Ρόζα Σ.
ο δρόμος προς την αγάπη είναι σπαρμένος μάτια γατιών
(Νίκος Εγγονόπουλος, Στα όρη της Μυουπόλεως I, Τα κλειδοκύμβαλα της Σιωπής)
Φάρος
Η μάνα περίμενε τον πατέρα να γυρίσει από τις θάλασσες. Χοδέρ, μαρικόνια, ίχο πούτα. Ό,τι ξεπατίκωνε το αυτί του το έφερνε στο σπίτι μαζί με μεταξωτά, αγάλματα ελέφαντες, κινέζικες αλοιφές και παιχνίδια. Στη δεύτερη βδομάδα τα δώρα τα είχαμε κρύψει στα ντουλάπια και δεν τα ξαναβγάζαμε. Όπως την τηλεκατευθυνόμενη κούκλα που με περνούσε δυο κεφάλια και περπατούσε τρίζοντας. Της βγάλαμε τις μπαταρίες και ησύχασε η μάνα μου που είχε το μηχάνημα του εξαποδό στοιχειώσει τους ύπνους της. Τη σαβανώσαμε την κούκλα να μην σκονίζεται και την κλειδώσαμε κι αυτή. Τα βράδια ήτανε κίτρινα από το φεγγάρι. Έσφιγγα τα μάτια και τα έτριβα με τις γροθιές και τα φεγγάρια γινόντουσαν δέκα και ύστερα εκατό και μετά χίλια μάτια γάτας που με βλέπανε. Τότε η μάνα μου με σκούνταγε, «θα στραβωθείς», και ξαναγύριζε στο μαξιλάρι. Ξάπλωνε και αναρωτιόταν τι θα απογίνουμε με αυτόν τον καύσωνα και φέτος. Ψαχούλευε το ύφασμα της πολυθρόνας και το κορμί της δεν είχε αναπαμό. Η ζέστη παρέλυε τα χέρια της, μούδιαζαν τα πόδια και έτρεμε. Περίσσευε απΆ τη βεράντα. Έβγαινε στα κάγκελα και κοίταγε το φεγγαρόφωτο στη θάλασσα. «Ο δρόμος της αγάπης», έδειχνε, και βλαστήμαγε την ώρα και την στιγμή. Μετά έμπηγε τις φωνές και έσπαγε τασάκια. Εγώ της έφερνα γρανίτες και παγωμένα νερά να της περάσουν τα νευροφυτικά. Θα περάσει κι αυτό το καλοκαίρι ρε μάνα, θα περάσει. Καιγόταν παράξενα τα καλοκαίρια η μαμά. Ξήλωνα μια μέρα γραμματόσημα από τα γράμματα του πατέρα και άνοιξα τους φακέλους. Πετάχτηκαν από μέσα καλοκαίρια, θάλασσες και φεγγάρια. Χύθηκαν στο πάτωμα και έπιασα να τα μαζέψω. Μπήκε μέσα εκείνη, μου έριξε ένα χαστούκι και τα βαλε πάλι στο κουτί. Το βράδυ άναψε φωτιά μεγαλοπρεπή στη βεράντα και τα έκαψε όλα. Έβγαζε κόκκινες φλόγες από μέσα της. Φωταγωγήθηκε και το σπίτι μας και έγινε φάρος.
 Η ποίηση δεν μας αλλάζει Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου
Οι ξεχασμένοι ποιητές Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν
Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν εις πείσμα των καιρών καταρρακώνουν τα καινούρια σχήματα και ταξιδεύουνε προς την αντίθετη φορά προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς στα ακραία φυλάκια
Πρίγκιπα, τα μεσημέρια περπατώ στα πεζοδρόμια κάτω από τον ήλιο, σε σκονισμένες λεωφόρους, ανάμεσα σε αυτοκίνητα, πολυκατοικίες, μαγαζιά. «Και η πόλη αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς πάνω σε φύλλα από δάκρυα». Κρατάω στο χέρι το τριαντάφυλλο που πήρα από εσένα. Κάθε μέρα το ξοδεύω. Τα βράδια παίρνω τον ηλεκτρικό, κατεβαίνω στον Πειραιά, στον Περαία. Τριγυρίζω στα σφαιριστήρια, στους θερινούς κινηματογράφους, στα ζαχαροπλαστεία. Βλέπω τη θάλασσα από τις ταράτσες. Μυρίζω τις βόλτες σου και τον καφέ πάνω από τις μουντζούρες. Χαρτιά και μελάνι. Βιβλία στο τραπέζι. Κόσμος έρχεται και πηγαίνει. Γεμίζει το κάδρο. Δάχτυλα που περνάνε μέσα από μαλλιά και φεύγουν, φιλιά, μάτια, κορμιά. Σημάδια. «Ανθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι». «Η μουσική που γλιστράει απΆ τα χέρια σου», Πρίγκιπα, πέφτει, σέρνεται πίσω σου. Την μαζεύω στις χούφτες και την κουβαλάω τις Κυριακές. Ζεσταίνει η ποίηση την ερημιά; «Η ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης για μένα».
Ο ποιητής Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Σκέψη, Πυρσός, Διαγώνιος, Διάλογος και άλλα. Από το 1980, έως τον θάνατό του το 1996, ζούσε στην Αθήνα. Συχνά τον εντάσσουν στην κατηγορία των «ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης» καθώς ποιήματά του εκκινούν από ερωτικές εμπειρίες για να ταξιδέψουν στο χώρο, το κοινωνικό και το εσωτερικό τοπίο. Συνολικά, τα δημοσιευμένα ποιήματά του είναι λιγότερα από 150. Ο Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου είναι αποσιωπημένος, όπως συνήθως είναι η ποίηση. Ίσως επειδή «κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη».
Η ποίηση δεν μας αλλάζει Η ποίηση δεν μας αλλάζει το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει. Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη. Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη.
Ποιητικές συλλογές και κείμενα Θάλασσα και συγχρονισμός (1952, ποιητικό μονόπρακτο) Δύσκολος Θάνατος (1954) Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963) 44 ποιήματα. Επιλογή 1946- 1964 (1970) Νοσοκομείο Εκστρατείας (1972) Αργό Πετρέλαιο (1974) Δύσκολος Θάνατος- συγκεντρωτική έκδοση (1978) Ωδές στον πρίγκιπα (1981) Τρία ποιήματα (1987) Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα- κείμενα (1991)
Μεταφράσεις και μελέτες Μελέτη: Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη (1959) Μετάφραση: Εκλάμψεις- Αρθούρου Ρεμπό (1971) Μετάφραση: Η ταβέρνα- Εμίλ Ζολά (1988)
Πρέπει να φύγω
Κοίτα λοιπόν πού βρέθηκα. Πού με έβγαλαν τα πόδια μου. Μοιάζουν πόδια αλλουνού. Πρήστηκαν στα πλαστικά παπούτσια. Εδώ πέρασα τρία χρόνια. Κάθε Τρίτη σε αυτή τη γειτονιά. Τώρα θα έχουν φύγει οι γνωστοί μου. Έχουνε ρίξει τα μισά σπίτια. Σηκώσανε πολυκατοικίες. Γυαλί παντού. Διάφανο, γυαλιστερό. Πλακάκι στην είσοδο και δυο γλάστρες. Θυροτηλέφωνο με κάμερα. Υπάρχουν ακόμα σπίτια με τον καμπινέ έξω και τους τοίχους να μαδάνε; Πιο πέρα ένα κορίτσι μου έδωσε ένα δαχτυλίδι. Το ξήλωσε απΆτο κουτάκι της Κόκα Κόλα. «Aλφα- βήτα- γάμα- δέλτα… Πού θα πάτε;» «Σουίντεν». Ήταν ήδη εκεί ο πατέρας κι ο αδερφός της. «Αλό; Αλό;» Η μάνα της –ξανθιές ανταύγειες, ευρωπαϊκές- φορούσε λαστιχένιες παντόφλες. Κάπνιζε με το κινητό στο χέρι. Στα σκαλάκια της εξώπορτας. Χτυπάει η φλέβα στο πόδι. Τρίβω το πέλμα. Μαλακώνουν οι κόμποι. Ακουμπώ τις φουσκάλες. Στην πλατεία έχουν βάλει καινούριες κούνιες. Με πλακέτα. Της δημάρχου το όνομα. Οι πιτσιρικάδες έπαιζαν μπάλα. Εγώ καθόμουν στο παγκάκι όπως τώρα. Έκανε κι ένα κρύο εκείνη τη μέρα. Κάνανε πως δε με ακούγανε. Σηκώθηκα. Ένας ψηλός μου έκανε πάσα. Κλώτσησα και βάλανε τα γέλια. «Τσαρούχι», φώναξε ένας. Γέλασα κι εγώ. Κοίτα πώς πιάσανε τα ελληνικά τα σκατόπαιδα. «Κυρία, έλα!» Έπαιξα δεξί εξτρέμ. Πήγα να κάνω ντρίπλα, σκουντουφλούσα στα πόδια μου, έβαλα ένα γκολ. Το βρήκανε κατόρθωμα. Εγώ δεν είχα ανάσα. Σταμάτησα. Έπιασα τα παΐδια μου. «Aντε, πάμε για μάθημα». Για μισή ώρα τους κατάφερνα. Μόνο που κάθε Τρίτη έπρεπε πρώτα να σκοράρω μια φορά. Βράδιασε. Η πλατεία του Μεταξουργείου γεμίζει κόσμο. Ανοίξανε τα θέατρα, οι ταβέρνες, τα μπαρ. Πρέπει να φύγω. Πώς θα χωρέσουν τα πόδια στα παπούτσια πάλι;
|