index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Mπόνυ και Κλαούντια

Mπόνυ και Κλαούντια



Τα γόνατα

“…η φωνή σου θωπεύει τη δροσιά που απλώνει η δύσις
το κορμί σου δονεί στα θερμά παρακάλια της νύχτας

και στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά ;…”

από «το έβδομο τραγούδι της αγάπης»


Εκείνο το καλοκαίρι το βιβλίο του Εγγονόπουλου το κρατούσα στο χέρι ακόμα και στην παραλία. Με είχε συναρπάσει ο στίχος που μίλαγε για τα γόνατά της. Αυτής. Της γυναίκας του υποθέτω. Μου έκανε εντύπωση. Τα γόνατα; Πως του ήρθε να εκθειάζει τα γόνατα; Εκεί είχα μείνει. Κόλλησε το μυαλό. Πέρναγα τα ποιήματα, πέρναγα τα βιβλία μα εγώ εκεί. «Που το σκέφτηκε;», αναρωτιόμουν. Τα βράδια καθόμασταν με τον Σ. στην παραλία. Τον κοίταζα και το μυαλό μου αλλού. Μου άρεσε, του άρεσα, είμασταν ωραία μαζί, μα δεν νόμιζα πως θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί για μένα έτσι.  Και εγώ ήθελα να σκέφτεται κάποιος για μένα έτσι. Και εγώ για αυτόν.

Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν ότι οι σκέψεις μου ήταν καθαρά εγωκεντρικές: ήθελα να γίνω μούσα;

Πέρασαν χρόνια (και φυσικά και ο Σ.) για να καταλάβω πως δεν ήθελα μόνο αυτό. Ήθελα να νιώσω αυτό που ένιωθε αυτός ο άνθρωπος όταν έγραφε τέτοιους στίχους. Αυτό που πέρναγε τις σελίδες και γέμιζε τα μάτια και το μυαλό μου. Που με τρόμαζε μιλώντας μου για διαστάσεις κρυμμένες.Το εύρος, τον πυρετό, τη δύναμη της ζωής. Όλα τα συνειδητοποίησα φυσικά κατόπιν εορτής. Ποιος έχει τα λογικά του μέσα στον πυρετό; Και ποιος σκέφτοται γόνατα και Εγγονόπουλους;

Μόνο μετά, νηφάλια, όταν που και που θυμάμαι αυτή την πρώτη ανάγνωση, χαμογελάω συνωμοτικά στον εαυτό μου. Και άντε να φανταστεί κανείς τι σκέφτομαι.







Το (μικρό) σπίτι στο Καβούρι


Η πρώτη έκπληξη ήταν όταν διαπίστωσα πως από λάθος δεν είχα λάβει έγκαιρα το μήνυμα για το νέο κείμενο του Ηοtel Memory.

Η δεύτερη έκπληξη ήρθε όταν διαπίστωσα πως ο καλεσμένος του Πορφυρού Δωματίου είναι ο καθηγητής μου κ. Δημήτρης Φιλιππίδης.

Εδώ θα έπρεπε να γράψω «η τρίτη έκπληξη μπλαμπλα....». Δυστυχώς δεν έχω τρίτη έκπληξη για να επιτύχω μια κλασσική κορύφωση του κειμένου. Θα μιλήσω όμως για κάποιον που -για όποιον δεν το γνωρίζει-, το έργο του αποτελεί «έκπληξη». Και οι περισσότεροι, εκτός των συναδέλφων του αρχιτεκτόνων, δεν το γνωρίζουν.

Τάκης Ζενέτος

Ποιος φόβος του κενού; Εδώ δεν ξέρω τι να πρωτοπώ. Δεν προλαβαίνω να πω για τις κοφτερές κατοικίες του, το θέατρο του Λυκαβηττού, τα εργοστάσια ή τα πολεοδομικά σχέδια για οικισμούς της νότιας Κρήτης. Ούτε για το «στρογγυλό» σχολείο στον Αγ. Δημήτριο, ούτε το project «ηλεκτρονική πολεοδομία» και τα οράματά του για ένα μέλλον στο οποίο όλοι θα έχουν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και θα επικοινωνούν μέσω αυτού με τους υπόλοιπους. Ούτε για την αυτοκτονία του το 1977. Εγώ δεν είχα γεννηθεί άλλωστε τότε. Και αυφού δεν είπα τίποτε από όλα αυτά, θα μιλήσω μέσα από ένα περιστατικό καθαρά δικό μου.

Ήταν απόγευμα στην Αρχιτεκτονική σχολή της Πατησίων. Το μάθημα του δεύτερου έτους μας είχε καλέσει να βρούμε μια κατοικία γνωστού αρχιτέκτονα και να την αναλύσουμε. Με βάση, σχέδια φωτογραφίες και αν γινόταν και in situ επίσκεψη. Έπινα ένα cappuccino φακελάκι στο αίθριο, όταν είδα τη Mαρία να έρχεται αλαφιασμένη κατά πάνω μου. Την είδα με πρησμένα κόκκινα μάτια. 
-Τι έχεις;
-Θα το γκρεμίσουν! Κοίτα.

Μου έδωσε ένα σωρό φωτογραφίες και άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα για κρετίνους, το Καβούρι, το γκόμενό της που την έσπρωξε πάνω από τη μάντρα και άλλα τέτοια ωραία.
-Δεν καταλαβαίνω. Τι είναι αυτό;
-Δεν το αναγνωρίζεις, ε; Είναι η κατοικία στο Καβούρι, του Ζενέτου.

No kidding. Με έπεισε πως ήταν το σπίτι που φαίνεται στη φωτογραφία. Χτισμένο το 1959, στο απότομο οικόπεδο της οδού Δεχεράνη 32, στο Καβούρι, το σπίτι με το τεράστιο μπαλκόνι με δάπεδο από αραιές ξύλινες σανίδες και θέα απέναντι στη θάλασσα, δεν αναγνωριζόταν. Το σπίτι με τα τζάμια γύρω τριγύρω, με το μπαλκόνι που σε άφηνε να βλέπεις τον ορίζοντα απέναντι και τη γη κάτω από τα πόδια σου, ανάμεσα από τις ξύλινες σανίδες, την ίδια στιγμή. Ένα μανιφέστο τόλμης και ελευθερίας, μια ανάσα, αυτό ένιωθα όταν το χάζευα σε βιβλία. Το ελληνικό «Fallingwater».

Αυτό το σπίτι, η Μαρία το έψαχνε τρεις ώρες. Τόση ώρα πήγαινε πάνω κάτω στον δρόμο, χωρίς να μπορεί να το ταυτίσει με την εικόνα που είχε στο μυαλό της. Φυσικά, ήταν δίπλα της. Ή καλύτερα, από πάνω από το κεφάλι της. Στην άκρη ενός μικρού γκρεμού που κατέληγε στο δρόμο που περπατούσε. Μόλις το συνειδητοποίησε πως ήταν πια το «μικρό σπίτι στο λιβάδι» έχασε την ψυχραιμία της.  Το είδε με μια κόκκινη κεραμιδοσκεπή καπέλο, με καμάρες χτισμένες στην όψη του, με φωτιστικά κόκκινα μανιτάρια και το χειρότερο: το είδε παρατημένο. Ο γείτονας που πετάχτηκε από δίπλα της είπε πως σε λίγες μέρες θα το γκρέμιζαν. Τότε πήρε το θάρρος (η θεοσεβούμενη!) να μπει μέσα. Και εκεί, μέσα στις σκόνες, με το Σαρωνικό έξω από την σχεδόν αιωρούμενη βεράντα, με τα ειδικά έπιπλα που είχε σχεδιάσει ο Ζενέτος ριγμένα στο πάτωμα, έβαλε τα κλάμματα. Αρχισε να χαιδεύει τα παράθυρα, τους τοίχους, το παγκάκι της ξύλινης βεράντας, το σκαμπό του ‘60s μπαρ. Μια απελπισμένη φετιχίστρια του μοντερνισμού.

Δεν ήξερα πως να αντιδράσω στην αφήγησή της. Συμπαράσταση στην ίδια; Θυμός απέναντι στην επικείμενη καταστροφή; Οργή που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα; Απορία για το ανίκητον της βλακείας; Το αήττητον της αμορφωσιάς; Ένιωσα τέτοια βαθιά θλίψη που δεν μπόρεσα να κουνήσω ούτε τα χείλια μου. Έμεινα ακίνητη, σκοτεινή και βαριά. Σε αντίθεση με αυτό το διαυγές, ελαφρύ, ελεύθερο σπίτι.


 






Μια πόλη πάνω σε πόλη

Έβαλα το χέρι στην τσέπη. Τα lexotanil ήταν ακόμη εκεί. Σκέφτηκα σοβαρά να τους ξαναβάλω χέρι. Μπα. Aσε. Λήξις συναγερμού. Μέχρι νεοτέρας τουλάχιστον.

Για μια στιγμή είπα να προχωρήσω προς Γκάζι, αλλά άλλαξα γνώμη. Ξενέρωσα με το νταχτιρντί της υπόθεσης. Μέχρι και τα σκυλάδικα πήγαν εκεί. Στο gay village. Έτσι το λένε κάτι φίλοι. Ένας άνθρωπος σαν εμένα, με τόση παιδεία και χαρτούρα να με ακολουθεί, προτιμάει το Γκάζι όπως ήταν παλιότερα. Αυθεντικά παρακμιακό.

Πήρα ταξί. Για πού; Σύνταγμα είπα. Βαριόμουν να περπατήσω. Τι θα πήγαινα να κάνω στο Σύνταγμα ούτε ήξερα. Η πόλη άστραφτε και βρόνταγε μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου. Χρώματα, φώτα, φασαρία. Για μια στιγμή, λίγο μετά την Κουμουνδούρου, τα μπαχάρια τύλιξαν τη μύτη μου. Ανεβαίναμε την Ευριπίδου. Οι μαύρες πουτάνες απέναντι τράβηξαν το βλέμμα μου. Χάζευα γυαλιστερές επιδερμίδες, σκυφτούς αχτένιστους άντρες να στέκονται να τους μιλάνε. Συνήλθα με τη μυρωδιά της κρεατίλας. Η βαρβαρότητα της αγοράς πάντα σε ξυπνάει. Είναι τόσο γειωτική.

Φανάρι. Πάντα απολαμβάνω την ανάδυση από αυτό το δρόμο στη Σταδίου. Την ευρωπαϊκή λεωφόρο. Θυμίζει Λονδίνο και Βελιγράδι μαζί. Και τόσο, μα τόσο, μεσοπόλεμο. Και ευτυχώς έχει μια μικρή στροφή πριν δεις το χυμαδιό που λέγεται Σύνταγμα. Κατεβαίνω. Για ένα ακατανόητο λόγο μου έχει καρφωθεί να ξανακαταδυθώ. Όχι όμως στην Ευριπίδου. Στο μετρό ίσως. Μπα. Ούτε. Θυμάμαι αυτό που λένε, πως υπάρχει δηλαδή ένα δίκτυο από υπόγειες πορείες που οδηγούν από τη Βουλή σε 1000+2 σημεία. Αφού την αρχή την έχω δει. Μα ήταν τίγκα στον αρουραίο. Αυτές όμως θέλω να περπατήσω. Να ανοίξω έναν υπόνομο και να κατέβω. Για να αναδυθώ κάπου αλλού. Aραγε θα τις ανοίξουν ποτέ στο κοινό; Μια με αυτή την ιστορία, μια με τις στρώσεις των αρχαίων που κρύβονται κάτω από κάθε σπιθαμή του κέντρου, η Αθήνα είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε πόλεις. Για αυτό και ίσως ο συνωστισμός, θα έλεγαν οι ονειροπόλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς που βλέπεις γύρω, τις νύχτες ανοίγουν έναν υπόνομο, μια πόρτα που δείχνει σε αχρηστία και κατεβαίνουν στην πραγματική ζωή τους. Τη χθόνια. Σαν το “neverwhere” του Gaiman.

Για την ώρα συμβιβάζομαι με το Μετρό. Λίγο μετά, αναδύομαι μπροστά από μια ιστορική μορφή. Τη Δούκισσα της Πλακεντίας. Η Δούκισσα σήμερα φυλάει τον πύργο της πίσω από ένα περίτεχνο κόμπο από αυτοκινητόδρομους. Αν είσαι ασυνήθιστος δεν τον βλέπεις. Το μάτι σου χάνεται στην άπλα των ατέλειωτων ευθειών, στη βαρύτητα της μπετονένιας κορδέλας από πάνω σου, στα χωράφια απέναντι, στην έλλειψη σημείου στο χώρο. Τοπόσημου. Όλα μια σούπα και προσανατολισμός μηδέν.

Βλέπω ένα αυτοκίνητο απέναντι. Τα κλειδιά στο τιμόνι και στη θέση κανείς. Η ιδανική περίπτωση όταν δεν ξέρεις πώς να επιταχύνεις κάτι διεκπεραιωτικό στην πλοκή τέλος πάντων. Μπαίνω μέσα και βάζω πρώτη. Δυο και εβδομήντα στα διόδια. Η Αττική Οδός ξεχύνεται μπροστά μου. Θυμάμαι τα πολεοδομικά οράματα του Ζεν’έτου, για μια πόλη ηλεκτρονική, μια πόλη που να είναι όλη στον αέρα, με αυτοκίνητα, ασύλληπτες τηλεπικοινωνίες και πολλούς υπολογιστές. Καλά, εσύ πέθανες νωρίς. Βάζω πλώρη για τη Δυτικές Συνοικίες. Με το δεξί χέρι ψάχνω και το ραδιόφωνο. Το διαχρονικό Gucci Φορέμα τραντάζει τα ηχεία. Μα πόσο δυνατά το είχε ο χριστιανός;

Μια άσχετη σκέψη μου περνάει από το μυαλό: «οι πόλεις είναι οι άνθρωποί της». Διακλάδωση για Κηφισό. Το ποτάμι.





Γεωμετρία τής αγάπης

Όταν κάποτε έφυγα πολύ μακριά από το σπίτι μου, συνειδητοποίησα δύο πράγματα: ότι σύντομα ξεχάστηκα από εκείνους που δε μ’ αγάπησαν πραγματικά· κι ότι οι επόμενοι που με ξέχασαν ήταν εκείνοι που μ’ αγάπησαν πολύ. Στην αρχή έβλεπα δάκρυα, μετά άκουγα πόνο, μετά με ρωτούσαν ποιός είμαι και γιατί παίρνω τηλέφωνο τέτοια ώρα. Συνέβει με συγγενείς και φίλους, συνέβει με παλιές θηλυκές αγκαλιές· ζεστές κάποτε, έως ζεματιστές. Παλιοθηλυκοαγκαλιές.
Ήμουν απαρηγόρητος, μετά άρχισα να το χαίρομαι. Είναι που η γραμμή που ενώνει τ’ άκρα σχηματίζει κύκλο.

Χριστούγεννα. Μια γιορτή τής αγάπης που προέκυψε με τους βυζαντινούς να σφάζουν επιτυχώς τούς παγανιστές -είναι κάπως εντυπωσιακό: η αγάπη διψά για μίσος. Δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς μίσος, όπως δεν μπορεί να υπάρχει μια άκρη από μόνη της.

Καμιά φορά, έτσι για σπάσιμο, οι γραμμές δεν καμπυλώνονται, απλώς συρρικνώνονται μέχρι εξαφανίσεως. Όπως όταν δυο κορμιά ενώνονται· οι εραστές τελικά θα χωρίσουν, εκτός αν προλάβουν να μείνουν από δυνάμεις, κι ο έρωτας θα γίνει μίσος, αποκαλύπτοντας έτσι το μυστικό νόημα της μανίας που κάποτε εκδηλωνόταν κάτω απ’ τα σεντόνια.
Πρώτα αγαπάς, μετά μισείς. Αλλά το παρόν και το μέλλον συνυπάρχουν όταν τα παρατηρείς και τα δυο μέσα απ’ το αρχείο, γίνονται αγάπη και μίσος ταυτόχρονα, σαν το ποτάμι τού Σιντάρτα ένα πράμα, αγαπόμισος. Αγαπόμισος που πνίγεται μες στην αδιαφορία.

Διάολε, Χριστούγεννα! Αγαπητέ συνάνθρωπε, όπως κάθε Χριστούγεννα, έτσι και φέτος θα επιχειρήσω να σε αγαπήσω· να το ξέρεις όμως: κάθε φορά που σ’ αγαπώ, κάποιος θα την πληρώνει. Η αγάπη διψά για μίσος, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Όπως δεν μπορεί να υπάρχει η άκρη που κρατάς. Χωρίς την άκρη που κρατώ.

ΥΓ. Γράφτηκε σε μαύρο φόντο με λευκά γράμματα, υπό τούς ήχους τού Grinning Mouths των Isis.

Και δώρα φέροντες... Thrass (http://osotaroda.blogspot.com)





Kαζαμίας blogοαμαρτιών




Ξεκίνησα να γράφω ένα κείμενο για τη λύπη και μια γκοθού μα αρνούμαι να το στείλω. Θα πω ξανά για τον εαυτό μου διότι αυτόν ξέρω καλύτερα και για αυτόν μπορώ να γράψω ευκολότερα.

Αδιαφορώ παντελώς για το ενοχικό concept “8 θανάσιμα αμαρτήματα”. Δεν υπάρχουν θανάσιμα αμαρτήματα. Ούτε καν η αφόρητη βλακεία δεν επιφέρει το θάνατο.  Και θα ήταν μια λύση αυτό διότι η βλακεία δεν παλεύεται με τίποτα. Έχω δόσεις από όλα τα «θανάσιμα» αμαρτήματα που αναφέρονται και τα έχω εξασκήσει όλα μονομανώς ανά περιόδους. Εκτός από την ακηδία ίσως, διότι μάλλον έτσι με έχουν προγραμματίσει οι γονείς, οι φίλοι μου και όσα επηρεάζουν τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου.  Πάντως μου άρεσε κάθε φορά που βούταγα σε ένα από αυτά και δεν έχω υποφέρει καθόλου.

Και τώρα θα πω τη γνώμη μου για το κάθε so called αμάρτημα αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για blogger:

Ακηδής blogger: Καλή φάση για τον κάτοχο του αμαρτήματος ίσως, κουλή για όλους τους άλλους. Ο αμαρτωλός είναι στην κοσμάρα του και το μόνο πρόβλημα είναι ότι αν συνεχίσει το ίδιο τροπάρι, δεν θα έχει σημείο επαφής με κανέναν, ίσως δεν έχει δουλειά ή ξεκόψει από φίλους. Ο ίδιος πάντως δείχνει ζεν μα ίσως και να βαριέται. Στο βάθος νομίζω είναι καλομαθημένος και νάρκισσος. Ο περίγυρος ίσως τον βρίσκει τεμπέλη και ελιτίστικο. Αν είναι άντρας οι γκόμενες γουστάρουν διότι αρέσκονται στο φτύσιμο στα πρώτα στάδια της γνωριμίας. Αν είναι γυναίκα, μάλλον τη  λένε «καμμένη» ή «περπατημένη», ανάλογα το ύφος γραφής.

Λάγνος blogger: Προσοχή. Στη λαγνεία κανείς δεν λέει όχι. Μα ανάλογα με το ύφος γραφής του blogger ή θα τον θεωρήσουν adults only, αγάμητο λυσσάρη ή σέξυ ερωτικό άγνωστο γραφέα/τροβαδούρο. Όπως και να’ναι θα έχει πέραση το blog του και μπορεί να γίνει πιπεράτο άρθρο και σε καμιά εφημερίδα τύπου Θέμα ή Espresso.  Οι ζηλιάρηδες θα πουν ότι όσοι μιλάνε για sex συνήθως δεν κάνουν sex και όλοι θα συμφωνήσουν ότι το sex κάνει καλό στο μυαλό γιατί ξελαμπικάρεις hormonewise (άρα κακό στους καλλιτέχνες που αρέσκονται στη θολοκουλτούρα ίσως, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Βουλιμικός blogger: κατηγορία πονεμένη. Κανείς δεν γουστάρει να μπαίνει σε ένα blog κλάψας και αυτολύπησης. Εξαίρεση οι συμπάσχοντες και οι ευγενείς αναγνώστες με τάσεις παρηγοριάς και σωτηρίας του κόσμου όλου (οι επονομαζόμενοι και Σωτηράκηδες). Επειδή τα blogs λειτουργούν και ως self-help από ψυχολογικής πλευράς, η εκτόνωση στο πληκτρολόγιο κάνει καλό. Δεν μπορείς να κρατάς μαζί και sandwitch οπότε το κέρδος είναι διπλό.

Λυπημένος blogger: κατηγορία σταθμός. Οι μισοί bloggers διακατέχονται από θλίψη. Θλίψη ερωτική(κυρίως), κοινωνική, οικονομική. Υπάρχει και η γενική θλίψη απέναντι στη ζωή που εμπεριέχει όλα τα ανωτέρω αλλά επιπροσθέτως οδηγεί τον συγγραφέα να γράφει πονεμένα κείμενα για το ο-τ-ι-δ-ή-π-ο-τ-ε. Η τάση αυτή οδηγεί σε blogs με πολλές αναφορές σε καταθλιπτικούς ποιητές και συγγραφείς, standard παρέα τεθλιμμένων σχολιαστών και αρκετές ερωτικές γνωριμίες που δυστυχώς σταματούν μετά το δεύτερο ραντεβού. Με εκνευρίζουν αυτά τα blogs  γιατί τα θεωρώ «επιτηδευμένα γκομενοαγκίστρια» και συνώνυμα των ακηδών: καλομαθημένα και ναρκισσευάμενα.

Οργισμένος blogger: το επόμενο στάδιο του «λυπημένου blogger», περισσότεροι αναγνώστες.

Αλαζονικά blogs: Συνήθως blogs που δεν επιτρέπουν πάντα το σχολιασμό. Αρχίζουν κάνοντας impact στην blogόσφαιρα, με πολύ κράξιμο κλπ. Όλοι μπαίνουν κάποια στιγμή για να τα διαβάσουν διότι προσφέρουν μια συναισθηματική αναταραχή στον αναγνώστη που περνάει μια βαρετή ημέρα, αφού προξενούν αισθήματα όπως η κρυφή ζήλεια, η απαξίωση, ο οίκτος κ.ο.κ. Επίσης ο αναγνώστης λέει ότι νιώθει πιο ώριμος και ολοκληρωμένος ως προσωπικότητα μετά το πέρας της ανάγνωσης.  Αν δεν έχει να κάνει κάτι καλύτερο με την ώρα του, έχει τουλάχιστον να θάβει κάποιον.  Τέτοια blogs μπορούν να βοηθήσουν και στην απενοχοποίηση όμως.

Φιλάργυροι bloggers: ελάχιστοι bloggers στην κατηγορία αυτή. Όσοι υπάρχουν, διάγουν καλυμμένοι από άλλους μανδύες διότι η –ελληνική- blogόσφαιρα είναι όπως η κοινωνία. Κανείς δεν γουστάρει να ακούει έναν φιλάργυρο, ακόμη και αν είναι και ο ίδιος. Είναι θέμα ταμπού, είναι και ξενερωτικό.

Κενόδοξος blogger: άλλο ένα θέμα ταμπού. Λες και ο blogger οφείλει να έχει πάντα υψηλά ιδανικά,  παιδεία σπάνιου επιπέδου, αγάπη προς τις τέχνες και σιχαμάρα προς το Ζαμπούνη και τον καφέ στο Κολωνάκι. Δεν γνωρίζω δηλωμένη περίπτωση τέτοιου blogger. Γνωρίζω πολλούς κρυφούς. Εξ’oρισμού όμως το blogging το ίδιο είναι κενόδοξο, μα κανείς blogger δεν φαίνεται τόσο ενοχικός που να το σταματήσει.





Αχ, Παρασκευούλα μου …

-Κάτσε. Καλή φάση αυτό το θέμα, ε;
- Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά (σταυροκοπιέται). Να προσέχεις τις παρέες σου. Τρως τίποτα;
-Τρώω. Αστα αυτά τώρα. Καιρό έχουμε να τα πούμε. Έξη χρόνια;
-Και κάτι. Ναι.
-Δεν θα σε ρωτήσω τι παίζει στο μεταφυσικό πεδίο. Θα μου τελειώσουν οι λέξεις. Αλλο θέλω να σου πω.
(Γνέφει).
-Όταν πέθανες φρίκαρα. Εντάξει σε αγαπούσα. Πολύ μάλιστα. Αλλά φρίκαρα πιο πολύ με το γεγονός του θανάτου αυτό καθεαυτό. Την απώλεια. Το μη αναστρέψιμο. Με καταλαβαίνεις;
- Λίγο ριζάκι (γνέφει ξεκοκαλίζοντας με τα χέρια ένα μπούτι κοτόπουλο);
-Ασε με, ρε γιαγιά. Πάλι αλλάζεις θέμα όταν έρχονται τα δύσκολα. Κάτσε και άκουσέ με.
 (Αφήνει το μπουτάκι , σταυρώνει τα χέρια και με κοιτάει).
- Το ότι θα πέθαινες το ξέραμε όλοι από καιρό. Μη σου πω ότι το χάρηκα κιόλας για να μην ταλαιπωρείσαι ούτε εσύ, ούτε κανείς. Μα δεν εννοούσα να συλλάβω αυτό καθεαυτό το γεγονός του θανάτου. Είχα γουρλώσει τα μάτια και παρακολουθούσα τα δρώμενα γύρω μου. Είχα ανατριχιάσει. Από τη στιγμή που περνάγαμε το Ρίο-Αντίρριο. Ο παππούς πάνω στο φέρυ-μποτ (ξέρεις έχει γέφυρα τώρα, μεγάλη ευκολία) κοίταξε απέναντι την συννεφιασμένη Παλιοβούνα και είπε «αχ, Παρασκευούλα μου … είναι η τελευταία φορά που περνάς απέναντι». Κομμάτια με έκανε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να πω. Και οι κλαριντζήδες να παίζουν στο βάθος. Με έπνιξε ένας λυγμός. Και μετά στο χωριό. Που τα βρήκες αυτά τα ηλίθια σόγια που είχαν μαζευτεί ένα χιλιόμετρο έξω και χτυπιόντουσαν μέσα στα μαύρα; Μοιρολογούσαν και χτύπαγαν το χώμα. Σαν αρχαία τραγωδία. Δεν ξέρω γιατί μα φευγαλέα μου ήρθε να γελάσω. Και μετά ο μπάρμπα Μήτσος που κατούραγε στον τοίχο στον κήπο γιατί είχε κόσμο το σπίτι και δεν μπορούσε να περιμένει να πάει τουαλέτα; Η κατάσταση ήταν θλιβερή μα και αστεία μαζί. Και εγώ πότε περιφερόμουν αμίλητη ανάμεσα στις θρηνούσες καρακάξες και ένιωθα ότι ο πόνος μου δεν χωράει να βγει σε μια κραυγή, σε ένα κλάμα. Και πότε έμπηγα γοερά, δυνατά κλάματα στο δωμάτιο.
     Η μοναδική στιγμή που κατάλαβα ότι πέθανες ήταν όταν ήσουν στο χώμα και σου έσταξε ο παπάς λάδι στο μέτωπο. Ενστικτωδώς περίμενα να σηκώσεις το χέρι σου και να το σκουπίσεις. Σήκωσέ το, γαμώτο! Το ήξερα ότι δεν θα το σήκωνες, μη νομίσεις πως το είχα χάσει εντελώς. Μα όταν συνειδητοποίησα πως δεν το σήκωσες ούτε και επρόκειτο να το σηκώσεις, κοκάλωσα. Πέταξα ένα «αρχίδια» δυνατά και έφυγα από το τσούρμο. Αρχίδια φάση, αρχίδια ζωή, αρχίδια όλα. Ματαιότης ματαιοτήτων που λέμε. Κάτι γιαγιάδες με κοίταξαν (τι λέξη, μπροστά στον παπά, κορίτσι πράγμα), μα φαντάζομαι έχουν δει χειρότερα.
- Ντροπή. Τέτοια λέξη!
- Ώχου! Οι σεμνοτυφίες και οι καθωσπρεπισμοί σε μάραναν και εσένα. Δεν κοιτούσες τα δικά σου; Λοιπόν γιαγιά, εκεί κατάλαβα ότι πέθανες και δεν έμενε τίποτε άλλο να κάνω γύρω από τον ανοιχτό σου τάφο. Γύρισα όταν είχαν φύγει όλοι. Αρχισα να κλαίω. Από δέος απέναντι στη νέα μου εμπειρία.
- Να φέρω καρπούζι και φέτα (σηκώνεται);
-Σε λίγο. Γιαγιά, όταν πέθανες αρνιόμουν να κάνω μπάνιο για 3-4 μέρες. Ούτε η ζέστη, ούτε η κούραση, ούτε η κούραση με πείραζαν. Το μπάνιο, η κάθαρση του μπάνιου ήταν σαν να μην είχε για μένα μόνο πρακτικό ρόλο. Είχε συμβολικό. Αν πλενόμουν, μαζί θα ξέπλενα και τα ωραία παιδικά καλοκαίρια μαζί με εσένα και με τον παππού στο χωριό. Ξέρεις πόσο με επηρέασαν. Μα θα ξέπλενα και την επιρροή σου. Σε όλους μας. Γιατί γαμώ το κέρατό μου είχες πάντα «κάτι» με τη υγεία σου; Και με αυτό το κάτι έκανες τους πάντες να λειτουργούν όπως ήθελες; Είναι μέθοδος αυτή; Όχι πες μου τώρα.
….
Έκανα ένα μπάνιο κλαίγοντας. Όταν τελείωσα κοιμήθηκα. Σε είδα στον ύπνο μου. Μην το πω τώρα, οι λέξεις τελείωσαν προ πολλού. Σε έχω ξαναδεί στον ύπνο μου από τότε. Πολύ σπάνια τα τελευταία χρόνια. Τέλος πάντων. Ότι έγινε έγινε.
-Είσαι καλά;
- Είμαι. Και ξέρεις, ωρίμασα πολύ μέσα από το θάνατό σου γιαγιά.
-Μην ανησυχείς για τίποτα. Φάε τη φετούλα τώρα. Είναι κατσικίσια.
- Δεν μ’αρέσει. Μου βρωμάει η κατσικίσια.







Το λάθος χρώμα


Ο φωτογράφος ήρθε στο νηπιαγωγείο να μας αποθανατίσει. Μας το είχαν πει το πρωί μα περίμενα κάτι πιο χαλαρό. Αντ’ αυτού, αυτός είχε βάλει και μας φώναζαν έναν έναν από μια αίθουσα που παίζαμε όλα μαζί, μας έστηνε σε ένα τραπέζι, με ανοιχτό μπροστά μας ένα βιβλίο και δίπλα του αραδιασμένα μια στοίβα πολύχρωμα μολύβια. Το βιβλίο είχε μορφές ανθρώπων, αυτοκινήτων, σπιτιών κλπ. με μαύρα περιγράμματα. Για να ξέρεις που να ζωγραφίσεις με το άτσαλο χεράκι σου. Κάθησα και έπιασα το μολύβι. Το ακούμπησα στο χαρτί.

ΌΟΟΟΟΟχχχιιιι!, πετάχτηκε ο υστερικός επαγγελματίας απέναντι.
Τι; – ρωτάω με τα μάτια-
Δεν ΘΑ το ζωγραφίσεις. Θα ΚΑΝΕΙΣ ότι το ζωγραφίζεις.
Θα ΚΑΝΩ; Γιατί να «ΚΑΝΩ»;
Γιατί αν το ζωγραφίσουν όλοι θα μουτζουρωθεί, απάντησε ο μελλοντικός υποψήφιος του Nobel απέναντί μου.
Δεν ξέρω τι φάτσα πήρα. Μουτρωμένη ίσως. Ως συνήθως. Η μάνα μου παράπονο το είχε. «Πάλι μουτρωμένη είσαι; Χαμογέλα και λίγο βρε παιδί μου!» Ακου «μη ζωγραφίσεις»! Μα ποια ήταν επιτέλους η δουλειά μας στο νηπιαγωγείο; Πάντα μου τη βίδωναν κάτι τέτοια. Από τότε. Αλλά δεν ήθελα να κάνω φασαρία. Κοίταξα το βιβλίο μπροστά μου. Είχε μερικές φιγούρες χρωματισμένες. Μα ήταν υπερβολικά καλά ζωγραφισμένες για να είναι  από συνομηλίκους μου. Υπέθεσα πως τις ζωγράφισε ο ίδιος. Ξενέρα.

Αποφάσισα να κάνω τουμπεκί και να συμμορφωθώ για να τελειώνουμε. Πιάνω το μολύβι.

ΌΟΟΟΟΟχι! Όχι αυτό το μολύβι!
Μέσα μου αναρωτιόμουν πιο να είναι το σωστό μολύβι που πρέπει να πιάσω για να με αφήσει ήσυχη ο βλαμμένος. Κοκέτα γαρ, δεν θα σηκωνόμουν να φύγω στη μέση της αποθανάτισής μου, όσο και να τα είχα πάρει.
ΑΥΤΟ το μολύβι, τσίριξε ο Ανρί Καρτιέ απέναντι.
Αυτό.. αυτό. Τι να κάνουμε; Αντε να τελειώνω.

Κάτσε έτσι, κοίτα από εδώ, στρίψε το κεφάλι σου έτσι.
Ε, αυτό πια παραπήγαινε. Ήμουν έτοιμη να εκραγώ. Το αποφάσισα. Μόλις ξεμπερδεύαμε θα του έδειχνα εγώ. Έκανα όπως μου είπε.

Με φωτογράφισε.

Αντέδρασα ακαριαία. Έπιασα το ΛΑΘΟΣ μολύβι και μουτζούρωσα άτακτα και τις δυο σελίδες. Μεγάλες, άτσαλες, χωρίς νόημα μουντζούρες. Με το λάθος χρώμα.





Αειερώμενοι

Στο παιδί, για τις βαλίτσες
.        .        .       .
                                    
 ………μ……μ.μ….ΜΜΜΜ…..μΜΜΜμμμμμμμ……...μμ..………μμμμμμ………………….
μμμμμμμΜΜμμΜΜΜμμμμμμμμμμμ………ΜΜ..μμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμ
ΜμμΜΜμμμμμμμμμμμμμμμμμμμ………….ΜΜΜΜΜΜ
MμμμμμμΜΜΜμμμμΜΜΜΜμμμμμμμμμΜΜΜμμμμ……………………..……
μμμμμμμμμμμμ……………………
…………………………………………………………………………………μμ..……………………
μμμμ………..μμμμ…………………………………………………………………………………………
μμμμμμμμμ….χμμμμμμ……………………
…………………………μμμ
……………………………………………………………………………………………
……………………………………μμμμμμμμμμμμμμμμμμμμ…………μμμμ
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………
….............................................................................……




in other words:
everloving – MOBY -  cd: PLAY







Περί άλλων δαιμονίων


Δεν καταλαβαίνω γιατί το καλοκαίρι είναι ερωτική εποχή. Πες με εγκεφαλική γκόμενα, πες με ξενέρωτη, my darling, I don’t give a damn.
   Προσωπικά ένα έχω να δηλώσω. Το καλοκαίρι δεν μου έχει γυαλίσει ποτέ κανένας. Μα ποτέ. Πλάκες μπορεί να έχω κάνει για το fun της υπόθεσης, από ορμονικές διαταραχές, από αντίδραση σε κάποιον γκόμενο που με έφτυσε και δυστυχώς δεν θα είναι εκεί για να ζηλέψει (ευσεβείς πόθοι)  ή κάτι άλλο αντίστοιχου συγκινητικού εκτοπίσματος, μα να ξενυχτάω στη σκέψη του άλλου που γνώρισα στην παραλία π.χ.…nonono. Jamais!
   Γιατί; Γιατί υποθέτω ότι –όπως πολλές εκπρόσωποι του φύλου μου-  πρώτα «κουρδίζονται» εγκεφαλικώς. Και το καλοκαίρι εγώ δεν κουρδίζομαι  εγκεφαλικώς, τι να κάνομεν; Τουλάχιστον δεν μου έχει τύχει ως τώρα, γιατί ποτέ μην πεις ποτέ που λέει.
   Μα πώς να κουρδιστώ άλλωστε; Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στη φάση. Κάτι ότι τα σώματα είναι τόσο εκτεθειμένα που σκανάρεις καθετί εκτεθειμένο (και μη) σε dt, κάτι ότι λόγω αυτού η κουβέντα έρχεται μετά και ακούγεται αστεία κάτω από τον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού (να κάθεσαι στην παραλία και να μιλάς για κάτι που έχει να κάνει με το υπόλοιπο 96% της ζωής σου ας πούμε), δεν μου πάει το sport. Για τα περί μυστηρίου δε, έχω ακούσει πολλούς να μιλάνε για κάτι του τύπου «ο μυστηριώδης άγνωστος» που την είχε αράξει στην απέναντι καρέκλα του beach bar με μια μπύρα στο χέρι και δεν καταλαβαίνω γιατί το να μην ξέρεις την καθημερινότητα κάποιου ισοδυναμεί με γοητευτικό μυστήριο.
       Επειδή όμως περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, θα κλείσω με ένα ερωτικό countdown των εποχών, δικής μου έμπνευσης:

1. φθινόπωρο
2. χειμώνας
3. άνοιξη
(με μικρή διαφορά ως εδώ)
4. καλοκαίρι
(τελευταίο και καταϊδρωμένο)

ΥΓ: Στους 30φεύγα βαθμούς υπό σκιάν όμως, μπορεί να μη φαντασιώνομαι την απέναντι τριχωτή αρίδα, μα πετάω τη σκιούφια μου για ένα δίωρο session βουτιών από βραχάκια στην εκτυφλωτική μπλε επιφάνεια.






Ανθρωποτοπογραφία: μια μικρη διαμάχη

Κλαούντια: Πως σου ήρθε και μας τον κουβάλησες στο δωμάτιο;

Μπόνυ: Αυτό που με γοητεύει στους άστεγους είναι η μη-στασιμότητά τους.

Κλαούντια: Ασε τα παιχνίδια σου με τις λέξεις και μίλα καθαρά.

Μπόνυ: Καθαρά μιλάω. Σκέψου τη σχέση τους με τον «τόπο». Και άλλοι κοινωνιολογικοί τύποι ανθρώπων όπως ο flanneur και ο κοσμοπολίτης βρίσκονται σε μια διαρκή μετακίνηση. Ο πρώτος δεν μετακινείται. Για την ακρίβεια περιπλανιέται. Η πορεία είναι η ηδονή του. Και ο «τόπος» στην ουσία δεν λειτουργεί παρά μόνο ως σκηνικό. Ο flanneur επικεντρώνεται στο πως αυτός επεξεργάζεται τα ερεθίσματα που του δίνει ο τόπος και οι άνθρωποί του. Εξαίρεση αποτελεί ίσως ο νομαδισμός και ο μύθος του «wandering Jew». Από την άλλη ο κοσμοπολίτης, μοιάζει να παίρνει ηδονή από τα πάντα. Την αφετηρία, το ταξίδι, το τέλος, τους ανθρώπους και τους τόπους στην πορεία. Διατρέχει συνήθως πιο μεγάλες αποστάσεις από τον προηγούμενο, δείχνει πιο κοινωνικός και χάνεται λιγότερο στις σκέψεις του. Αν ο πρώτος είναι μελαγχολικός, ο δεύτερος είναι εξωστρεφής.

Η διαφορά στην σχέση με τον τόπο, με την κατοικία, δείχνει να συνοδεύεται από μια διαφορά στον ήχο. Ο πραγματικά σιωπηλός ανάμεσα σε όλους τους περιπλανώμενους είναι ο άστεγος. Το έχεις παρατηρήσει;

Η «κατοικία» του δε, αποτελεί αναρχική οικειοποίηση ενός τμήματος του δημόσιου χώρου (και ποια μεγαλύτερη αρχή από μια αρχετυπική ανάγκη: της προστασίας από τα στοιχεία της φύσης) και με την φυσική του παρουσία τον ανάγει επί της ουσίας σε ιδιωτικό.

Κλαούντια: Καλά αυτά αλλά απάντα μου εδώ:

Γιατί σου τραβάει το περίεργο της μορφής του τόσο πολύ το βλέμμα; Ποιος ρομαντικός βλέπει σε όλα αυτά ελευθερία ή υποκύπτει στην εικονογραφική γοητεία του μποέμ; Ποιος χαίρεται που δεν είναι ο ίδιος εκεί;

Και γιατί αλήθεια αποστρέφεις το βλέμμα μόλις τον δεις, έστω και με την άκρη του ματιού σου; Ποιος καταπιεσμένος δεν αντέχει να βλέπει εκεί κάτω χαμένα όνειρα, τελειωμένη ζωή; Εσύ τι βλέπεις αλήθεια;  Και τι δεν αντέχεις να κοιτάς κατάματα στη μέση του δρόμου;







Ο παππούς Λεωνίδας


Ανθρωπος από χωριό, έξυπνος, εργατικός, δωρικός, ειλικρινής. Ακούραστος. Από το χωριό στην Κυψέλη και από εκεί στο Κολωνάκι. Δούλευε στον Ρακόπουλο με το χαρτοπωλείο στην Ακαδημίας τότε, η γιαγιά χρέη έκανε θυρωρού στην πολυκατοικία της Χάρητος και έμεναν στον ημιώροφο. Μετά δικό του χαρτοπωλείο. Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, με πήγαινε κάθε Σεπτέμβρη στη Λέκκα και τις πέριξ χαρταποθήκες να αγοράσω ότι ήθελα. Το χαρτί έγινε η αγαπημένη μου μυρωδιά.
    Αργότερα κρατούσε και τα βράδια το bar στο Θέατρο Τέχνης. Με έπαιρνε και εμένα, μικρή τότε, μερικές φορές μαζί. Ο Κουν έλεγε πως ενοχλούσα στις πρόβες να τρέχω πάνω κάτω. Μα εμένα μου άρεσε να δοκιμάζω να κάτσω σε όλες τις θέσεις. Να παίζω στα σκαλοπάτια που σε κατέβαζαν κάτω. Να μυρίζω το άδειο μαύρο θέατρο τις καθημερινές. Τις γούνες και τα λουστρίνια όταν ερχόταν κόσμος στα εγκαίνια.
    Το χάρισμά του παππού Λεωνίδα όμως είναι οι ιστορίες. Αφηγείται σαν να βυθίζεται σε έναν άλλον κόσμο. Κάνει ήχους με το στόμα για να καταλάβεις το αυτά που δεν έχουν λέξεις. Τον ήχο του τάδε όταν ανέβαινε στο άλογο. Κάποτε μου είπε ότι δεν έχει άλλες ιστορίες, τα έχει πει όλα. «Δεν πειράζει, πες και ας είναι και ψέματα», απάντησα. Λες και το fiction είναι κατάπτυστο για αυτόν τον τεχνίτη της αφήγησης, που κάθε φορά που τον άκουγα, ήταν σαν την πρώτη φορά. Δεν είπε ποτέ παραμύθια. Για τη ζωή τη δική του και των προγόνων του μίλαγε. Από το ‘25 και μετά έχω γίνει ξεφτέρι. Συγκινούμαι αν δω κανένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Τα λόγια του μου φέρνουν στη μύτη το διαπεραστικό άρωμα της ιστορίας. Και του χρόνου που περνάει.
      Χρόνος. Καλές οι μυρωδιές αλλά πλάνες. Όσο να’ναι με ενοχλεί που όταν πεθάνει θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Στο μυαλό. Σου΄ρχεται να βγεις στη μέση της Ομόνοιας και να φωνάξεις «ΣΚΑΤΑ»!







Θρασύτατο, αυτοφυές ροζ


Τώρα μ’αρέσουν οι κουτσουπιές. Μου αρέσει το ροζ χρώμα τους. Το απόλυτο κοριτσίστικο χρώμα του εφηβικού έρωτα. Μια φίλη που ασχολείται με το landscape design, -παρότι έχει περάσει την εφηβεία- τις έχει ερωτευτεί. Αυτές και τις –ομόχρωμές τους- γιαπωνέζικες κερασιές. Ροζ, ροζ, ροζ παντού. Τι θράσος τέτοιο χρώμα. Και τι όνομα! Κουτσουπιά. Παλιά νόμιζα πως η μάνα μου τις έλεγε έτσι γιατί δεν ήξερε τη σωστή τους ονομασία. Τι δήθεν που ήμουνα. Τότε, έφηβη εγώ, έκανα επανάσταση απέναντι σε οτιδήποτε pop. Και σε οτιδήποτε ροζ. Αυτά που νόμιζα για μεγάλους έρωτες δεν είχαν χρώμα. Είχαν τρέλα, ανησυχία, αϋπνία, άγχος και μουντάδα. Δεν έβλεπες χρώμα. Όταν ερωτεύτηκα πραγματικά, είχα όλα αυτά, μα μαζί και φως και χρώμα.  Είδα τις κουτσουπιές ανθισμένες και το τρελό εκτυφλωτικό τους ροζ, που δεν άφηνε καμία αμφιβολία ήταν σαν να βλέπω αυτό που ζούσα σε ένα δέντρο. Απενοχοποιήθηκα όταν ερωτεύτηκα.





Μοναξιά. Ωραία αρχή έτσι; Μα έτσι νιώθω. Κάνεις τόσα χρόνια να βρεις ανθρώπους, να σου πάνε και να τους πας, να περνάτε ωραία μαζί, να δεθείτε και να – αυτοί οι αχάριστοι- την κάνουν. Εγωιστικό, ε; Ναι, το ξέρω. Μα έτσι σκέφτομαι μερικές φορές. Εγωιστικά. Παρτάκικα. Mon Dieu! Ούτε για φτύσιμο από εφηβικό έρωτα να επρόκειτο.

Εντάξει, αν σκεφτώ για ένα λεπτό λογικά τα αντανακλαστικά μου δουλεύουν. Tι σου είναι η παιδεία στον άνθρωπο... Ανάλυση: Λίγα χρόνια πριν τα τριάντα. Την εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων. Μια κουβέντα τις προάλλες και συνειδητοποίησα ότι κοντεύω να μείνω μόνη. Φίλοι και φίλες σκορπίζουμε προς πάσα κατεύθυνση. Σύμφωνοι, έχω και άλλους φίλους. Ναι, είναι μια καλή ευκαιρία να δεθώ και με άλλους ανθρώπους. Ναι, οι ξενιτεμένες νιώθουν και αυτές άσχημα για την απομάκρυνσή μας. Ναι, έφυγαν για καλό αν και δεν περνάνε τέλεια εκεί που είναι. Θέλουν να μην κάτσουν για πάντα εκεί. Υπάρχουν τα τηλέφωνα, τα emails, θα πηγαίνω, θα έρχονται...  Θέλω να είναι ευτυχισμένες. Θέλουν να μη χαθούμε. Μα ποιος ξέρει τι θα ξημερώσει για τη φιλία μας αύριο;

-Γιατί οι άλλοι που είναι στην ίδια πόλη ξέρουν; Γιατί, γαμώτο, κολλάς μερικές φορές; Μόνοι μας είμαστε. Μόνοι γεννηθήκαμε και μόνοι θα πεθάνουμε.- 

Ο καταθλιπτικός υπαρξιακός στομφώδης λόγος μου βγάζει σπυράκια. Μα αυτή ακριβώς η «μοναξιά» είναι που με κάνει να επιδιώκω την επικοινωνία με ανθρώπους αγαπημένους. Δεν θέλω με τις φίλες μου να καταλήξουμε να μιλάμε μόνο για τις «μεγάλες αλλαγές» στη ζωή μας. Σαν να δίνουμε CV. Δεν θέλω να  ξοδεύω πολύ χρόνο στο να θυμάμαι τη σχέση μας. Θέλω να τη ζω. Έστω και με άλλο τρόπο- και τώρα;

Το αποφάσισα. Αφού αποφύγω μελό αποχαιρετισμούς, θα αφεθώ. Και ότι είναι να γίνει ας γίνει. Είμαι περίεργη για το πώς θα τα βλέπω όλα αυτά μετά από άλλα τριάντα χρόνια. 

Μπόνυ και Κλαούντια
(Δια χειρός breathe)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet