα χταποδάκι! Κρασάτο, ε;

Ιούλιος 2000 (στη βεράντα): Πίνεις πολύ φίλε μου.

Πρωτοχρονιά 1999: Γα..γα..Αντε γαμήσουρεμαλάκα.

Σεπτέμβριος 1995: Θα μείνετε μαζί;

Χριστούγενα 1994: [...]

Ιούνιος 1993: Ρε συ, αυτή στη βεράντα σε κοιτάει καλά-καλά. Ωραία γκόμενα.

[...]

Ιούνιος 1982: -Αντε...καληνύχτα.
                       -γειααυριοπάλι.







15/12/2003 Revisited.
--------------------------

«Όρθρου βαθέως μου σώνεται το ουίσκι
κι η νύχτα που διαβαίνει με σαρκάζει.»

8 πμ. Νεκροταφείο Χαλανδρίου. Να ξεθάψω τον πατέρα μου. Θαμμένος εκεί (θάφτηκε, ξεθάφτηκε, ξαναθάφτηκε) από το 1987. Αγοράζω τενεκεδένια οστεοθήκη από τα πέριξ μαρμαράδικα. Λάμπει. Μου λένε να γράψω στο κουτί, με μαρκαδόρο ανεξίτηλο, το όνομα και τη χρονιά γέννησης και θανάτου. Πότε γεννήθηκε; Πότε πέθανε; Πέφτω σε ξαφνικό κενό μνήμης. Επανέρχομαι, τα γράφω.

Υπάλληλοι: «Πηγαίνετε στον τάφο. Εμείς θα φωνάξουμε τον εργάτη». Στη μέση του δρόμου με ξεκουφαίνουν μεγάφωνα. Λοχίας δίνει παραγγέλματα στο στρατόπεδο των πεθαμένων. Καλούν τον εργάτη να πάει για δουλειά; Η ηχώ μ’ εμποδίζει να βγάλω νόημα. Ο εργάτης έχει συνηθίσει και καταλαβαίνει. Τον συναντώ, με το καροτσάκι, το φτυάρι και τον κασμά του να κατευθύνεται προς τον τάφο. Με βλέπει: «Για την εκταφή;»

Χώμα νοτισμένο. Στους σταυρούς περιστέρια. Κασμάς, φτυάρι. Κασμάς, φτυάρι. Κασμάς, φτυάρι. Πρώτο το κρανίο. Χρώματος καφέ. Εργάτης: «Θα πλυθούν με νερό και κρασί. Εγώ θα τα πλύνω». Ωμοπλάτη. Μία. Δύο. Βραχιόνιο: Ένα. Πετάει τα κόκαλα στο καροτσάκι του. Φαγωμένα πλευρά. «Tόσο καιρό θαμμένος, τα πλευρά έχουν λειώσει..» Δεύτερο βραχιόνιο. Κάτω γνάθος. Ένα λαγόνιο. Κι άλλα πλευρά. Με το φτυάρι ένα-δυο οστά στο βουναλάκι που σχηματίστηκε πλάι στον τάφο. Το παίρνω χαμπάρι, τα μαζεύω. «Μπα, κόκαλα ήταν αυτά;» Δεύτερο λαγόνιο. Σπόνδυλοι: Δυο μαζί, τρεις μαζί, ένας μόνος του. Δεν έχω κουράγιο να τους μετρήσω. Ανασκαλεύω το χώμα να βρω κι άλλα. Δύσκολο. Τι ήταν αυτό; Πετρούλα; Οστό; Όταν τελειώσουμε πρέπει να κάτσω να λογαριάσω; «Με συγχωρείτε,  λείπει το υοειδές οστό, το δεύτερο μετατάρσιο του αριστερού χεριού και τουλάχιστον τρία σησαμοειδή»...   
       Φροντίζω να συγκεντρωθούν τα βασικά. Πάλι καλά που ξέρω πέντε πράματα και μπορώ να ελέγξω. Αυτά τα οστά θα βρεθούν, όλα μαζί και πάλι, τη δευτέρα παρουσία. Όμως εγώ πιστεύω όσο μια αμοιβάδα. Λιγότερο. Ο άστεγος μέσα μου λοιπόν. Ο μετανάστης.




Συνηθισμένα πράγματα


[...] Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Όταν δεν μπορώ να μιλήσω για κάτι, μιλάω για την αδυναμία μου. Φτωχός ήταν αλλά ευτυχώς άρεσε στις γυναίκες. Έγραφε στίχους από μικρός. Τίποτα το ιδιαίτερο. Χάρη στους στίχους λέει τον αγάπησε η σύζυγος. Τελευταίος κρίκος αυτή μιας παλιάς αλυσίδας. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις του πεθερού του. Υφάσματα. Πρόκοψε. Κέρδισε και την εκτίμηση του πεθερού. Τώρα γιατί τον έβρισκε το πρωί να γράφει ιστορίες; Θα σε γελάσω. Όσα έγραφε άρεσαν. Σε λίγους αλλά άρεσαν. Τα καλλιτεχνικά δεν τα ξέρω καλά για να επεκταθώ. Μετά το τρίτο παιδί πήρε κι άλλο δίπλωμα ή δεν ξέρω τι. Τόσα λεφτά και να τρέχει για διπλώματα. Έκανε λίγα χρόνια διπλωματούχος. Η καρδιά τον έφαγε. Πόσα ν’ αντέξει κι η έρμη η καρδιά; Γιατί του άρεσαν οι πιτσιρίκες. Εγώ έτσι τον έμαθα. Είχε έρθει στο ξενοδοχείο που δούλευα με μια ζουμπουρλού μικρή. Σε σένα το λέω πρώτη φορά. Όλα τ’ άλλα τα έμαθα μετά. Και το ότι αυτός ήταν ο Βιζυηνός ο υφασματέμπορας μετά το έμαθα. Τι άλλο να πω; Καταλαβαίνεις. Συνηθισμένα πράγματα.



Φωτο: Winnie


Το 1985 έκανα διακοπές σε γραφικό χωριουδάκι στην ενδοχώρα, όπως πάντα, του νομού Ηρακλείου, στην Κρήτη. Αποφεύγω τη συνάφεια με τη θάλασσα κατά τις διακοπές κοντά σε τόσο νερό, κινδυνεύει να πνιγεί κανείς.

Η εμφάνιση μου, την εποχή εκείνη, διήγειρε την περιέργεια. Περιέργεια, η οποία, τις περισσότερες φορές, συνοδευόταν από γέλωτες. Ένα απόγευμα, βολτάροντας, έτυχε να πιάσω κουβέντα με έναν φωτισμένο γέρο («ντα εσένα δε σου φαίνεται παράξενη η βράκα μου;») κι έτσι έμαθα ότι πριν δυο χρόνια, είχε επισκεφτεί τα μέρη τους ένας τύπος που μου έμοιαζε ως προς την εμφάνιση. Κατέλυσε για λίγες μέρες σ’ ένα δωματιάκι, στο σπίτι του παππού, χωρίς να μιλήσει με κανέναν, κι έφυγε αμίλητος αφού πλήρωσε το προσυμφωνηθέν ποσό. Φεύγοντας ξέχασε (άφησε;) στο δωμάτιο τρεις κόλες χαρτί, σχήματος Α3, γεμάτες μουτζούρες και σχέδια. Ο γέροντας φύλαξε τη μια κόλα, εκείνη με τις λιγότερες μουτζούρες. Τα ορνιθοσκαλίσματα τού θύμιζαν, λέει, μαντινάδες. Δεν έδειξε το χαρτί σε κανένα, για ν’ αποφύγει «τσι ειρωνείες». Μου το χάρισε.

Ήταν προφανές ότι επρόκειτο για στιχούργημα. Μετά την αποκρυπτογράφησή του, διαπίστωσα ότι οι στίχοι δεν ήταν δα για πέταμα· τους κράτησα και τους ξέχασα. Μόλις πριν δυο μέρες, ακούγοντας ραδιόφωνο, συνειδητοποίησα ότι ήταν γραμμένοι πάνω στην μελωδία του πολύ γνωστού και διαχρονικού τραγουδιού «Κάποιος Γιορτάζει». Η Αστεριάδη το 'χε πει πρώτη;

Johnny Rotten discovers Sigmund Freud in Crete.
-----------------------------------------------------------

Σαν να 'ταν όνειρο απόψε θρήνοι κραυγές με ξυπνήσαν
Λες και υπέφερε όλη η γη
Καταραμένος άκουγα να σαι καταραμένος
Καθένας έλεγε με οργή.

Νόμιζα πως ονειρευόμουν
Ψίθυροι μοιάζαν μακρινοί
Σαν να μουρμούριζαν ποτάμια
Πουλιά και ουρανοί

Κάποιος μιλάει που να ξέρω
Που να θυμάμαι τι να πω
Κάποιος μιλάει κι ησυχάζει, δε με νοιάζει
Κάποιος προδίδει μα το βρήκα είμαι εγώ.

Ο τίτλος είναι, βεβαίως, του ποιητή. Οι στίχοι ήταν γραμμένοι με πολυτονικό.



Η δημοσίευση σχολίων ή άλλου τύπου κειμένων και η δυνατότητα σχολιασμού τους από φέροντες ψευδώνυμο αναγνώστες, ό,τι συμβαίνει σήμερα στα μπλογκ, μου θυμίζει τη Διάπλαση των Παίδων, ένα περιοδικό που, ξεκινώντας στις αρχές του αιώνα, έκλεισε και ξαναεκδόθηκε αρκετές φορές.

Στο ξεκίνημά της, πολύ πριν αρχίσω να τη διαβάζω εγώ, η Διάπλαση έθετε σε κάθε τεύχος ένα ερώτημα του τύπου «σαν τι εφευρέσεις κι ανακαλύψεις φαντάζεσθαι πως θα γίνουν στο μέλλον και ποια, κατά τη γνώμη σας, θα είναι η σημαντικότερη;» κι όσα παιδιά ήθελαν, απαντούσαν μ' ένα γράμμα. Οι συντάκτες του περιοδικού (εκπροσωπώντας την κοινή γνώμη, με την μορφή μιας φανταστικής οικογένειας) βράβευαν την καλύτερη απάντηση.

H ιδέα είχε επιτυχία και εκατοντάδες πιτσιρίκια, κρυμμένα πίσω απ το ψευδώνυμο τους, διάβαζαν κάθε βδομάδα τα σχόλια του Ανανία και της Αγάπης (αδελφάκια, μέλη της οικογένειας που είπαμε) για τα μικρά τους δοκίμια. Περνώντας τα χρόνια, οι αναγνώστες έκαναν πέρα τους οικοδεσπότες και άρχισαν να σχολιάζουν και να αστειεύονται μεταξύ τους. Η αυθόρμητη παρέα που σχηματίστηκε βρήκε κι όνομα: Διαπλασόπουλα.


Τι να πίστευαν άραγε εκείνα τα μακρινά παιδάκια που έστελναν τα πονήματα τους στη Διάπλαση; Τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσαν μιλάνε: Ελληνικός Παιάν, Όνειρο του Ελληνισμού, Ελληνικό Στέμμα, Θιαμβεύων Μεγαλοϊδεάτης, Ιδεώδης Ελλάς. Βρισκόμαστε στο 1918 και τα παιδιά προτιμούσαν φαίνεται, τα μεγαλοπρεπή ψευδώνυμα με δύο ή περισσότερες λέξεις. Ήταν ψευδώνυμα που εκφράζανε μέρος έστω του πιστεύω των μικρών συγγραφέων.


Aντίστοιχα σημερινά ψευδώνυμα θα μπορούσαν να είναι: Απογοητευμένος Μακεδών, Οργισμένος Βαλκάνιος, Η Ανάληψις Του Σαντάμ, Πεσμένη Μετοχή,  Κουφός Παντογνώστης... Όμως τέτοιας μορφής ψευδώνυμα τα συναντάμε σπάνια, γιατί, εν τω μεταξύ, έχουμε μάθει να κρυβόμαστε. Κάποιος που το πραγματικό του ψευδώνυμο είναι, επί παραδείγματι, Πονόψυχος Ρατσιστής, εμφανίζεται ως Yo-Yo-Boy. Τα σημερινά ψευδώνυμα είναι ψευδώνυμα υψωμένα στο τετράγωνο, αφού μάθαμε τελικά να κρύβουμε τον κρυμμένο εαυτό μας.

Έτσι κι εγώ θα υπογράφω ως

Ναρκωμένο Ντουλάπι
(Δια χειρός Κουκουζέλη)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet