index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Εντευκτήριο

Εντευκτήριο


Γιούλη Αναστασοπούλου (giouli.anastasopoulou@gmail.com)

«Δεν υπήρξε δίλημμα»

Όταν είσαι διάσημη, τίποτα δεν μένει κρυφό. Αυτό δεν το είχε υπολογίζει προτού εγκατασταθεί στο κεφάλι του. Αυτός δαιμόνιος, αστείρευτος, με ένα ιδιότυπο παλμογράφο κοινωνικής παθογένειας. Κανείς δεν τον είχε δει ποτέ τον Α, κανείς δεν ήξερε ποιος είναι. Στην ουσία- κι ας μην το παραδεχόταν- μπλέχτηκε στην ιστορία για να τον γνωρίσει και τελικά έγιναν αχώριστοι. Δεν το'χε φανταστεί έτσι όμως, νόμιζε, γνωρίζοντας βέβαια πόσο ταλαντούχος είναι, πως θα της έδινε ένα ρόλο που θα την απογείωνε, υπερφίαλη αν και τζουνιοράκι; θα μπορούσε να το επικαλεστεί κάποιος. Όταν όλο αυτό πήρε σχήμα, η Λ. τα'παιξε στην κυριολεξία. Όλα γίναν με ταχύτητες ραλίστα σε φρενίτιδα. Αφού το πόνημα είδε το φως, δεν μπορούσε να κάνει βήμα χωρίς να νιώθει εκατοντάδες σπινθηροβόλα ματάκια να την τσεκάρουν και δεν τους ξέφευγε παρά την ελαφριά περπατησιά της – όλα κι όλα, σικ παρέμεινε πάντα και ντίβα παρόλο που υπηρετούσε τέτοιο μπασκλάς ρόλο. Μέχρι το σκουπιδοντενεκέ κατέβηκε ένα βράδυ και μαζεύτηκαν γύρω της όλοι οι περίεργοι, ένας μουστακαλής μάλιστα που βρόμαγε ψαρίλα από δέκα μέτρα, είχε το θράσος να την ακολουθήσει μέχρι την πόρτα της και να της ψιθυρίσει μια πρόστυχη ατάκα από το τελευταίο επεισόδιο.
    Η μόνη σκέψη που την παρηγορούσε ήταν πως κι ο συμπρωταγωνιστής της ο Κ. δεν είχε καλύτερη μοίρα. Δεν του έφτανε που’ταν στρογγυλός σα χοντροπατάτα από τη φύση του, ο άτιμος ο Α. τον εγκλώβισε σε ένα σώμα άφυλο κι ανέραστο και στην καλύτερη περίπτωση γίνονταν αντικείμενο χλευασμού και οίκτου απ΄το κοινό. Βλαστήμησε την ώρα που τον συνάντησε το βουκόλο- έτσι τον έλεγε ο Κ. γιατί ήταν λέει από ένα κατσικοχώρι της Αρκαδίας- κοτζάμ άντρακλας να τον βάλει να παίξει το γιουσουφάκι; Του τα΄χε μαζεμένα ο Κ.
      Μόνο η γριά που συμπλήρωνε το καστ, απολάμβανε σε σωστές δόσεις την επιτυχία, εδώ που τα λέμε περισσότερες δόσεις θα την στέλνανε στο τρίτο και η σειρά καπούτ, αλλά το να αντικαταστήσεις ένα χούφταλο δεν είναι δα και πυρηνική φυσική.
Εκείνο το βράδυ ο δεσμός της την άφησε με την τρίχα κάγκελο την Λ, δεν μπορούσε άλλο είπε να ανεχτεί το ρόλο της διαστροφικής περσόνας που εκείνη υποδυόταν κι την έβαλε να διαλέξει, ή το ρόλο ή τον πατέρα των έξι παιδιών της.

    Πως όμως εκείνη να εγκατέλειπε τον ρόλο και τον Α; αφού πια τον είχε ερωτευτεί, κι ας ήξερε πως δεν θα ήταν ποτέ μαζί - αντιξοότητες της φύσης, έλλειψη σωστού σχεδιασμού; η μαμά φύση δεν είχε λύσεις για όλα, έβαζε εκεί την ταμπέλα ανωμαλία και καθάριζε.
Κι πως να αφήσει αυτή τη ζεστή γωνιά στο τζάκι; Το μοσχομύριστο περβάζι που κουλουριαζόταν; Το πορσελάνινο πιατάκι που ο γλυκός της ο Α. της έβαζε το καλύτερο γαλατάκι; Τα λεπτά του πόδια που πάνω τους χουχούλιαζε γουργουρίζοντας σαν φορτωμένο ψυγείο;
     Έκανε το πρωινό της μπάνιο και μπήκε καμαρωτή στο μακιγιάζ, ήταν επαγγελματίας πάνω από όλα και τον αγαπούσε, δεν υπήρχε δίλημμα, θα υπέμενε τα πάντα η Λουκρητία για τον Αρκά της.


***

Παγωτό πατούσα


Γύρισε απ’ την πλατεία με παγωτό πατούσα να λιώνει στο χέρι, μουστάκι φράουλα-σοκολάτα, το ζεύγος βρεχόταν σιγά σιγά και πάλευε να μπει στη θάλασσα σα πιγκουίνοι που ισορροπούν σε κινούμενο κομμάτι πάγου. Η μάνα του βούτηξε με τις σαγιονάρες, κρεμιόταν από το μπράτσο του Μπάμπη της. Αυτό το καλοκαίρι έπρεπε να μοιραστεί τη μάνα του μ’αυτόν, τον καινούργιο μπαμπά. Ο ήλιος γυάλιζε στις τρίχες του που καταλάμβαναν όλα τα τετραγωνικά της πλάτης του. Μικρά κομμάτια κρέμας που ξέφυγαν της φροντίδας της, μοιάζαν μ’ αφηρημένες κουτσουλιές διάσπαρτες στο δέρμα του. Κοίταξε ψηλά, μπας και χρέωνε τη δουλειά σε ‘κανα γλάρο, τυφλώθηκε και έγειρε πλάι χώνοντας το ξυλάκι στην άμμο.
Η όποια υποψία γεύσης που το είχε νοτίσει, έγινε λάσπη χρυσαφένια, κι η άμμος έφτιαξε γύρω του μια υγρή λακκουβίτσα. Το’χωσε πιο βαθιά, κι άρχισε να το γυρνάει γύρω απ΄τον εαυτό του, όπως είχε δει να μπήγουν οι μεγάλοι την ομπρέλα. Μετά το έχασε. Έσκυψε με τη μουσούδα στο στόμιο της τρύπας: το ξυλάκι αναδυόταν ξανά από τα βάθη αλλάζοντας σώμα, αποκτώντας μάτια, στόμα και χέρια. Ο μικρός οπισθοχώρησε τρομαγμένος, τσουρουφλίζοντας τα ψαχνά του, το τρυφερό του κρέας απέκτησε ανάγλυφη υφή. Στράφηκε προς τη θάλασσα, κανένα ίχνος του καινούργιου του μπαμπά, η μάνα μόνη, μια μικρή κουκκίδα στον αφρό.
Βούτηξε πάλι όλος στο άνοιγμα, ο μικροσκοπικός άνθρωπος του άπλωνε το χέρι σε βοήθεια. Ήταν αυτός, ο Μπάμπης.

Πιάσε με Αγη! Πιάσε με..
Ε, μη γλιστράς, να σε πιάσω!
Να μη γλιστράω ε; Κάτσε να βγει η μάνα σου...
Μα, εγώ τι φταίω; Τι έκανα πάλι;
Δεν ξέρεις ε; Εσύ μ’έχωσες εδώ μέσα, βγάλε με τώρα!
Α! Έτσι;

Έχωσε τη μύτη του πιο βαθιά στον κρατήρα και τον είδε να πολεμάει ν’αρπαχτεί απ΄τα τοιχώματα που υποχωρούσαν, η λάσπη να κοχλάζει, να γίνεται πηχτός χυλός που ανεβαίνει. Στο βάθος εκείνος, σκεπασμένος χρυσοκόκκινους κόκκους, να παλεύει να βγει στην επιφάνεια, πότε καταπίνοντας παχύρρευστη άμμο και πότε εκβάλλοντάς νερουλή: από τ’αυτιά, τη μύτη και τα πισινά του. Δεν μίλαγε πια.
Κοίταξε τριγύρω να δει αν τον έβλεπε κάνεις, δίπλα του μια χοντρή κυρία με σκουφάκι από μπλε μαργαρίτες, διάβαζε ρομάντζο. Η μάνα ερχόταν προς τα έξω με ύπτιο. Σηκώθηκε, έχωσε βιαστικά το πέλμα στο χώμα και έσπρωξε ένα λοφάκι άμμου στην τρύπα και τη σκέπασε. Όλα σώπασαν. Το λείανε με την πατούσα. Το άνοιγμα έγινε πατημασιά οκτάχρονου, έδαφος που στραφτάλιζε και δεν μαρτυρούσε.
Αυτό το καλοκαίρι ήταν κατάδικό τους.



****

Ιωάννα Ακουμιανάκη (akoumio@hotmail.com)


Έλα

Νύχτα. Ανάμεσα μας ηλεκτρικές γιρλάντες κόκκινες, κίτρινες, πράσινες σα μάτια από ένα τέρας που έχει απλώσει τα πλοκάμια του και μας παρακολουθεί μέσα από βιτρίνες και τζαμαρίες. Νύχτα μέσα στα μάτια σου. Μπορώ εγώ να τα ξυπνήσω;
Θέλω να σε αρπάξω, να σε τραντάξω, να σε διαλύσω. Μα τότε τι θα μείνει; Η εικόνα σου, ότι πιο πολύτιμο έχω από σένα. Σα να χω κιόλας ζήσει άπειρες στιγμές μαζί σου.
Θέλω να σε κοιτάζω. Εγώ και συ με τη θάλασσα να γράφει το περίγραμμα σου την ώρα που ο ήλιος με θαμπώνει σαν ανατέλλει.
Σε αγκαλιάζω μέσα στο νερό. Σε πλάθω από την αρχή καθώς μου γλιστράς. Χίλιες σκέψεις, το ξέρω, θα μου κλείνουν το στόμα. Θα γελάς. Ας ήξερα τι εννοείς όταν δε με κοιτάς.
Ανυπομονώ να γίνω ένα μικρό, ισχνό, γυαλιστερό πλάσμα της άμμου και με δυο σάλτα να βρεθώ πάνω στους ώμους σου, να ξεδιψάσω με τις αλμυρές σταγόνες του ιδρώτα πάνω στο στήθος σου. Κι ας μη με δεις. Ας μη με καταλάβεις.
Εκεί πάνω στην καυτή άμμο του μεσημεριού, θα μείνω μαζί σου. Ασήμαντο μυρμήγκι πάνω στο κορμί σου, θα σε τσιμπήσω μόνο και μόνο για να μ΄ αγγίξεις, στιγμιαία, καθώς θα με διώχνεις, δείχνοντας μου πως ένιωσες την παρουσία μου.
Και τότε Θα βγάλεις το καπέλο σου, να με κοιτάξεις. Κι ας καταρρεύσω μέσα στις ρυτίδες του μετώπου σου. Δεν είχα φανταστεί ποτέ πόσο ανάγκη θα είχα να αγγίξω τα μαλλιά σου. Σαν ανοιχτά πέταλα στολίζουν το πρόσωπο σου. Θα γίνω αγριομέλισσα και θα χωθώ ανάμεσα τους να ρουφήξω τους χυμούς σου. Και θ’ αποκοιμηθούμε γυμνοί και ξαναμένοι μέχρι να δροσίσει.
Κι ύστερα αγκαλιασμένοι θα ξαποστάσουμε κάτω από μια συκιά και θα ξεχάσουμε το δρόμο της επιστροφής κάτω από τα φύλλα της. Θα κολλήσουμε τα χείλια μας στους καρπούς της. Θα σου τα πω όλα, σιωπηλά κι εσύ θα καταλάβεις. Μέχρι να βραδιάσει. 
Νύχτα. Και πάλι νύχτα. Δε μπορεί κάτι θα έχεις καταλάβει τόσην ώρα. Το ξέρω, το βλέπω. Έχεις βουλιάξει περιμένοντας το τέλος της βραδιάς. Δε σε θέλω για απόψε, το τώρα δε μας φτάνει. Σε θέλω για αύριο. Έλα.



****

Ιάκωβος Ανυφαντάκης (iakovos_anyfantakis@yahoo.com)


Με κατεβασμένο κεφάλι


    “Πόσα θες;”
    “Δέκα.”
    “Ποια;”
    “Όποια να 'ναι.”
    Ο Κωστής πέρασε ανάμεσά τους, έπιασε ένα και το τράβηξε πίσω του. Το αρνί με κατεβασμένο κεφάλι τον ακολούθησε στο ίδιο βήμα. Έκανε το ίδιο άλλες εννιά φορές. Μετά από λίγο μαζεύτηκαν στην άκρη του χωραφιού τα καλύτερα αρνιά του κοπαδιού. Ανοίγοντας τα χέρια τα κυνήγησε πίσω από τη μάντρα να μη βλέπουν τα υπόλοιπα.
    “Πότε θα τελειώσεις;”
    “Σε δυο ώρες.”
    Τα αρνιά είχαν μαζευτεί ήδη κοντά στο τοίχο. Ούτε χόρτο εκεί, τίποτα. Έβγαλε το χαντζάρι, έπιασε το πρώτο, το σφαξε. Μετά άλλο. Μετά άλλο. Όταν ήρθε ο βοσκός βρήκε τις δέκα προβιές απλωμένες και τα σφαχτά κρεμασμένα στα τσιγκέλια. Αυτός πλενόταν με το λάστιχο. Κάθισε ο βοσκός μαζί του και έκαναν ένα τσιγάρο.
    “Θα 'ρθεις το βράδυ;”
    “Θα 'ρθω” είπε ο Κωστής. Μετά φόρτωσε τις προβιές στο γαϊδούρι και ξεκίνησε. Το χέρι του πονούσε ψηλά. Δε θα συνέχιζε πολλά χρόνια ακόμη.
    Το βράδυ στο γάμο σούβλισαν τα αρνιά στη μέση της πλατείας. Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι γύρω και περίμεναν να πάρουν τη μερίδα τους. Μετά η νύφη σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει. Ωραία κοπέλα, ήταν για πολλά. Μπροστά ο άντρας της οδηγούσε σα λυτό σακί.
    “Τι του βρήκε;”
    “Εσύ τι λες;”
    Έφαγε αφού πια τέλειωσαν όλοι. Του έφεραν ένα κεφαλάκι, για το ευχαριστώ. Ήπιε πολύ. Το χέρι του πονούσε ακόμη. Δυο χρόνια πριν, πήγε να σφάξει ένα γέρο τράγο που δε χρησίμευε πια. Αφήνιασε, τον έριξε κάτω και άρχισε να τρέχει. Ο τσομπάνης βέβαια το 'πιασε αλλά ο Κωστής αρνήθηκε να το σκοτώσει. Από τότε κάθε που έσφαζε πονούσε το χέρι του.

***

Μούσκευε κόκκινο στο στήθος

 Ό,τι θυμάμαι από τη Μαρία είναι τα μάτια της εκείνες τις τρεις φορές που κάναμε έρωτα. Έρχονταν και ξανάρχονταν στο μυαλό μου νωρίς το πρωί στην Αγγλία όταν ξυπνούσα μόνος με το φως ξεχασμένο ανοιχτό. Χωρίς ύπνο κι αυτή, μια ήπειρο μακρυά αλλά δική μου. Έτσι κατάφερνα να ξανακοιμηθώ. Το είχα σιχαθεί εκείνο το σπίτι. Όταν ήταν να φύγω έβαλα ότι χωρούσε σε δυο βαλίτσες και τα υπόλοιπα τα άφησα να τα πετάξει ο επόμενος.
    Ελλάδα γύρισα 16 Ιουλίου του 2007. Τη μέρα της πυρκαγιάς στον Υμηττό. Η Αθήνα από ψηλά έμοιαζε με σώμα που αιμορραγούσε. Δεξιά στον περιφερειακό ήταν ένας βράχος. Διακόσια χρόνια μέσα του φύτρωνε ένα πεύκο, οι ρίζες πια τον τύλιγαν σαν πόδια. Με το δέντρο να της γδέρνει τη πλάτη είχα κάνει πρώτη φορά έρωτα στη Μαρία.
    Η δεύτερη ήταν σε ένα ξενοδοχείο ημιδιαμονής. Εγώ στρατιώτης, αυτή σκαστή απ' το σχολείο. Από τη σιωπή κι από τα τσιγάρα μου προσπαθούσε να βγάλει ένα νόημα. Χάιδευε τα σεντόνια που είχαν σκληρύνει από τα καθημερινά πλυσίματα. Σαράντα μέρες στην Αρτα ήταν η μόνη που με θυμόταν.
    Η τρίτη ήταν στη Κρήτη. Στο εξοχικό των γονιών μου, όλη η παρέα μαζί. Αυτή με το Στράτο, εγώ με τη ξανθιά Λωραίν που είχε έρθει πιο πολύ για τη θάλασσα παρά για μένα. Λαθραία τη νύχτα, όσο όλοι χάζευαν τη Λωραίν να χορεύει, οι δυο μας πίσω από τα βράχια. Σ' αγαπάω, είπε. Είναι ο Στράτος, απάντησα. Πήρα ένα ύφος αγέρωχο. Δε γίνεται να τον πληγώσω. Δεν τον πλήγωσε ούτε αυτή. Αργότερα τη νύχτα ξεπλύθηκα στα θαυματουργά νύχια της Λωραίν. Η Μαρία έμεινε με το Στράτο.
    Όταν παντρεύτηκαν ήμουν Αγγλία. Τους έστειλα δώρο ένα αντίγραφο του Σεζάν. Το Μεγάλο Πεύκο. Ο Στράτος βρήκε δουλειά στη Σάμο και εκείνη πήγε μαζί του. Μου έστειλε ένα γράμμα. Είχε και φωτογραφία τους μέσα. Η κοιλιά της φούσκωνε. Θα της πήγαινε να είναι μικρομάνα. Δεν απάντησα. Έπρεπε επιτέλους να τα ξεχάσουμε όλα.
    Αρχές Σεπτέμβρη κοιμόμουνα ζαλισμένος κάθε βράδυ. Η Πελοπόννησος καιγόταν. Τα πάντα είχαν καλυφθεί από στάχτη. Την είδα όνειρο. Πέθανε και την έντυσαν με ένα άσπρο φόρεμα. Αλλά αιμορραγούσε ακόμα. Μούσκευε κόκκινο στο στήθος. Το όνειρο ερχόταν κάθε νύχτα. Ήταν το πρώτο απόγευμα μετά τον καύσωνα όταν ο κόσμος ξαναβγήκε έξω. Δυο μήνες νωρίτερα είχε καεί και η Πάρνηθα, τώρα εξηνταπέντε νεκροί. Όλοι ήταν σιωπηλοί. Ο ουρανός μαύρος. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στον Υμηττό. Δεν είχε μείνει τίποτα, νύχτωνε όταν κατάφερα να βρω το σωστό μέρος. Ο βράχος είχε σπάσει απ'τη ζέστη, το δέντρο καμένο έμοιαζε με πρόχειρο σταυρό. Αφησα τη φωτογραφία κι έφυγα. Πριν τον δεκαπενταύγουστο την είχα συναντήσει τυχαία στην Ερμού. Είχε βάψει τα μαλλιά της ξανθά, το δέρμα μαυρισμένο. Πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα στη θάλασσα, είπε χαμογελώντας. Την προηγούμενη μόλις είχε μάθει ότι ήταν έγκυος στο δεύτερό μου ψιθύρισε. Τα μάτια της έλαμπαν.



****



Πέννυ Αποστολίδη  (penny@raycap.gr)


Η σαύρα

Την είδε να μπαίνει απο την πόρτα της κουζίνας, μια λιγνή, σκούρα καφέ σαύρα.  Τώρα τι κάνω, αναρωτήθηκε. Είχε ήδη κλείσει τα παντζούρια στο υπόλοιπο σπίτι, είχε βγάλει τα πράγματά της έξω και περίμενε το Στέλιο να έρθει να την πάει στην Αθήνα. Είχε ζέστη ακόμα, δεν ήθελε να φύγει∙ ποτέ δεν ήθελε να φύγει.  Κάποτε θα το αποφάσιζε και θάμενε χειμώνα καλοκαίρι στο χωριό.

Έσκισε το εξώφυλλο του δίφυλου περιοδικού του Δήμου που ήταν κάπως σκληρό, έσκυψε, το ξέρω σαυρούλα μου, είπε, δεν θα πλησιάσεις, θα σε χάσω σε μια χαραμάδα, έλα δω, για το καλό σου, πώς θα σε κλείσω τόσους μήνες μέσα, εσύ φαίνεσαι μικρή, νεογέννητη, κάπου θάναι η μάνα σου, έλα να βγείς έξω, για σένα το λέω και δεν μπορώ να σκύψω άλλο. Με αργό, σταθερό χέρι έφερε το χαρτί ανάμεσα στη σαύρα και τη ντουλάπα, μα δεν πρόλαβε, μια μαύρη αδύνατη ουρίτσα έκανε τον τελευταίο κύκλο στον αέρα πριν χαθεί στη σχισμή του επίπλου.

Έλα μαμά, τι έχασες; Φεύγουμε. Ο Στέλιος έπαιρνε την τελευταία τσάντα απο το διάδρομο κι έφευγε προς το αυτοκίνητο. Ούτε που τον κατάλαβε, πότε ήρθε. Πήρε το μπώλ με τη ζάχαρη, έσκυψε πάλι αργά και με κόπο εκεί που είχε εξαφανιστεί η σαύρα και άφησε ένα μικρό άσπρο λοφάκι  στο πάτωμα νάχει να τρώει, σκέφτηκε, τουλάχιστον. Κλείδωσε την πόρτα και περπάτησε με κόπο προς το αυτοκίνητο. Τα γυαλιά μου, σκέφτηκε, έχει πολλή αντηλιά. Κι αμέσως μετά, νερό, πίνουν οι σαύρες νερό; Πού θα τόβρει;  

Το Πάσχα πήγε μόνη της με το ταξί που έστειλαν απο το χωριό.  Ολο το χειμώνα ο  Στέλιος δεν της έφερε ούτε τα εγγόνια της να δεί. Έγραφε λέει βιβλίο για την επόμενη βαθμίδα στο Πανεπιστήμιο και δεν είχε χρόνο. Την έπαιρνε τηλέφωνο απο το κινητό του  κι εκείνη άκουγε τη φωνή του να χάνεται στους ήχους κεντρικού δρόμου σαν σε ώρα αιχμής. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τίποτα∙ μόνο ότι είχε πολύ δουλειά και θα την ξανάπαιρνε.

Μαζί με τα λίγα συγυρίσματα, σκούπισε το βουναλάκι ζάχαρι που είχε μείνει άθικτο. Πέρασαν αρκετές ώρες μέχρι να προσέξει στο μικρό παράθυρο της αποθήκης τη σαύρα κολλημένη στο τζάμι, με το λαιμό και το κεφάλι τεντωμένα όρθια, σα να την άκουγε και ολόγυρα ιστούς απο αράχνες και απομεινάρια από μύγες και μυγάκια. Όλο το Πάσχα, όταν δεν είχε επισκέψεις, της μιλούσε. Κι όταν ήρθε το ταξί να την πάρει, ζήτησε του κ. Σπύρου, αυτός με μια σκούπα να σπρώξει μαλακά, κι αυτή με μια χαρτοσακούλα από κάτω να πιάσει τη σαύρα πέφτοντας, να την βγάλει στην αυλή και να την αφήσει κοντά στη λεμονιά με τη λεβάντα και την λίπια που είχε απλώσει ένα πράσινο στρώμα απο κάτω. 

Η είδηση για την αυτοκτονία του Στέλιου της ήρθε λίγες μέρες αφότου έφτασε στο χωριό για το καλοκαίρι. Βγήκε να σταθεί στην αυλή με την Ελένη που δεν την άφηνε απο κοντά, μη μείνει καθόλου μόνη.  Μιλούσε για το παιδί της, έψαχνε τα λάθη της, θυμόταν παλιές ιστορίες που τώρα είχαν πάρει άλλο νόημα. Κι όλο μιλούσε. Όχι μόνο στην Ελένη.  Μόλις πρόλαβε να δει ένα τίναγμα λαιμού και μια μαύρη παχουλή ουρίτσα να κάνει τον τελευταίο κύκλο στον αέρα πριν χαθεί στο ανθισμένο στρώμα της λίπιας, κάτω απ’ τη λεμονιά και τη λεβάντα.
               


****


Ευτυχία Βαρδούλη (eftychiav@yahoo.gr)

Τι ώρα φεύγουμε;

-Τα χαρτάκια που τα έβαλες ρε μαλάκα;
-Βρε κα’ι’δι στη σακούλα με τις μπύρες,μπροστά σου είναι!
Έσκυψε να πιάσει μια μπλε μισοσκισμένη σακούλα που είχε τυλιχτεί γύρω από τα πόδια του.
-Μουνί την έκανες με τα παιχνίδια σου,μαλάκα!
Δίπλα του,σιγά σιγά ξετυλίχτηκε ένα μεσαίο δάχτυλο,όρθιο και περήφανο,κόντρα στον άνεμο,αδιάφορο και αγέρωχο.
Τέσσερα κουτάκια μπύρας ακούστηκαν διαδοχικά να ανακατεύονται καθώς τα ρημάδια τα ρίζλα είχαν κολλήσει στην άκρη της σακούλας. Όταν κατάφερε να τα πιάσει με τα δάχτυλά του,έσκισε ένα μικρό χαρτονάκι,το οποίο γρήγορα τύλιξε και δάγκωσε με τα χείλια του.
-Κουνήσου να σπάσεις το σταφ που μου έχεις ξαπλώσει σαν τον βασιλιά πάνω στα βράχια,ηλίθιε!Το έχω μέσα στο σάκο.
-Μια στιγμή,εμπνέομαι...Ωραία είναι εδώ πάνω ρε συ.Φαίνεται η Αθήνα σαν μικρός γαλαξίας πάνω στη γη,μαγευτική και χαώδης.
-Μη τα λες έτσι..Συγκινήθηκα..
-Προσπαθώ να βρω το σπίτι μου.
-Καλά ρε συ δε το βρήκες ακόμα;Να εκεί κάτω είναι!
-Που;Που;
Καθώς τέντωνε τον λαιμό του με αγωνία να δει το μικρό του δώμα κάπου στα Εξάρχεια ανάμεσα από χιλιάδες πολυκατοικίες που απλώνονταν κάτω στα πόδια του σαν γκρίζες ποντικοπαγίδες,αισθάνθηκε ένα χέρι να τον χτυπάει με δύναμη, τινάζοντας σταγόνες ιδρώτα από το σβέρκο του.
-Σιγά, ρε μαλάκα, αυτό πόνεσε!
-Σύνελθε Κωστάκη και πιάσε τον καπνό...
Ξερά φύλλα κολλούσαν ανάμεσα στα νύχια του, καθώς με θρησκευτική ευλάβεια ξεχώριζε και πετούσε σπόρια και κλωναράκια.Μια πράσινη γραμμή σχηματίστηκε πάνω σε σκούρα μάζα.
-Ρε, γαμώτο, ούτε να στρίψω δε μπορώ με τέτοια ζέστη,στάζουν οι παλάμες μου.
Ελαφρύ γλύψιμο,αριστοτεχνικές κινήσεις δαχτύλων,λίγη τύχη και είναι έτοιμο.
-Κωστάκη κάθεσαι πάνω στον αναπτήρα.
Τρίψιμο των οπίσθιων πάνω στο χώμα για πιο άνετο κάθισμα,τέντωμα της πλάτης προς τα πίσω, έτοιμος και ο Κωστάκης.
-Ποιο βουνό είναι απέναντι ρε συ;
-Εεε, ο Υμηττός νομίζω.
Έπιασε τον αναπτήρα,έσκυψε ελαφρά το κεφάλι για να μην πάρει ο αέρας την κάφτρα και μια πυγολαμπίδα εμφανίστηκε στην άκρη του τσιγάρου του.
-Στην υγειά μας!Ελπίζω να μην μου πούλησε μούφα ο άλλος.
Τα μάγουλά του ρουφήχτηκαν αργά και σταθερά,το στόμα του σφίχτηκε και ένα σποράκι έσκασε σαν μικρό πυροτέχνημα προαναγγέλλοντας γιορτή. Το στέρνο του φούσκωσε σαν κόκορας από ευχαρίστηση και ντόπα,και η τζούρα στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα στο λαρύγγι του.Εκπνοή και έβγαζε καπνούς από κάθε τρύπα στο κεφάλι του. Δεν ήταν και λίγες.
-Ρε συ κάτι γίνεται απέναντι!
Έβαλε δύναμη στα χέρια και τινάχτηκε πάνω. Προχώρησε μέχρι την άκρη του γκρεμού,με τις μύτες των παπουτσιών να αιωρούνται στο κενό.
Ανατριχίλες ανέβαιναν στην πλάτη του,παγώνοντας το σώμα του και μόνο στις φλέβες των ματιών του κυλούσε αίμα ζεστό και υγρό.
Απέναντί του τεράστια γυναικεία χέρια απλώνονταν και αγκάλιαζαν το σκοτάδι. Ένας κόκκινος παθιασμένος χορός, τρομακτικός και θελκτικός- εκστασιασμένες μούσες που έκαναν φλογισμένο έρωτα με το βουνό.
Το ρουφούσαν και το έφτυναν,το αγαπούσαν και το σκότωναν..
-Κωστάκη,πρόσεχε ρε μαλάκα μην πέσεις από εκεί!Έλα να πιεις και άραξε τη πέτσα σου..Φωτιά είναι μόνο!
Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και ξάπλωσε στο χώμα. Με τη γλώσσα του έδιωξε τη πίκρα και το χώμα από τα χείλη.
Ποτάμια καπνού περνούσαν πάνω από το κεφάλι του,κρύβοντας και τα δυο αστέρια που κρεμόντουσαν στον ουρανό.Ζαλούρα,μαστούρα και μούδιασμα σε κάθε πόντο του κορμιού του. Πίσω από τα βλέφαρά του,χορεύτριες λικνίζονταν ακόμα.
Όταν ξαναγύρισε,ήταν βυθισμένος στο απόλυτο μαύρο.
-Ρε, συ, τι έγινε;
-Έσβησαν τα φώτα στην Ακρόπολη όσο κοιμόσουνα.Δεν σου είπα πως ήταν πολύ καλό το σταφ;
-Μμμ..Βαριέμαι να πάω στη γαμοδουλειά αύριο,καλοκαιριάτικα ποιος μπορεί να ενδιαφέρεται να ακούσει για προσφορές σε σόμπες, ρε συ;Ανώμαλοι!
-Ρε μαλάκα ποια δουλειά;Τα έχεις παίξει;Αύριο φεύγουμε!
-Σωστά
Σιωπή,σκοτάδι,πεταμένα αποτσίγαρα και τσακισμένα κουτάκια μπύρας. Σωματικά υγρά και βρόμα να ζέχνουν από ξαπλωμένα κορμιά.Η βοή της πόλης μακρινή και υπόκωφη σαν να ξεψυχάει.Πρεζάκια,τρελοί και κουρασμένοι ξένοι να περπατάνε στα σοκάκια της σαν ζόμπι,τα βλέμματα τους να λιώνουνε πάνω στα πεζοδρόμια.
-Τι ώρα φεύγουμε;



****

Πέπη Γαρδέλη (tristano@otenet.gr)


Ο απρόθυμος ταξιδιώτης




Κάθε χρόνο τα ίδια. Το πλήθος των αδειούχων, με το εισιτήριο μιας καλοκαιρινής ιστορίας στην τσέπη, ετοιμάζει αποσκευές για ασφαλείς προορισμούς. Μεγάλο πλήθος. Με πιέζει να φύγω. Δε θέλω. Δεν είμαι τουρίστας. Δεν έχω τις κατάλληλες βαλίτσες, ούτε τα κατάλληλα ρούχα, ούτε τα σωστά παπούτσια.
Είμαι ένας απρόθυμος ταξιδιώτης.
Και όμως υποκύπτω. Αλλά χάνω το αεροπλάνο. Δεν είναι λόγω ασυνέπειας, μάλλον το μακρύ χέρι της απροθυμίας μου σπάει την αλυσίδα των αεροπορικών ανταποκρίσεων.
Τελικά πετάω. Για Μπογκοτά. Εκεί δεν έχει καλοκαιρινές ιστορίες, η πόλη είναι δυαδική, με ή χωρίς βροχή. Καλύτερα. Είμαι αλλεργικός στα αντιηλιακά και ο κλιματισμός με αρρωσταίνει. Μόλις πατάω στη γη η κοιλιά μου πρήζεται. Είναι το υψόμετρο.
Η Ρουθ και ο Μανόλο με περιμένουν με μια κατσαρόλα αγιάκο, η υπέροχη σούπα δεν έχει ποτέ αυτή τη γεύση στην Αθήνα. Terroir,  το λένε οι Γάλλοι.
Η δύσπνοια διακόπτει τον ύπνο μου. Είναι το υψόμετρο. Στα ανατολικά ξυπνάει και το βουνό, συννεφιασμένο το Μονσεράτε σήμερα.
Το μεσημέρι χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω απερίσκεπτα. Μια γριά με κοιτάει στο στομάχι, κουβαλάει ένα σακί, το ένα της πόδι φεύγει επικίνδυνα προς τα δεξιά. Τρομάζω, κάνω να κλείσω την πόρτα. Ο Μανόλο γελάει. Αυτή η γυναίκα, που κουβαλάει τα ψώνια στα σπίτια, με κοιτάει ακόμη στο στομάχι. Δοκιμάζω να τη βοηθήσω αλλά το σακί είναι βαρύ. Στην κουζίνα κρατάω μια γρεναδίνη, ξεφλουδίζω  το κίτρινο περίβλημα, το εσωτερικό μοιάζει με ασκό γεμάτο γυρίνους. Η Ρουθ γελάει. Ρουφάω αχόρταγα. Θέλω και χυμό από λούλο. Το κουδούνι ξαναχτυπάει. Τα μπαγιάτικα φρούτα και λαχανικά φεύγουν μαζί με την κουτσή. «Φτωχιά γυναίκα είναι». Η μπαμπόγρια μάλλον τα ξαναπουλάει στους πιο φτωχούς. Σιωπή. Ποιός είμαι εγώ να κρίνω.
Περπατάω αγκομαχώντας, σαν να σέρνω πίσω μου ένα κάρο σίδερα. Είναι το υψόμετρο. Ανακαλύπτω τη γεωγραφία του χρήματος, προτιμάει το βορρά και αραιώνει όσο πλησιάζεις το νότο. Περιφέρομαι στην πόλη, όπως ένας απρόθυμος ταξιδιώτης, κοιτάω τους ανθρώπους στα μάτια και τσακίζομαι στις τρύπες των πεζοδρομίων.
Στα δυτικά ο πύργος Κολπάτρια αλλάζει χρώματα το βράδυ.

Την πατερίτσα μου την άφησα δώρο στη γριά.


****


      
Έλενα Γελάση  (e_gelasi@otenet.gr)



Αναμονή

Ανάμεσα στις παλάμες μου κρατούσα ένα γατί. Aισθανόμουν τη ματιά του να με γλείφει μέσα από το σάρκινο όστρακο, χωρίς να τολμώ να ξεκολλήσω το βλέμμα από το βλέμμα του. Διαισθανόμουν μόνο ότι το τρίχωμα του ήταν απαλό και γυαλιστερό κι ότι τα αυτιά του ήταν ανασηκωμένα. Έγειρα πίσω το σώμα μου, όχι για να ξεκουραστώ αλλά για να αποφορτιστώ από την ανεξήγητη ένταση. Το κεφαλι μου βούλιαξε σε μια λιμνούλα αίμα που έσταζε απ’ τους αγκώνες μου στα λευκά σεντόνια. Θυμάμαι ότι πάγωσα, κοίταξα το γατί που είχε κρεμάσει τα πόδια έξω από τις παλάμες μου, πόδια ανθρώπου, πόδια μωρού, και τα κουνούσε πέρα δώθε σα να με κορόιδευε, το βλέμμα του είχε γίνει τρομακτικό και χωρίς να το καταλάβω η γάτα δεν ήταν πια γάτα, το κεφάλι της μεγάλωσε, κεφάλι τίγρης, με πλησίασε, οι κόρες διεσταλμένες, τα νύχια να γδέρνουν τα μάγουλα μου και τα πόδια εκεί, να ταλαντεύονται ρυθμικά σκίζοντας τον αέρα στα δύο. Ανασηκώθηκα απότομα, πάση θυσία να μην πνιγώ στο αίμα, να ξεφύγω από αυτό το τέρας που πήδηξε απ’ τα χέρια μου, να φύγω αλλά δεν έχω πόδια, αυτή η τίγρης είναι η τίγρης μου.
Ξεκόλλησα τα βλέφαρα από το άσπρο των ματιών μου που είχε πια ξεραθεί –να παλέψω με ό,τι μου είχε απομείνει- έβαλα το χέρι στην κοιλιά και περίμενα να ακούσω επιτέλους μια απόκριση.
 

***

Οπτικό ζουμ






Rockefeller Center. 5 Αυγούστου. Βαθμοί Κελσίου 28. Υγρασία 98%. Ένα ζευγάρι περπατά προς την πλατεία όπου το χειμώνα πατινάρουν οι νέουορκέζοι. Εκείνος φορά βερμούδα, T-shirt, αθλητικά παπούτσια και σακίδιο πλάτης. Εκείνη εφαρμοστό παντελόνι, οι πίσω τσέπες γεμάτες στρασάκια, μπλούζα εξώπλατη, γόβες ξώφτερνες, τακούνι πεντάποντο. Το βάδισμα τους αργό, η απόσταση μεταξύ τους περί τα σαράντα εκατοστά, τα χέρια του κρεμασμένα σαν μαριονέτας, στα δικά της κομψό δερμάτινο τσαντάκι. Δε φαίνεται να μιλάνε: τα κεφάλια τους είναι στραμμένα μπροστά, τα σαγόνια τους ακίνητα. Μπαίνουν στο θεόρατο κτίριο κι αναζητούν το ασανσέρ. Εδώ, εκεί, τι λέει η ταμπέλα, προς τα πού πάει ο κόσμος; Περιμένουν στη σειρά κι ένας έγχρωμος υπάλληλος τους καθησυχάζει ότι η διαδικασία δε θ’ αργήσει. Όντως. Μπαίνουν στο ασανσέρ. Στην απόσταση που τους χωρίζει στέκονται άγνωστοι τουρίστες. Κοιτάνε ψηλά ένα κομμάτι ουρανού μέσα από τη γυάλινη οροφή. 68ος όροφος. Στεκονται απέναντι στη θέα, φωτογραφίζουν ουρανοξύστες, κοιτάζουν κάτω τη λεωφόρο και πισωπατούν. Will you take a photo of us, sir? Thank you. Το χέρι του περνά γύρω από τη μέση της. Just a moment, please. Καθρεφτάκι, κραγιόν, ok, ready. Τσεκάρουν ο ένας τα μαλλιά του άλλου, χαμογελούν στον άγνωστο Ιταλό, say cheese, κλικ, thank you, have a great day, bye bye. Κινητά και ψηφιακή πλήρη φωτογραφιών, εκείνη κατευθύνεται στο gift shop, τσάντες I love New York, 20 dollars, thank you, bye. Ασανσέρ και έξω. Η διαφορά θερμοκρασίας προκαλεί άμεση εφίδρωση. Στρέφει το βλέμμα της προς το μέρος του. Oι τέλειες γόβες βρίσκονται στη βιτρίνα πίσω του. Μετρούν τα οικοδομικά τετράγωνα που περπατούν μέχρι να φτάσουν στο μετρό.
    Σύνταγμα. 15 Σεπτεμβρίου. Δύο τσίζμπεργκερ, δύο κλαμπ σάντουιτς, 4 κόκα κόλες, ορίστε, φχαριστώ. Ναι, ναι, περάσαμε τέλεια, καταπληκτικά, φυσικά, η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, το καταδιασκεδάσαμε, κρίμα που κράτησε τόσο λίγο. Φωτογραφίες, ναι φυσικά, α εδώ, στο Rockefeller Center, απίστευτη αίσθηση να βρίσκεσαι τόσο ψηλά, απογείωση, ο κόσμος κάτω μικροσκοπικός, ένα έτσι να έκανες και νόμιζες πως θα πετάξεις ή πως θα πέσεις. Απ’ τις καλύτερες στιγμές του ταξιδιού μας. Αφήστε που κάτι τέτοιες εμπειρίες ανανεώνουν και τη σχέση. Έτσι δεν είναι αγάπη μου; 


****

Μαριβίτα Γραμματικάκη (marivitagram@yahoo.gr)

Το δέμα

Ο υπάλληλος της εταιρίας κούριερ, περίμενε υπομονετικά στο Χολ και παρατηρούσε αμήχανα την ευγενική κοπέλα να βάζει και να βγάζει το γράμμα μέσα στο ανοιχτό δέμα. Ένα ανοιχτό γράμμα και ένα ανοιχτό δέμα μπροστά της, χωρίς να αποφασίζει να τα κλείσει.
Του φάνηκε ότι για λίγο έτρεμαν τα χέρια της, δάκρυσαν τα μάτια της και στο τέλος πολύ ντροπαλά του ζήτησε συγνώμη, προσφέρθηκε να του πληρώσει τα έξοδα, όμως το δέμα με το γράμμα δεν θα το έστελνε. Είχε αλλάξει γνώμη.
Έτσι ήταν πάντα. Αναποφάσιστη. Ποτέ δεν ήξερε να πει πότε φτάνει το τέλος. Ποιο τέλος, ποιου πράγματος; Δεν ήξερε. Εξάλλου η αγάπη, όταν γεννηθεί δεν έχει ποτέ τέλος, όπως έχουν όλα τα άλλα εφήμερα πράγματα. Αφού λοιπόν δεν υπήρχε κανένα τέλος δεν υπήρχε και κανένας λόγος να φτάσει αυτή η επιστολή με το δέμα στον παραλήπτη του. Έβγαλε προσεχτικά από μέσα τις παλιές φωτογραφίες, τα σουβενίρ από τα ταξίδια, τα ημερολόγια, δύο βραχιόλια, έναν κέρινο κλόουν, κασέτες με μουσική τζαζ, χαρτάκια με σημειώσεις και ερωτόλογα και όλη αυτή  τέλος πάντων την μεγάλη ποικιλία των μικρών και ασήμαντων  μικροπραγμάτων και αντικειμένων που για πολλά χρόνια στοίβαζε μέσα στο ντουλάπι και σήμερα είχε αποφασίσει να τα στείλει πίσω σε αυτόν που της τα είχε χαρίσει. Ήθελε να δώσει ένα τέλος σε αυτή τη σχέση, πετώντας όλες αυτές τις αναμνήσεις στα σκουπίδια.
 Έριχνε μέσα σε σακούλες χωρίς τάξη όλο το περιεχόμενο του ντουλαπιού, μα κάθε φορά που έφτανε στον σκουπιδοτενεκέ, άλλαζε γνώμη. Η σκέψη να ανακατευτούν οι μνήμες της, οι λιγοστά χαρούμενες στιγμές της μαζί με τα καθημερινά σκουπίδια, τα άδεια μπουκάλια και τα  αποφάγια την έθλιβε.  Ήθελε να καθαρίσει επιτέλους αυτό το μαγικό ντουλάπι που μπορούσε να κλείνει όλη την ζωή της και αυτή αρνιόταν επίμονα, όχι μόνο να τα πετάξει, αλλά και να τα τακτοποιήσει.
Έτσι ήταν πάντα. Αναποφάσιστη και ατακτοποίητη. Χύμα αναμνήσεις στην πιο χύμα ζωή της. Έτσι όμως είχε μάθει και όταν είδε το γεμάτο δέμα έτοιμο να φύγει στον παραλήπτη του και το άδειο πια ντουλάπι, πόνεσε. Δεν άντεχε άλλον αποχωρισμό. Έβαλε πάλι τα πράγματα μέσα στο ντουλάπι και έσκισε το γράμμα. Δεν είχε έρθει η ώρα να ξεκαθαρίσει αυτή τη σχέση. Κοίταξε το ρολόι και τρόμαξε. Η φίλη της την περίμενε τουλάχιστον μισή ώρα για να πάνε στον θερινό σινεμά του Παγκρατίου.
Αρπαξε μια ζακέτα και  κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Το ντουλάπι έμεινε  κλειστό και γεμάτο. Ίσως το καθάριζε κάποια στιγμή, το επόμενο καλοκαίρι. 




Μάνια Διαμαντή  (diamanti_mania@yahoo.gr)



Θέμα χρόνου

Ο  γοητευτικός   άντρας με  το   κασμιρένιο  παλτό  μπαίνει     ορμητικά   στο σούπερ- μάρκετ  και   κατευθύνεται  πρώτα   στο ψυγείο με τα σούσι   και μετά στα  ράφια  με τις σκυλοτροφές ∙  στο πέρασμά του   οι γυναίκες γυρίζουν κι  ανασαίνουν  το  άρωμά του.   Ο άντρας  βιαστικός, κρατώντας στο καλάθι του ένα φιλέτο σολομού με σάλτσα σόγιας για τον εαυτό  του   και   δυο  κονσέρβες  πατέ   για τον σκύλο του φτάνει στο ταμείο εξπρές ∙  μπροστά,  μια  ξανθιά  που μασάει τσιχλόφουσκα.
Κλατς μια φούσκα,  ο  άντρας  ρίχνει ένα δηλητηριώδες βλέμμα στην γυναίκα   και τότε     διαπιστώνει   ότι το  καρότσι της είναι   γεμάτο ως πάνω με    χαρτιά υγείας κι  αφρόλουτρα, «συγγνώμη κυρία,  στέκεστε   σε λάθος ταμείο» της υποδεικνύει   αλλά εκείνη  δεν    στρέφεται.
«Συγγνώμη, διαβάστε, έως -δέκα- τεμάχια»,  όταν  τα θυμωμένα   δάχτυλα του άντρα    δείχνουν  στη γυναίκα   το σχετικό    ταμπελάκι,   εκείνη σκάει  μια φούσκα στα μούτρα του και  λέει: μέτρα με τα   δακτυλάκια,  πόσα είδη θα χτυπήσει η μηχανή, βλέπεις πάνω από δύο;
Τι σημαίνει  «τεμάχια», τι «είδη»;ενώ κόσμος διχασμένος  καυγαδίζει,  ο άντρας  τρώγοντας   τα νύχια του καταφεύγει  σε άλλο  ταμείο∙   εννιά λεπτά    καθυστέρηση εξαιτίας μιας   ηλίθιας,   θέμα χρόνου, τελικά  άντρας και γυναίκα     βρίσκονται     στο  ίδιο ασανσέρ, μόνοι.
Υπόγειο δύο….  τρία; η γυναίκα πατάει  διάφορα  κουμπιά  γιατί   αναρωτιέται  πού πηγαίνει, στο στοπ, το ασανσέρ μπλοκάρει. Κι άλλη καθυστέρηση,  ο άντρας   σκουπίζει    τα  θολωμένα του γυαλιά   και   μετά, καθώς   η γυναίκα  αναζητά το κουδούνι κινδύνου,  της  αρπάζει   τα  χέρια   και  με  δυο     κινήσεις αστραπή   της   γυρίζει ανάποδα   τα δάκτυλα  μέχρι να  τσακίσουν∙  στο  στόμα της μπόλικο χαρτί υγείας πριν προλάβει να  ουρλιάξει.
Ώρα  πεντέμιση, ευτυχώς στο τελευταίο  υπόγειο ούτε  ψυχή, ώρα έξι, ο  άντρας κι    ο σκύλος του  απολαμβάνουν ευτυχισμένοι την τροφή τους, ο άντρας  περιχαρής   για το bonus  που θα πάρει  αφού  πρόλαβε  πριν  κυκλοφορήσει η είδηση να   πουλήσει   τις     μετοχές  του κολοσσού που   καταρρέει  .


Ευπαθείς ομάδες

Δυο χτυπήματα στον τοίχο, παύση,  μυρίζω τον σοβά κι αφουγκράζομαι,  εκτός απ’ την καρδιά μου  κι άλλοι   οχτώ πιο  ζωηροί  κι ομοιόμορφοι    χτύποι   -  άρα το ραντεβού για σήμερα  στις οχτώ-  μια,  δυνατά  κι εγώ  με ένα σφυρί ότι το σήμα ελήφθη, μετά   με τη μύτη ακουμπισμένη στην κουρτίνα κρυφοκοιτάζω την απέναντι που καταβρέχει  την  τέντα  της.
Φοράει  ψηλοτάκουνα   κι όλο τεντώνεται, τα  πόδια της δυνατά κι ηλιοκαμένα  φαντάζουν ωραία   μέσα στο λευκό  διαφανές  νυχτικό της, χαζεύω  τους κυματισμούς της   ίσιας  της κοιλιάς,  το τσιτωμένο της δέρμα κι   απορώ πώς κρατάει ισορροπία και δεν γκρεμίζεται∙  τα μάτια μου τσούζουν μάλλον   από  την   άμμο   που  ήρθε απ’ την  Σαχάρα,  τινάζω την σκόνη από τα βλέφαρα και καταπίνω με βαθιά γουλιά   το κατακάθι του καφέ μου, το σάλιο δηλητήριο.
Μίνι καύσωνας είπανε, τα σπίτια αχνίζουν, οι ευπαθείς ομάδες να αποφεύγουν τις μετακινήσεις, ψάχνω τη δαντελένια  μου κομπινεζόν, στο μπαούλο  κι ένα άλμπουμ με  φωτογραφίες. Να, εγώ μαυρισμένη με ντε-πιες στην παραλία, πάλι εγώ με δεκάποντη γόβα κι  έξωμο με λουλούδι  στο μπούστο∙  τα δάχτυλα ιδρωμένα κολλάνε στο χαρτί,   ξαφνικά στον αέρα μια υποψία από  γαρδένια.
Οι ηλικιωμένοι κι οι ευπαθείς ομάδες  να αποφεύγουν τις μετακινήσεις, στο ραδιόφωνο όλο  αυτό  λένε-  υπερβολές- κανονικά θα  έπρεπε να  κοιτάζουν  που από το πρωί δεν έχουμε ρεύμα,  μα   σε τι κράτος ζούμε!  Πέντε ολόκληρες ώρες  χωρίς ρεύμα, κλιματιστικό,  ψυγείο, όλα εκτός,  τα κρέατα για πέταμα,  το ίδιο και το καναρίνι που δεν άντεξε τη ζέστη κι έσκασε.
 Η αλήθεια είναι ότι   καθώς   πρόβαρα  στον καθρέφτη    το    κολιέ  που μου χάρισε  η εγγονή μου, άκουγα  που  χτυπούσε  τα φτερά  του στα κάγκελα, δυστυχώς   όταν  πλησίασα   ήταν   αργά.  Ευτυχώς,  στο συρτάρι μαζί με  το  κολιέ  βρήκα   και   τα   κιάλια κι έτσι    πέρασε   λίγο η ώρα    Στην αρχή μετρώντας   τα  πούπουλα  που   είχαν κατρακυλήσει στο πάτωμα και μετά  εστιάζοντας   στα χασμουρητά μιας γάτας  που   είχε   ξαπλώσει    κάτω  από ένα  φορτηγό.
Δέκα οριζοντίως-κατά μία έννοια  κρατιέμαι-  λείπουν τα δυο πρώτα γράμματα,  το βρήκα- γραπώνομαι- τέλος και με το σταυρόλεξο, μα πότε  πήγε έξι, δεν  προφταίνω.  Το τραπεζομάντιλο  ασιδέρωτο, το σερβίτσιο  σκονισμένο, να ανάψω   τα κεριά ∙ σήμερα  καλού- κακού λέω να  μείνουμε σπίτι,   θα  παραγγείλω «ιταλικό», προλαβαίνουμε,   η κόρη  του συνήθως   αργεί να γυρίσει, ας ελπίσουμε ότι  δεν  έχει ξεχάσει  να του δώσει  το    χάπι για την πίεση  μην μου πάθει και τίποτα.


Ιωάννα Δούμπρου (doubrou@tellas.gr)


Η θυσία


Είδε το σαμιαμίδι ξαφνικά. Ήταν κολλημένο στον τοίχο του σαλονιού, μικροσκοπικό,  ακίνητο. «Το σαμιαμίδι είναι προάγγελος καλής τύχης κόρη μου, η προσωποποίηση της ελπίδας», της είχε πει κάποτε η γιαγιά της. Σήμερα πιο πολύ από ποτέ την χρειαζόταν αυτήν την ελπίδα. Από το πρωί όλα της πήγαιναν στραβά.  Είχε τσακωθεί με τη μητέρα της, με τον πρώην άντρα της, με το παιδί της.  Η μητέρα της την είχε αποκαλέσει κακιά για να υπερασπιστεί τον πατριό της. Ο πρώην άντρας της αρνιόταν πάλι να καταθέσει τη διατροφή σερβίροντάς της την εκδίκησή του σε μηνιαίες δόσεις. Και ο οκτάχρονος γιος της τα είχε πάει άσχημα στο σχολείο και δεν έδινε δεκάρα για τις νουθεσίες της. Η γιαγιά  είχε πει : «αν  το βρεις  σπίτι σου θα πρέπει να το σκοτώσεις παιδί μου, έτσι μου’ λεγε κι εμένα η μάνα μου, πρέπει». Τα λόγια της γιαγιάς της είχαν φανεί  ένα κακόγουστο αστείο. «Σαν θυσία δηλαδή γιαγιά;» - «Σαν θυσία». Σηκώθηκε. Το σαμιαμίδι  τώρα είχε μετακινηθεί κατά λίγα εκατοστά. Το σώμα του σχημάτιζε ένα μικρό τελικό σίγμα κι είχε ένα ξεθωριασμένο καφετί χρώμα σαν το τσάι  που την περίμενε αχνίζοντας πάνω στο τραπεζάκι. Η γιαγιά έσφαζε κότες το Πάσχα, το θυμόταν καλά. Κι έτρεχαν ακέφαλες με το αίμα ν’ αναβλύζει. Αυτό δεν θα το’ κανε με τίποτα. Αυτό ποτέ.  Έβγαλε διστακτικά το παπούτσι. Το σαμιαμίδι έμοιαζε  με λιλιπούτειο,  ξεδοντιάρη κροκόδειλο. Υπό άλλες συνθήκες, αν δεν γνώριζε τι συμβόλιζε, μάλλον θα το σιχαινόταν.  Τώρα απλά το λυπόταν. Σαν να αφουγκράστηκε τις σκέψεις της το σαμιαμίδι  βάλθηκε να τρέχει, κάνοντας ένα βήμα με τα αριστερά του πόδια, ένα με τα δεξιά. Το ακολούθησε με το βλέμμα της. Τις κατσαρίδες  τις σκότωνε ευχαρίστως. Τις κατσαρίδες τις σιχαινόταν πραγματικά.  Πλησίασε  τον τοίχο και σήκωσε το παπούτσι.  Το βλέμμα της σαύρας ήταν  τυφλό. Η Σοφία ανοιγόκλεισε αργά τα δικά της βλέφαρα σαν να περίμενε ότι το σαμιαμίδι θα έδραττε την ευκαιρία για να εξαφανιστεί.  Όμως εκείνο ήταν ακόμα εκεί. Αν το σκότωνε όλα θα έφτιαχναν; αναρωτήθηκε.  Αν το σκότωνε, θα την αγαπούσαν;  Αν το σκότωνε, θα έπαυε να αισθάνεται μόνη; ‘Καμμένη’; Κοινή;  Το χτύπησε απότομα και μετά τράβηξε αργά το χέρι της. Λίγη  γλοιώδη σάρκα και μια ουρά κολλημένη στον τοίχο, ανέπαφη. Έφερε χαρτί. Καλύτερα να μη γύριζε το παπούτσι ανάποδα. Με κλειστά μάτια, στάθηκε μπροστά στο νεροχύτη και το καθάρισε. Πήγε στο μπάνιο κι έκανε ένας ντους, είχε ιδρώσει. Τη νύχτα κοιμήθηκε   έναν ανέφελο ύπνο. Όταν ξύπνησε και  πήγε στο γραφείο, ρώτησε τη συνάδερφο  της για τα σαμιαμίδια. Σημαίνουν καλή τύχη, της είπε η συνάδερφος. Αρκεί να μην τα σκοτώσεις.



****

Φωτεινή Δράκου (luminous@freemail.gr)


Χωρόχρονος

    Η Τζένα κρατάει τη φούστα της που τη σηκώνει ο αέρας. Ο Ηρακλής στέκεται πίσω της με μόνιμο βλέμμα χαζού ερωτευμένου και τα χέρια του ακουμπισμένα στους ώμους της – μέχρι εκεί έφτασαν, ούτε πόντο παρακάτω. Η Έλσα δεν κοιτάζει στον φακό – ως συνήθως – και ο Κώστας έχει σκάσει στα γέλια για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι πια. Εγώ περνάω τη γιαπωνέζικη φάση μου και χαμογελάω με τα δυο δάχτυλα να σχηματίζουν το σήμα της νίκης. Ζάκυνθος, 2005. Στεκόμαστε όλοι μαζί στην πίσω αυλή του ξενοδοχείου, μπροστά σε ένα περίεργο πέτρινο κατασκεύασμα που μοιάζει με πύλη. «Χωροχρονική» την έλεγε ο Ηρακλής. Δίκιο είχε. Δεν μου άρεσε από τότε. Μαλακία κάναμε που βγήκαμε φωτογραφία μπροστά της. Μας ρούφηξε και μας έφτυσε στο παράλληλο σύμπαν αλλαγμένους και διαλυμένους.
    Πάντως εκείνη η στιγμή ήταν για όλους απελπιστικά τέλεια. Η Τζένα, η Αγγλίδα της παρέας, τυχαία για διακοπές στο νησί με την οικογένειά της, μόλις είχε κλείσει τα δεκαοκτώ, μωρό δηλαδή. Η μαμά της, ορνιθολόγος, της είχε δώσει το όνομα του ομώνυμου βουνού στην οροσειρά της Αριδαίας, απ’ τα καλύτερα καταφύγια για τα πουλιά. Ο έρωτας τσίμπησε τον Ηρακλή πιο δυνατά απ’ όλα τα κουνούπια της γης που μ’ είχαν βάλει μοναδικό στόχο εκείνο το καλοκαίρι. Σχεδόν πετούσε ακολουθώντας την όπου πήγαινε, κι εκείνη το έπαιζε ζόρικη.
    Αυτό είχε δημιουργήσει έντονο πρόβλημα σ’ εμένα βέβαια, γιατί ήμουν σε κάπως αντίστοιχη φάση, προσπαθώντας να ρίξω τον Κώστα. Ένα χρόνο τον έψηνα και περίμενα πως το καλοκαίρι θα βοηθούσε, κάτι τα μπάνια, κάτι η θάλασσα, κάτι τα δέκα χιλιάδες μπακάρντι με κόκα κόλα που ρουφούσα κάθε βράδυ. Μάταιος κόπος. Ελλείψει Κώστα, η Έλσα αναγκαστικά έκανε παρέα μόνο μ’ εμάς, με τη ξεχωριστή της συνήθεια να επαναλαμβάνει δέκα φορές κάθε δεύτερη φράση της.
Δε λέω, μ’ έβαζε κάτω ο δικός μου. Αμέ. Κάθε μεσημέρι μετά το μπάνιο, οπωσδήποτε. Κυριολεκτικά όμως. Βγαίναμε απ’ τη θάλασσα και μας έτρωγε το μυαλό να μας εφαρμόσει τη μοναδική μέθοδο που είχε για να μας απαλλάξει από πόνους στη μέση, στην πλάτη, σκολίωση, κύφωση, και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Η Έλσα το άκουγε και τσίριζε, ο Κώστας είπαμε, εξαφανισμένος, οπότε εύκολα καταλαβαίνουμε ποιος ήταν ο τυχερός. Ξάπλωνα μπρούμυτα και εκείνος ανέβαινε και έκοβε βόλτες πάνω μου, σπρώχνοντας τις πατούσες του ψηλά στην πλάτη μου και το πρόσωπό μου πιο βαθιά στην άμμο. «Μόνο έτσι θα ισιώσεις», το μόνιμο ρεφρέν. Σηκωνόμουν φτύνοντας χαλικάκια και μωρά καβούρια, αλλά εκείνος ήταν σίγουρος πως έτσι θα γινόμουν άνθρωπος. Ήταν ο ιδανικός τρόπος. Το καλοκαίρι του πατήματος. Με ξενύχτια, βόλτες, πληγωμένες καρδιές (του Κώστα και της δικιάς μου), κιθάρες στην αμμουδιά, όλα τα στερεοτυπικά.
    Και μόνο μία φωτογραφία. Αυτή μπροστά στην πύλη του χωροχρόνου. Γιατί όταν τέλειωσε το καλοκαίρι, σκορπίσαμε. Η Τζένα δεν γύρισε καν, έφυγε στην Αγγλία. Ο Ηρακλής πήγε φαντάρος κι όταν επέστρεψε είχε αποφασίσει ότι μας βαριότανε. Η Έλσα ξαφνικά έμπλεξε με τη καινούρια δουλειά της και έγινε αυτό που σιχαινόμασταν κάποτε. Ο Κώστας έπεσε στις κλειστές του, που δεν ανοίξανε ποτέ. Κι εγώ έμεινα να το λέω, πως είχα δίκιο για το παράλληλο σύμπαν.
    Τουλάχιστον ίσιωσα.


****

Νίκος Ζαλαώρας (zalaoras@hol.gr)


Το όστρακο και η πεταλούδα

"Πες μου, τι σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή; ", του είπε η Μάντια. O αιφνιδιασμός της, όσες φορές και αν επαναλήφθηκε, τον έβρισκε απροετοίμαστο.    Τι είναι αυτό που τον έθελγε στο σκοτάδι; αναρωτιόταν. Σκεπάστηκε με ένα σεντόνι και άρχισε να παίζει το παιχνίδι των φαντασμάτων. Έξω, στο κέντρο της πόλης, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, κυκλοφορούσαν μόνο αδέσποτα σκυλιά∙ άσχημα, βρώμικα, κακά, με στόματα ανοιχτά, δόντια αιχμηρά. Μια στιγμή ένα σύννεφο από ακρίδες σκέπασε σα βέλο το πρόσωπο του ήλιου. Εκείνος συνέχιζε να απολαμβάνει στο σκοτάδι το παιχνίδι του. Μπορούσε να σταματήσει όποια στιγμή ήθελε. ‘Ηταν αόρατος. Πίσω από τα χέρια του φύτρωσαν ισχνά φτερά. Γιατί να τον ρωτήσει εκείνη τη στιγμή τι σκεφτόταν; " Να...δεν...τίποτα" απάντησε προσποιούμενος τον αδιάφορο. Κλείστηκε πάλι στον εαυτό του, σαν όστρακο που, με ένα μόλις άγγιγμα, η σάρκινη ύλη του τραβιέται εντός του. Τίποτα δεν είναι πιο απατηλό από τα όνειρα, σκέφτηκε. Κι όμως, παραδέχτηκε, το οξυγόνο της ζωής είναι τα όνειρα. 'Εριξε ένα πλάγιο βλέμμα στη Μάντια. Καθόταν στην πολυθρόνα της, αφοσιωμένη στις ιστορίες της. ‘Αρχισε να γράφει πριν από τρία χρόνια όταν μετακόμισαν σε ένα προάστιο που δεν γνώριζαν κανέναν για να βρίσκεται αυτός κοντά στη δουλειά του. Από τότε εκείνη συνήθισε να γράφει μια μικρή ιστορία κάθε απόγευμα. Της ζήτησε να του διαβάσει την τελευταία.
    «Μια φορά κι έναν καιρό σ' έναν εγκαταλειμμένο κήπο ήρθε να παίξει μια μικρή πριγκίπισσα με ολόμαυρα μάτια. ‘Ηταν μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου. Κουρασμένη απ' το πολύ παιχνίδι, η Πάου-Πάου έπεσε στο χορτάρι, κάτω από μια γέρικη βελανιδιά, και την πήρε ο ύπνος. Στ' όνειρό της είδε ότι μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη πολύχρωμη πεταλούδα που είχε αγαπήσει το χλωμό φεγγάρι. Η πεταλούδα, ενώ κυνηγούσε να πιάσει το φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στο ποτάμι, έπεσε στο νερό και πνίγηκε. Την αυγή το κορίτσι έτρεξε να βρει στη σπηλιά της, στο δάσος, τη σοφή μάγισσα Εζ, και της διηγήθηκε το παράξενο όνειρό της. Η μάγισσα, αφού συμβουλεύτηκε το εξωτικό πουλί της, μια πολυταξιδεμένη Ροζέλλα, με τα φτερά της βουτηγμένα στα χρώματα του ουράνιου τόξου, και την πανέξυπνη φίλη της Αρρι, τη μέλισσα, άγγιξε το μαγικό γυαλί της. Τότε παρουσιάστηκε ένα χελιδόνι που μίλησε στην Πάου-Πάου για το θαύμα των επτά ημερών, και κατέληξε ότι θα φτάσει στην πηγή της ευτυχίας όποιος ακολουθήσει την αλήθεια της καρδιάς του.»
     Την ώρα εκείνη χιλιάδες φαναράκια άναβαν, το ένα μετά το άλλο, στην πόλη, σημάδι ότι έπεφτε το γκρίζο σούρουπο.


****

Μυρτώ Καλοφωλιά (kalofoliamyrto@yahoo.com)


Σαλιάρες κομπόστα

Σούρουπο. Στην άκρη της αμμουδιάς τα βράχια σουβλερά. Πεντέξι χρονών είναι το κορίτσι, μικροκαμωμένο, τα μαλλιά κοντά, γόνατα πληγιασμένα, ισορροπεί ξυπόλητο στις κοφτερές πέτρες. Κρατά ένα πλαστικό ποτήρι. Κοντοστέκεται, μελετά την επόμενη κίνηση, βήμα-βήμα. Σκύβει πάνω στο νερό, παρατηρεί με προσήλωση. Μια αδέξια κίνηση. Παραπατά. Παραλίγο να πέσει. Πάει παρακάτω πατώντας αργά, συγκεκριμένα. Ψάχνει. Πιο πέρα το ίδιο. Σκύβει πάνω από μία γούρνα. Βάζει το ποτήρι στο σημείο που ξεχειλίζει - θέλει προσοχή μην της ξεφύγει απ’το πλάι. Το μικρό καφέ ψάρι, κουλουριασμένο στην άκρη. Οι σαλιάρες βγαίνουν τη νύχτα στα βραχάκια και λιάζονται.  Πλησιάζει αργά το δάχτυλο, η σαλιάρα τινάζεται, σπασμωδικά διαγράφει τρεις κύκλους στη γούρνα και καρφώνεται στo κύπελο. Την παγιδεύει, σηκώνεται, διασχίζει γρήγορα τα βράχια προτείνοντας θριαμβευτικά το πλαστικό ποτήρι με το ψάρι. Το σκεπάζει με την παλάμη της. Το ψάρι μέσα σπαρταράει. Οι πατούσες της σκίζονται, σε κάθε άτσαλο βήμα αναφωνεί.

 Στην παραλία τα πόδια της ανακουφίζονται. Η άμμος ακόμη ζεστή. Ελευθερώνει το νέο της απόκτημα σ’έναν κουβά με νερό. Λίγη ώρα κάθεται εκεί, γονατιστή στην άμμο, χαζεύει τις αντιδράσεις του. Μέσα έχει βάλει πέτρες, κογχύλια, ρίχνει και λίγη άμμο. Έπειτα τρέχει πίσω. Μόλις αρχίσουν τα βράχια τα βήματα γίνονται πάλι ακροβατικά. Πάει ακόμη πιο πέρα, στην άκρη του όρμου, όπου έχει αφήσει ανεξερεύνητες λακκούβες. Στην τσέπη ο φακός. Βιάζεται να προλάβει το τελευταίο φως.

Νύχτωσε. Έχει απομακρυνθεί. Το νερό σκοτεινό και βαθύ. Τώρα παρατηρεί μία μεγάλη γούρνα. Με τη δέσμη φωτός φέγγει τη χοντρή σαλιάρα που έχει διπλωθεί στη κόγχη του βράχου. Προς τα μέσα, κάτι επιπλέει στο σκοτάδι. Μετέωρο πλησιάζει ολοένα. Τριγύρω σαλεύουν μαύροι γυαλιστεροί κάβουρες. Πισωπατούν σε κάθε της κίνηση. Δεκάδες ζευγάρια μάτια. Στην άκρη του βράχου προβάλλουν δυο μεγάλες τριχωτές δαγκάνες. Το βλέμμα της γυρίζει συνεχώς να βεβαιωθεί πως παραμένουν εκεί. Η θάλασσα ανασαίνει. Ένα πλοίο πέρασε ανοιχτά. Έστειλε τ’ απόνερά του. Δυο τρεις αργές, βαθιές ανάσες. Το νερό ανεβαίνει, της μουσκεύει τα πόδια, υγραίνει τους βράχους. Η λακκούβα πλημμυρίζει νερό ως το χείλος, ύστερα το αφήνει να φύγει δημιουργώντας μικρές ρουφήχτρες κι αναδεύοντας τα φύκια που αιωρούνται. Ο διπλανός βράχος κούφιος, αφήνει έναν υπόκωφο βρυχηθμό. Η σαλιάρα έχει εξαφανιστεί, το ίδιο κι οι δαγκάνες. Οι κάβουρες, σε άλλη διάταξη, παρακολουθούν. Πέρα τα φώτα του χωριού φτιάχνουν λαμπερές παράλληλες κλωστές στη θάλασσα. Από την παραλία ακούγονται μακρινά γέλια και μουσική. Το φεγγάρι, ανάποδα, κρέμεται στον ουρανό. Ρυθμικά επαναλαμβάνεται η φωνή του γκιώνη και των νυχτερινών εντόμων τα τριξίματα. Κρυώνει. Θα γυρίσει. Ψάχνει τα βήματά της στο αδύναμο φως του φακού. Προχωρά σχιστά στα πουρνάρια και τα σκίνα. Κάτι σύρθηκε δίπλα στα πόδια της. Τα τριζόνια χαμηλά σταματούν να προσπεράσει. Κι ύστερα ξαναρχίζουν.

 Σήμερα ήταν καλή μέρα. Μάζεψε δώδεκα σαλιάρες και καμιά εικοσαριά γαρίδες από το απόγευμα. Κάθεται και τα κοιτάει. Τα μάτια της μεγάλης γαρίδας φωσφορίζουν. Μία φιγούρα πλησιάζει. Τι θα τα κάνεις όλ’αυτά; κομπόστα; Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι θα πει κομπόστα. Σέρνει τον κουβά μέχρι το νερό και τον αναποδογυρίζει. Παρακολουθεί ένα ψάρι να χάνεται στο βυθό. Γυρνάει κι ακολουθεί προς τα φώτα και τις φωνές.


****

Νιόβη Καραπιπέρη
(KARAPIPERI@liberis.gr)


Το μερόνυχτο



Η Ντρου γύρισε αφού την είχα ήδη φωνάξει δυο-τρεις φορές. Έλεγα από μέσα μου, «τι στο καλό, δεν ακούει;», αλλά στο τέλος έβαλα όλη τη δύναμη μιας φωνής που δεν την άκουγα ούτε κι εγώ και την έκανα να γυρίσει. «Καλά ρε, κι εσύ εδώ πέρα είσαι;», μου είπε. «Είμαστε εδώ από χτες», της απάντησα, «αλλά μόλις ξυπνήσαμε». Το προηγούμενο βράδυ δεν είχαμε κοιμηθεί καθόλου άσχημα. Αλλά τώρα είχαμε ξυπνήσει μέσα σε ένα εντελώς απροσδόκητο σκοτάδι που απλωνόταν απ’τη σκηνή μας ίσαμε τη θάλασσα κι ακόμη παραπέρα. «Μάλλον κοιμηθήκαμε παραπάνω απ’όσο υπολογίζαμε», είπα στη Ντρου, «και τώρα θα πρέπει να ξανακοιμηθούμε για να μας περάσει και να ξυπνήσουμε κανονικά». Γέλασε και ρούφηξε για τελευταία φορά το τσιγάρο της, πριν το σβήσει στο χώμα. «Τι να ξανακοιμηθείτε;», μου είπε. «Η ώρα είναι εντεκάμιση κι ακόμη δεν έχει ξημερώσει. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα στη ζωή μου. Μήπως έχεις δει εσύ;»
Κοίταξα το ρολόι μου, που το είχα ακουμπισμένο σ’ ένα βράχο, και είδα πως πράγματι έδειχνε 11 και 30. Και ήταν σίγουρα πρωί – στο βάθος του ορίζοντα αλλά και πιο έξω, έβλεπες το σκοτάδι να προσπαθεί να διαλυθεί και να μην τα καταφέρνει. Μπορεί από τη ζέστη.
«Αυτά μας λείπανε τώρα!», είπε η Ντρου και σήκωσε τα φρύδια της για να μου δείξει τα σκυλιά που ερχόντουσαν και τα οποία, προφανώς, δεν είχε συμπαθήσει ποτέ της. Το ένα από τα δύο ήταν η Μπλου κι ερχόταν κατά πάνω μου χαρούμενη και ξένοιαστη – ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι. Τέτοια Μπλου, κάτασπρη, δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. «Τι κάνεις Μπλου;», της είπα. «Τι κάνει το κορίτσι μου;» Μου κούνησε την ουρά κι αυτό μου έφτανε για να μην ασχοληθώ πολύ με τον Μπέικον, τον μικρό, που από πάντα του –όχι μόνο τώρα, που ήταν φυσικό– ήταν πιο ανεξάρτητος. Ήδη, να, ανέβαινε στα παρτέρια πίσω μας και δεν άκουγε που του φωνάζαμε: «Μπέικον, φεύγουμε! Δεν πρέπει να κάτσουμε άλλο εδώ πέρα! Κάτι περίεργο συμβαίνει…»
Με τη Ντρου, το είχαμε αποφασίσει ταυτόχρονα, χωρίς καν να κοιταζόμαστε. Ο Μπέικον, όμως, έτρεχε και δεν μπορούσα να τον αφήσω πίσω. Πήγα να τον πιάσω και τότε είδα στο πίσω μέρος του παρτεριού, μια μεγάλη αλεπού να του δείχνει τον δρόμο μυρίζοντας κάθε τόσο τον αέρα. «Στο είπα εγώ!», είπε η Ντρου δυνατά. «Τα ζωντανά έχουν καταλάβει το κακό και ψάχνουν να κρυφτούν». Εκείνη την ώρα, ένα φίδι, λεπτό και μακρύ, ήρθε και σύρθηκε κοντά στα πόδια μου κι εγώ, αν και τα φίδια ήταν πάντα μέσα στα πράγματα που φοβόμουν περισσότερο, στάθηκα και γύρισα το κεφάλι μου εκεί που έπρεπε να είναι ο ήλιος.
Ήταν καλοκαίρι. Τι πια τόσο κακό θα μπορούσε να μας συμβεί, μόνο και μόνο επειδή μια μέρα αργούσε να ξημερώσει;  



****


Γιάννης Καρκανεβάτος (karkanevatos@hotmail.com)


Καλώς ήρθατε στη Wall Street



Μια φορά και έναν καιρό σ΄ ένα χωριό, ένας άντρας ο Χάρης ανακοίνωσε στους χωρικούς ότι θα αγόραζε μαϊμούδες προς 10 δολάρια τη μία. Ξέροντας οι χωρικοί ότι υπήρχαν πολλές μαϊμούδες γύρω στο δάσος πήγαν και τις έπιασαν. Ο Χάρης αγόρασε χιλιάδες προς 10 δολάρια τη μία όπως είπε. Το εμπόρευμα όμως λιγόστευε και οι χωρικοί σταμάτησαν να κυνηγάνε μαϊμούδες.

Ο Χάρης ξαναανακοινώνει ότι θα αγόραζε μαϊμούδες για 20 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί έτρεξαν και έπιασαν και άλλες μαϊμούδες. Σύντομα όμως οι μαϊμούδες λιγόστεψαν κι άλλο, οι χωρικοί επέστρεψαν στα κτήματά τους.

Ο Χάρης ανακοινώνει πάλι ότι επειδή δεν υπάρχουν πλέον πολλές μαϊμούδες θα αγόραζε τη μία προς 25 δολάρια. Οι χωρικοί πιάνουν και τις λίγες που έμειναν.

Ο Χάρης τούς λέει καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστες
μαϊμούδες γι' αυτό και εγώ θα σας δώσω 50 δολάρια τη μία. Αλλά επειδή πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές θα αναλάβει την αγοροπωλησία ο βοηθός μου.

Ο βοηθός φωνάζει τους χωρικούς και τους λέει. Κοιτάξτε τι έκανε ο Χάρης. Γέμισε ένα στάβλο γεμάτο με μαϊμούδες, θα σας τις πουλήσω εγώ για 35 δολάρια τη μία και όταν γυρίσει ο Χάρης τού τις πουλάτε εσείς για 50 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί στριμώχτηκαν μάζεψαν όλες τις οικονομίες τους και αγόρασαν όλες τις μαϊμούδες.

Δεν ξαναείδαν ούτε τον βοηθό ούτε τον Χάρη.

Καλώς ήρθατε στη Wall Street.



Παραλία

Είχε περάσει ώρα που ήταν μέσα στη θάλασσα. Το ένα κεφάλι είπε: ‘Να βγαίνουμε’. Το άλλο απάντησε: ‘Από τώρα;’. Το πρώτο κεφάλι: ‘Κρύωσα’. Το άλλο: ‘Κάτσε λίγο ακόμα...’ .
Η μια καρέκλα ρώτησε την άλλη: ‘Θα μας μαζέψουν;’ . Η άλλη απάντησε: ‘Σε λίγο... Να πέσει πρώτα ο ήλιος’. ‘Σιχαίνομαι να μας μαζεύουν και να μας στοιβάζουν βρεγμένες...’. ‘Δεν βαριέσαι... Καλύτερα να δουλεύεις part time και μόνο καλοκαίρι...’ . Η πρώτη καρέκλα σιώπησε. Μετά από λίγο: ‘Λες όταν βγουν αυτοί, να κάτσουν;’
Η μιά πλάτη είπε: ‘Τελικά είχες δίκιο να έρθουμε εδώ’. Η άλλη πλάτη δεν απάντησε. ‘Είναι ήσυχα... χαλαρώνεις...’. Η άλλη πλάτη δεν απάντησε. Η πρώτη πλάτη ρώτησε: ‘Τι να βρίσκεται απέναντι;’. Η άλλη πλάτη δεν απάντησε. 
Η μικρή σκιά ρώτησε: ‘Μπαμπά προλαβαίνουμε;’. Η μεγάλη σκιά απάντησε: ‘Μέχρι τις οχτώ που τα θέλει έχουμε ώρα...’ . Η μικρή σκιά ‘Λες να πουληθούν όλα;’ Η μεγάλη σκιά συνέχισε να κοιτάζει μπροστά. Η μικρή σκιά: ‘Θα μ’ αφήσεις να κάνω μια βουτιά όταν φτάσουμε;’ 
Το πουλί αναρωτήθηκε: ‘Διάολε όλοι ζευγαρωμένοι εδώ κι εγώ πουλί της ειρήνης μόνο...’ . Πισωπάτησε. ‘Κάτι πρέπει να κάνω, σε λίγο θα βγουν από το κάδρο και η μοναξιά θα γίνει ανυπόφορη’.
Ένα κλικ ακούστηκε. Αργότερα, στο κόκκινο φως του σκοτεινού θαλάμου – βλέπε οθόνη υπολογιστή – ο φωτογράφος θα παρατηρήσει: ‘Ωραία... Έξι συμμετρικά μοναχικές ψυχές και δύο chaises longues ... Να ‘λειπε τουλάχιστον το κωλοπούλι στην άκρη του κάδρου...’


****



Αντρέας Καροτσιέρης (karotsi@yahoo.com)

Στη μέση του πουθενά

Δεν τη βρίσκω με το ψαχούλευμα του διπλανού δερμάτινου καθίσματος, κολλημένος σε μια ουρά αυτοκινήτων, όντας μη αυτοκίνητο, ακίνητος σε μια ουρά ολοζώντανων ανθρώπων, υποθέτω με καρδιές που πάλλονται, αίμα που ρέει, διαρκώς στάσιμη κυκλοφορία, ανάμεσα σε ποικίλες μορφές διαρκώς στάσιμης κυκλοφορίας, κάποιες ελκυστικές και κάποιες αηδιαστικές, πάντως στάσιμος και ζωντανός ανάμεσα σε τέτοιες, όσο πιο ζωντανός τόσο πιο στάσιμος, οι εμπρός και οι πίσω με κάνουν και σκέφτομαι τους δικούς μου στημένους σε κάποια άλλη παρτίδα, δεν πιστεύω στην τύχη, παραμένω πια ανάμεσα σε γνωστούς, φρακαρισμένος, στριμωγμένος, απειλημένος, εγκλωβισμένος, πέρα για πέρα, στην ζωντανή μου φαντασία η οποία εξαντλείται πάντα στο εμβαδόν που οριοθετούν τα δυο μου πόδια, βάσανο η εμμονή της για επιμήκυνση, βάλσαμο η στο τετράγωνο αύξηση της αξίας της, οριζοντίως ξύπνιος ονειρεύομαι, θα ήταν έγκλημα να χαραμίσω τον χρόνο σε ύπνο, η το κάνω και μετανιώνω και για αυτό το έγκλημα μου, όπως για το να ξοδεύω ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου μετακινούμενος μεταξύ επιθυμιών, αντί να κλοσάω ήσυχα τα αβγά μου, που είναι το ίδιο και το αυτό, από ένα σημείο άλφα σε ένα σημείο βήτα είναι αναπόφευκτο, και καθ οδόν βρίσκομαι κολλημένος μεταξύ απελπισμένων εκδρομών που δεν επιθυμώ στο ελάχιστο, προμηθεύομαι τις καλύτερες διαταγές, μόνο που πριν και μετά ομφαλοσκοπώ εξίσου, όπως και κατά τη διάρκεια, κανείς δεν είναι αρκετά τέλειος, εξάλλου από την ακινητοποίηση σε μια ουρά πηγάζει ένας αέρας σπουδαιότητας, όσο βεβαίως πίσω σου ακολουθούν οι άλλοι, και μπροστά σου έπονται επίσης άλλοι,  όσο πιο σκαλωμένος ανάμεσα τόσο πιο σημαίνων γίνεται ο σκοπός, επιπλέον όφελος η παρεϊτσα των ουρών, επιπλέον δώρο οι μικροδιενέξεις, η ιλαρότητα της συμφόρησης ανθρώπων ανάμεσα από λαμαρίνες, βγαίνω έξω από το αυτοκίνητο και λαθρανασαίνω, το αλατοπίπερο των γραμμών, στη μέση του πουθενά καλύτερα να ανήκεις κάπου οπότε αμέσως ξαναπαίρνω τη θέση μου, από την οποία εξαρτώνται ένα σωρό άλλοι, τελικά ψαχουλεύω με τις παλάμες μου το διπλανό δερμάτινο κάθισμα, είναι αποδεδειγμένο ότι έτσι δεν τη βρίσκω και άρα το κόβω, σε σκέφτομαι και έτσι σε χαίρομαι, να μην είσαι εδώ τώρα γιατί αλλιώς τι άλλο θα είχα να σκεφτώ, εκτός μήπως από το όταν φτάσουμε σε χάσω, στα ψέματα θα ήθελα να σε είχα εδώ, ανάμεσα σε τόσους, με καρδιές που πάλλονται, αίμα που ρέει, μαζί εγκλωβισμένοι ίσως να μέναμε για πάντα έτσι, όμορφοι και γενναίοι, αντί άσκημοι και δειλοί, σε επιθυμώ καλύτερα ανάμεσα σε αγνώστους, καλύτερα φρακαρισμένος, καλύτερα στριμωγμένος, καλύτερα απειλημένος.


****


Χρήστος Κυθρεώτης (elpinor1979@yahoo.gr)

Αύγουστος στη Λάρισα

Φτάσαμε στη Λάρισα, λίγο πριν νυχτώσει, βρήκαμε το πιο φτηνό ξενοδοχείο και αφήσαμε τα πράγματά μας. Υπήρχε ένα μπαρ στην κεντρική πλατεία. Ο μπάρμαν ήταν κοντά στα πενήντα. Φορούσε λευκό πουκάμισο με ανοιχτά τα δύο πάνω κουμπιά και μαύρο παντελόνι χωρίς ζώνη. Ο καπνός σκέπαζε τα πάντα.
    Μια ξανθιά μας πήρε παραγγελία. Καλή. Ο Μιχάλης προσπαθούσε να στρίψει το ίδιο τσιγάρο απ’ το λεωφορείο. Κάπως το έκανε να μοιάζει πολύ δύσκολο. Κοίταξα την ξανθιά. Έσκυβε τώρα πάνω από ένα άλλο τραπέζι και έβαζε το χέρι χαμηλά στον λαιμό για να μη φανούν τα βυζιά της. Η κίνησή της είχε κάτι το χορευτικό.
    Όλοι οι θαμώνες έμοιαζαν με αγρότες αλλά ένας από αυτούς δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο. Τον πλησίασα. «Εγώ και ο φίλος μου ψάχνουμε για δουλειά» Με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα σπασμένες φλεβίτσες. «Έχω έναν Αλβανό για όλα». «Κι εμείς Αλβανοί είμαστε». «Δεν σας φαίνεται». «Είσαι ο πρώτος που μας το λέει». Με κέρασε ένα ουίσκυ.
    Γύρισα στον Μιχάλη. Η ξανθιά ήταν Ρωσίδα. Είχε πιάσει κουβέντα μαζί της. Την μάθαινε πώς να μη στρίβει τσιγάρο. Πλήρωσα και έφυγα.
    Στον δρόμο είχε υγρασία. Κάθισα σε ένα παγκάκι και κάπνισα. Το παγκάκι ήταν σκληρό, κάποιος είχε βγάλει τη μία από τις τρεις σανίδες. Ήταν το χειρότερο παγκάκι που είχα καθίσει.
    Σταμάτησα σε ένα περίπτερο και πήρα τσιγάρα. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες. Δεν υπήρχαν τρύπες, ούτε λεφτά. Αφησα τα τσιγάρα πίσω χωρίς να πω λέξη.
Όλα τα στριπτιτζάδικα είχανε είσοδο. Πονηροί βλάχοι. Η ώρα ήταν ακόμα μία. Γύρισα στο μπαρ για να πάρω χρήματα απ’ τον Μιχάλη. Ο μαλάκας είχε φύγει. Η ξανθιά ήταν εκεί. Τη ρώτησα. «Δεν ξέρω, είπε πως τον περίμεναν οι φίλοι του και έφυγε». Είδε την έκφραση απελπισίας στο πρόσωπό μου και μου πρότεινε να καθίσω. «Δεν έχω χρήματα». «Κερνάω». Δεύτερη φορά σε μια μέρα. Ο αγρότης είχε φύγει. Η ξανθιά με κέρασε ένα διπλό με πάγο. Της ζήτησα και τσιγάρο. Μετά με κέρασε και άλλο, ύστερα κι άλλο.
    Η ώρα πέρασε και το μαγαζί άδειασε. Ο Μιχάλης δεν ερχόταν. Δεν απαντούσε στο κινητό. Πήγα στην τουαλέτα και φεύγοντας χαιρέτησα την ξανθιά. Μου είπε για κάτι λεφτά. «Νόμιζα ότι ήταν κερασμένα». «Μόνο το πρώτο, όχι όλα. Τι με πέρασες;». «Στο είπα ότι δεν έχω λεφτά».
    Ετοιμάστηκα να αντιμετωπίσω τον μεσήλικα μπάρμαν. Ήρθε όμως ένας μεγαλόσωμος τύπος, που ανάσαινε βαριά και μου ζήτησε πενήντα ευρώ. Τού εξήγησα. «Θα τα φέρω αύριο. Μένω στο τάδε ξενοδοχείο». «Γιατί να σε πιστέψω;». Τη λύση έδωσε η ρωσίδα. «Πες του να πάρει τον φίλο του».
    Ο Μιχάλης δεν απαντούσε στο κινητό. Ένας χοντρός με λαδωμένες μπούκλες είχε αγκαλιάσει την άλλη σερβιτόρα, και έχωνε το χέρι του κάτω απ’ το τζιν της. Εκείνη ήταν μελαχρινή με άσπρο δέρμα. Με το ζόρι δεκαοχτώ. Χαμογελούσε.
    Ο γορίλας με κοιτούσε με άγριες διαθέσεις. Ακουμπώντας τους αγκώνες μου στο τραπέζι ένιωσα κάτι μαλακό. Ήταν το τσιγάρο του Μιχάλη. Στριμμένο. «Αυτό είναι το τσιγάρο του φίλου μου». Κανείς δεν συγκινήθηκε. «Αυτό είναι το τσιγάρο του φίλου μου». Ο γορίλας πλησίασε και μου το πήρε. «Είναι ακόμα 49,50 ευρώ». Κοστολογούσε πολύ φτηνά το πρώτο τσιγάρο που έστριψε ποτέ ο Μιχάλης. «Απαιτώ να μάθω τι κάνατε στον φίλο μου». Τα βλέμματα γύρισαν πάνω μου. «Τι του κάνατε;». Ούρλιαζα. «Απαιτώ να έρθει τώρα η αστυνομία». Η μουσική δυνάμωσε. Ο μπάρμαν ήρθε κοντά μου. «Τι θα μου κάνεις; Μήπως θα σκοτώσετε και μένα; Αστυνομία τώρα». Είχα καταφέρει να τους αναστατώσω. Μόνο ο χοντρός δεν έδινε σημασία. Το άγριο χέρι του μέσα στο παντελόνι της σερβιτόρας έμοιαζε με τριχωτό τανκ που ισοπέδωνε κουκλόσπιτο. «Πετάξτε τον έξω». «Δεν χρειάζεται, φεύγω μόνος μου». Και άνοιξα την πόρτα σαν κύριος.
Έξω η ζέστη ήταν αποπνικτική κι εγώ δεν μπορούσα με τίποτα να βρω το ξενοδοχείο. Κανείς δεν το ήξερε. Κατέληξα ότι θυμόμουν λάθος το όνομά του. Ο Μιχάλης ακόμα δεν απαντούσε. Έβγαλα την μπλούζα μου και ξάπλωσα σε ένα παγκάκι. Του έλειπε η μεσαία σανίδα. Ήταν το χειρότερο παγκάκι που είχα ξαπλώσει.
     

                                           ****                                      

Μαρία Κωνσταντοππούλου (konstantopoulou_maria@yahoo.com)


Στάση χταπόδι


Μετά από δυο μήνες, μερικές σκισμένες μπλούζες, γρατζουνιές και μελανιές στο λαιμό και τα χέρια, δεν είμαι σίγουρη αν και πόσο αντέχω.
Ξεκινήσαμε με τις συστάσεις, κανονικά, αρνιόταν όμως να πει τ’ όνομά μου. Στις πρώτες συναντήσεις εκείνος κράταγε τις αποστάσεις κι εγώ κρατιόμουνα από το πείσμα μου. Δεν με κοίταζε καν στα μάτια.Κι όταν κατάφερνα να κλέψω λίγο τη ματιά του, ήταν σα να μην με έβλεπε. Σα να κοίταζε πίσω από μένα.
Μπήκα γρήγορα στη φάση της άρνησης. Πριν από τις συναντήσεις μας είχα ημικρανίες, στομαχόπονο, αναγούλες, το σώμα μου έκανε τα πάντα για να με κρατήσει μακριά του.
“Αποστόλη σου μιλάω. Αποστόλη!” Όλες μου οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό μία μία σαν τις Σουλιωτισσες στο Ζάλογγο. Χωρίς τραγούδι.
Εκείνος με έπαιζε, ήταν ολοφάνερο. Κάθε γυναικείο όνομα-Σοφία, Ελένη, Μαρίνα- που έβγαινε απ’ το στόμα του, όταν άρχισε να απευθύνεται σε μένα, με πονούσε. Αλλά χαμογελούσα.
Εχθές έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί, ακολουθώντας το ένστικτο της στιγμής. Κάθησα απέναντί του στο τραπέζι και άρχισα να ζωγραφίζω. Πρώτα μια θάλασσα, «θάλασσα» ψέλλισε, έκανα πως δεν άκουσα, τον έβλεπα να γέρνει προς το μέρος μου αλλά το έπαιζα αδιάφορη. Αντίθετη μεν σε τέτοια κολπάκια, αναγκασμένη δε. Εφτιαξα ένα καραβάκι κι ένα παιδάκι πάνω του με μαγιό. Αρχισε να χτυπάει τα χέρια του στο τραπέζι με δύναμη φωνάζοντας σε συλλαβιστό τόνο «Θά λα σσα- Θά λα σσα- Ε γώ- βά κα- μπα μπά-βά κα- θέ λω- βά κα- θά λα σσα».
"Δεν καταλαβαίνω τί λες Αποστόλη του είπα", χωρίς να τον κοιτάζω ενώ έφτιαχνα έναν τεράστιο ήλιο. Έπεσε πάνω μου με ορμή, τα χέρια του τυλιγμένα στο λαιμό μου, τα δόντια του στο σαγόνι μου, τον ακινητοποίησα γυρνώντας τον ανάποδα, πλάτη σε μένα, τύλιξα τα πόδια μου πάνω του και με τα χέρια μου έσφιγγα τα δικά του. Στάση χταπόδι.
Προσπαθούσε απεγνωσμένα να δαγκώσει τη μπλούζα του, το χέρι μου, το δικό του, ούρλιαζε «βά κα - θέ λω». Περιμένω να κάτσεις ήσυχα του είπα αυστηρά. Προσπαθούσε να ξεφύγει μόλις χαλάρωνα λίγο τα πόδια μου, είχα ιδρώσει, το σαγόνι μου πονούσε, μείναμε έτσι είκοσι λεπτά, κοίταζα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι «Αυτισμός και οικογένεια», σκεφτόμουν τη μαμά του και το βλέμμα της όταν τον κοιτάει.
Μόλις ηρέμησε τον ρώτησα πότε πάμε στη θάλασσα. Στη ζέστη απάντησε, μπράβο, όταν έχει ζέστη, του είπα, δηλαδή το καλοκαίρι, ναι ναι καλοταίρι, δεν επέμεινα να το πει σωστά, τουλάχιστον μιλούσαμε και καθόταν ήσυχος στην καρέκλα του. Έλα να πούμε μια ιστορία.
Θέλω την αγκαλιά σου, Μαρία. Τον πήρα αγκαλιά, όλος ο κόσμος σα να γύρισε ανάποδα, τα χέρια μου δεν ήξεραν πώς να τον αγγίξουν, με αγκάλιασε σφιχτά, ακούμπησε τα χέρια του στο λαιμό μου, ψηλάφησε με τα δάχτυλά του μια μεγάλη γρατζουνιά που μου είχε κάνει λίγο πριν, κι άρχισε να με χαιδεύει, επαναλαμβάνοντας καλό τη Μαρία, κάνω καλό τη Μαρία, καλό τη Μαρία…
Εντάξει Αποστόλη μου. Δεν πονάω. Έλα να σου πω την ιστορία. Έγειρε το σώμα του πάνω μου, κοίταξα τις τεντωμένες φλέβες στα χέρια μου, τα μάτια μου τρέχανε,τα δικά του κοιτάγανε τη ζωγραφισμένη θάλασσα μάλλον, άρχισα, μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι και μια μέρα του καλοκαιριού που είχε πολύ πολύ ζέστη, έβαλε το μαγιό του…

 ****


Αλεξάνδρα Μέξα (amex@env.aegean.gr)

Απνοια

Τα βράδια στριμωχνόμασταν στη καρότσα του αγροτικού, μπροστά κάθονταν ήδη τρεις, και τραβάγαμε για τα πανηγύρια των διπλανών χωριών. Καλά- καλά δεν γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας, μερικά ξαδέλφια ή αδέλφια, κάποιοι ζούσαν μόνιμα στο χωριό, κάποιοι άλλοι είχαν κατέβει όπως κάθε καλοκαίρι από την Αθήνα και κάποιοι είχαν έρθει με τους δικούς τους για διακοπές από τον Καναδά, τις περισσότερες φορές για πρώτη φορά και ας είχαν κλείσει ορισμένοι από αυτούς τα δεκαεπτά, όλοι μας όμως με μία κοινή ρίζα, άγνωστη ωστόσο και δυσδιάκριτη για τους περισσότερους. Φτάναμε στα πανηγύρια και αναζητούσαμε ένα καλό τραπέζι, μακρόστενο, με το στενό μέτωπο του να κοιτά προς την πίστα, τα αγόρια παραγγέλνανε, για την ακρίβεια παίζανε με τους αριθμούς και την ποσότητα καθώς δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από μπύρες και αρνί στη λαδόκολλα. Η παραγγελία επαναλαμβανόταν περιοδικά, στο τέλος ζητούσαμε μονάχα μπύρες, με τα κουτάκια τους φτιάχναμε πυργάκια και σαν σε λούνα πάρκ τα ρίχναμε κάτω στοχεύοντας από μακριά μέσα σε τοπίο θολό, χορεύαμε μπροστά από ένα βιολί των φαναριών και μία παραγινωμένη ξανθιά και κατά τα χαράματα παίρναμε το δρόμο για το χωριό, με τον οδηγό τις περισσότερες φορές να έχει πιει το περισσότερο, στις στροφές αλλάζαμε τις λουρίδες κάνοντας νοητές προσπεράσεις, γελάγαμε που δεν είχαμε πέσει παρά λίγο στο γκρεμό, τα κορίτσια τσιρίζανε, τα αγόρια ούρλιαζαν και ζητούσαν από τον οδηγό μία ακόμα στραβοτιμονιά, το κασετόφωνο στο φουλ έπαιζε Στανίση και Κυριαζή, «μου θυμίζεις τη μάνα μου για αυτό σε αγαπάω», τραγουδάγαμε με το στόμα συνέχεια ανοιχτό, σχεδόν σε άπνοια, οι Αυγουστιάτικες μυρωδιές μας δαιμονίζανε, το σκοτάδι άνοιγε την επιστροφή μας για την απόλυτη και ελεύθερη κίνηση στη μήτρα που είχαμε πρόωρα στερηθεί. Τα βράδια που δεν είχε πανηγύρια τραβούσαμε για τα μπαράκια του διπλανού παραλιακού χωριού, διαλέγαμε πάντα εκείνο που σφάλιζε σαν τάφος, με το κλιματιστικό να δουλεύει στο φουλ και τα ξύδια να κυκλοφορούν μόνιμα στη μπάρα, τα Ελληνικά έμπαιναν από νωρίς και οι φωνές μας έκλειναν λες και είχαμε ρουφήξει καπνό από δυο πακέτα. Τα πρωινά, πάντα μετά τις δώδεκα, κατηφορίζαμε στη παραλία, λιαζόμασταν ακίνητοι σαν φίδια χορτασμένα, οι περισσότεροι βουτούσαν αργά το μεσημέρι, κάτω από τις τέντες και τα γυαλιά μισοκοιμόντουσαν, οι ανάσες μύριζαν από τα βραδινά και πάλευαν να γλυκάνουν με κάτι φραπέδες και νερά που πηγαινοερχόντουσαν. Ένα βράδυ είπαμε να πάμε σε μία συναυλία του Παπακωνσταντίνου, οι τρεις μας μόνο καθώς τρελαινόμασταν μαζί του έτσι που μας επέτρεπε  εύκολα να παριστάνουμε τους ανένταχτους, οι υπόλοιποι ανάρρωναν, στο δρόμο μοιράσαμε τις στροφές στη μέση παραλείποντας τουλάχιστον τις μισές, το αγροτικό σαν να πετούσε και εμείς σε παραλήρημα, ο Παναγιώτης ούρλιαζε πιο δυνατά από την Στανίση «θα σας φάω κομμούνια», καθότι ο Κώστας και ́γω τη βγαίναμε όλο από αριστερά σε εκείνον που μας υπενθύμιζε ότι αν και το γραφείο της ΕΠΕΝ στο χωριό είχε πια κλείσει η ομάδα ήταν πάντα παρούσα και το πάθος της εδώ και καιρό ατάιστο. Περάσαμε όλο το καλοκαίρι σε τροχιά έξω από εμάς, με τραγούδια και αστεία που κανένας ατομικός χειμώνας δεν θα στέγαζε. Τα βράδια που ξεμέναμε στην πλατεία του χωριού ο Αχιλλέας, που καθόλου δεν τιμούσε το όνομα του έτσι κοντός που ήτανε, με έναν ανύπαρκτο λαιμό ωσάν οι ώμοι να ακουμπούσαν τους λοβούς των αυτιών, εκσφενδόνιζε με ακρίβεια και πλήρη αταραξία αστεία εν είδη παρατηρήσεων, σωστά μικρά βέλη, βάζοντας τα προσανάμματα στη φωτιά της παρέας καθώς όλα όσα έλεγε είχαν να κάνουν πάντα με το θάνατο, τις κηδείες και τα ξεχώματα, άνοιξε άλλωστε λίγα χρόνια μετά το μεγαλύτερο γραφείο κηδειών στη περιοχή.



****

Αθηνά Μπαλή (ab@upset.gr)


37 υπό σκιά

Τέτοια εποχή πονάει. Το σώμα της αντιδρά στον εξωτερικό, αβάσταχτο παράγοντα του καλοκαιριού. Στο δροσερό της δωμάτιο, στο διπλό της κρεβάτι, στρώνει μόνο λευκά, φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια. Τις νύχτες με υγρασία, δεν ανέχεται ούτε αυτά και πέφτει στο πάτωμα γυμνή. Όποτε αναγκαστεί να εγκαταλείψει αυτό το δωμάτιο έστω και για λίγο, για οποιοδήποτε λόγο, δεν βλέπει την ώρα να γυρίσει. Αν μπορούσε, δεν θα έβγαινε ποτέ πριν δύσει ο ανελέητος ήλιος, υπερεκτιμημένη, βαριά, ανεπιθύμητη, κληρονομιά στους ήδη καμένους.
Σ’ αυτό το δωμάτιο, πάντα γυρίζει ευτυχισμένη, μόνο και μόνο επειδή γυρίζει. Ανοίγει την πόρτα βιαστικά, σαν να έχει ξεχάσει το γκάζι ανοιχτό, βγάζει τα ρούχα της που την εμποδίζουν να ζήσει, τα πετάει και δεν ξέρει πού καταλήγουν κι έτσι ιδρωμένη, εκτεθειμένη, με τα πόδια μισάνοιχτα και τις τραχιές πατούσες να ανακουφίζονται στα κρύα πλακάκια, ακουμπάει με τα χέρια ανοιχτά στο δροσερό τοίχο. Και παγώνουν. Πρώτα οι παλάμες της, μετά το μέτωπο, το μάγουλό της και το στήθος της. Η κοιλιά της, πιο ευαίσθητη, δειλή, τραβιέται προς τα μέσα, διστάζει, αλλά η ανάσα ανακούφισης που βγαίνει νεογέννητο παιδί από τα ξερά χείλη της, την πείθει να πλησιάσει. Αγγίζει με τη σειρά της τον τοίχο και είναι έτοιμη να παραδοθεί. Το υπόλοιπο σώμα, τής επιβάλλεται και δεν την αφήνει ν’ απομακρυνθεί. Έτσι η κοιλιά σιγά – σιγά συνηθίζει κι αυτή.
Μένει εκεί ν’ αγκαλιάζει τον τοίχο μέχρι να νυχτώσει. Κάθε φορά που τον νιώθει ζεστό, μετακινείται, χωρίς να ξεκολλάει το σώμα της, στο αμέσως επόμενο παγωμένο σημείο του. Δεν αλλάζει μάγουλο. Ο αυχένας της πονάει και τα χέρια της έχουν πέσει κουρασμένα δίπλα στους μηρούς της. Οι ώμοι της έχουν γείρει και το βάρος της έχει πέσει στο δεξί, λυγισμένο πόδι της. Δεν πεινάει, δεν διψάει, μόνο καίγεται. Σήμερα γιορτάζει τη δική της επέτειο και θα κάνει στον εαυτό της το καθιερωμένο δώρο. Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά όταν αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον αγαπημένο της εραστή.
Ο τοίχος είναι λείος και άδειος και η ταινία προβάλλεται πάνω του καθαρά. Δεν θυμάται πότε την τράβηξε, θυμάται μόνο ποια μέρα τη βλέπει. Η ταινία δεν έχει ενδιαφέρον. Μόνο ένα πρόσωπο κι αυτό «καμένο». Εκείνη, με τα μάτια κλειστά, ξεκουράζεται για λίγο στο πάτωμα και αφουγκράζεται. Το πρόσωπο είναι ακόμα στον τοίχο. Σηκώνεται για να ξαναπάρει τη θέση της. Το πρόσωπο τη σκεπάζει.
Τον θυμάται. Απ’ έξω ήταν ζεστός, όσο όλα τα ανυπόφορα καλοκαίρια μαζί. Κι επέμενε να πάνε κάπου μαζί. Κι εκείνη δέχτηκε. Ώσπου ένα μεσημέρι, της φάνηκε ότι είχε σαπίσει. Πήρε το μαχαίρι και χωρίς να το καθαρίσει από τα υπολείμματα του καρπουζιού, εκεί, στο τραπέζι της κουζίνας, τον άνοιξε στα δύο, έτσι για να βεβαιωθεί. Δεν είχε σαπίσει, αλλά ήταν άδειος. Μην ξέροντας τι να τον κάνει, τον πέταξε στην πεινασμένη θάλασσα κι έβαλε το μαχαίρι στη θέση του, στην καρδιά του καρπουζιού.
Η ταινία είχε τελειώσει εδώ και ώρα. Το σώμα της είχε μουδιάσει. Τραβήχτηκε και με αργά βήματα, έφτασε μέχρι την κουζίνα. Ήπιε ένα ποτήρι νερό κι εξαντλημένη, ξάπλωσε ανάσκελα στο τραπέζι. Λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, έριξε μια ματιά στο ημερολόγιο. «20 Φλεβάρη κι έχει 37 βαθμούς, στη σκιά σου.»

****


Ιωάννα Ντούμπρου
(doubrou@otenet.gr)

Ατέλειωτο καλοκαίρι

Κλείσε τα μάτια. Ή μάλλον φαντάσου ότι τα κλείνεις. Φαντάσου ότι τα κλείνεις και είσαι εκεί. Σε μια παραλία που τη λένε Νερό. Πίσω σου δύο βράχοι κλείνουν προστατευτικά πάνω από ένα στερεμένο ποτάμι. Στις όχθες του έχουν μείνει τρεις  μισοξεραμένοι φοίνικες και κάτι θάμνοι απομεινάρια από τις καλές εποχές.  Εκεί έστησες τη σκηνή σου. Είσαι μόνος. Δεν σου αρέσει αυτό,  αλλά έτσι σε θέλω. Μόνο. Χαϊδεύεις την άμμο. Mετά τη σκαλίζεις σαν τα δάχτυλά σου να ήταν μια τσουγκράνα, ένα πηρούνι˙  διάλεξε εσύ. Η άμμος είναι λευκή και λεπτή. Σου γαργαλάει τις παλάμες. Εκείνες μυρμηγκιάζουν κι σ’ αρέσει. Ανοιξε τώρα τα μάτια αν τα είχες κλειστά  που πολύ αμφιβάλλω. Σκέφτεσαι ότι η άμμος ζεματάει. Ότι η ζέστη σήμερα έχει πυκνότητα.  Σταγόνες ιδρώτα κρέμονται σαν σταλακτίτες από τα ματοτσίνορά σου. Αναρωτιέσαι αν οι σκέψεις σου προηγούνται  των αισθήσεων.  Στήνω ένα μεγάλο εμπριμέ μαντίλι πάνω σε τέσσερα κλωνάρια και σε ξαπλώνω από κάτω. Είναι καλύτερα τώρα;  Πολύ καλύτερα.  Δεν πετάει ούτε πουλί, σκέφτεσαι. Σιωπή.  Διαφωνώ.  Ένας γλάρος εμφανίζεται από το πουθενά ακριβώς δίπλα σου. Κρώζει. Ποτέ δεν έχεις δει γλάρο από τόσο κοντά. Σου φαίνεται τεράστιος. Έχει αίμα στη φτερούγα του.  Προσπαθείς να τον αγγίξεις κι εκείνος σου δίνει μια τσιμπιά. Θέλει τη βοήθεια σου, αλλά δεν τη δέχεται. Σου πετάω δυο δερμάτινα γάντια κι εσύ τα φοράς. Με μια γρήγορη ματιά συνειδητοποιείς ότι  μια πετονιά έχει τυλίξει σαν βόας την φτερούγα του γλάρου. Καταλήγει σε ένα αγκίστρι στο βάθος του λαρυγγιού του. Ανοίγεις  προσεκτικά το στόμα του. Το μαύρο του μάτι παίζει, κουνάει το ράμφος σπασμωδικά. Ξεθηλυκώνεις το αγκίστρι από  τη σάρκα και ξετυλίγεις την πετονιά.  Εκείνος γυρίζει και σε κοιτάζει μια στιγμή. Μετά  εξαφανίζεται. Ανοιγοκλείνεις τα μάτια, αναρωτιέσαι αν υπήρξε ο γλάρος ποτέ. Ανασηκώνεις τους ώμους κι αποφασίζεις να κολυμπήσεις.  Μπαίνεις μέχρι το γόνατο στο νερό. Είναι χλιαρό. Εντελώς ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι διψάς. Βουτάς και πίνεις για γουλιά θάλασσα. Πνίγεσαι.  Επιπλέεις ανάσκελα για λίγο. Αυτή τη στιγμή δεν σκέφτεσαι τίποτα, σκέφτεσαι. Δεν είναι αλήθεια. Σκέφτεσαι ότι δεν σκέφτεσαι. Βγαίνεις.  Κάθεσαι στην όχθη του στερεμένου ποταμού. Φαντάζεσαι ότι έχει νερό κι ο ποταμός ξαφνικά πλημμυρίζει. Εκεί που οι εκβολές του συναντούν τη θάλασσα δημιουργούνται μικροί στρόβιλοι και το νερό θολώνει. Θα ήθελες να μοιραστείς αυτήν την παρατήρηση. Ξαπλώνεις στην άμμο και φτιάχνεις αγγελάκια με το σώμα σου όπως έκανες κάποτε με το χιόνι. Δεν μπορείς να θυμηθείς πως ήταν ο χειμώνας. Δεν μπορείς να θυμηθείς πώς ήταν  όταν κρύωνες.  Πάει καιρός που κάνει πολύ ζέστη, που ξεκίνησε αυτό το ατέλειωτο καλοκαίρι.  Ασε με να σου θυμίσω το χειμώνα.
Κλείσε τα μάτια.


****

Ακης Παπαντώνης (apapant@biol.uoa.gr
http://apapant.blogspot.com)

Ερωτικώς ανώφελο

Τη ζηλεύω την πουτάνα (άρα την αγαπάω), ζει για το πάθος της, έτσι είναι, πουλιέται στον ένα και τον άλλον, το αναπνέει μ’ όλο της το δέρμα, για τους δυο μήνες που χτυπάνε οι φλέβες της, άντρας-γυναίκα δεν κάνει διαφορά, μόνο ο πυρετός της ένωσής τους, η εξάρτηση, μόνο αυτό μετράει, σμίγει το αίμα τους, όλα -τάχα μου- για το γέννημά της, μπερδεύονται ο ιδρώτας, οι βλέννες των κορμιών τους (σιχαμερά καβλωτικό), το οξυγόνο που εισπνέουν, την ακολουθώ με το βλέμμα πίσω απ’ τη σίτα: σουφρώνει-προτάσσει χείλη, μπήγει δόντια κι απομυζεί, γεύεται, ύστερα ανυψώνεται, αιωρείται, ανατριχιάζει, κι εγώ; εγώ ουρά της, τσιμπάω τα ψίχουλα των συμπτωματικών συνευρέσεών της, ενώ εκείνη φτερουγίζει αδιάφορα, χορτασμένα, περνάει δίπλα μου σκίζοντας τη σίτα, στροβιλίζεται, γελά ένα γέλιο γάργαρο (σεισμός στα σπλάχνα μου), όσο να χαθεί στην υγρασία της αυλής ζητιανεύω τα χνάρια απ’ το αίμα που χύθηκε στο πεδίο της μάχης, τον ιδρώτα και τη βλέννα των στιγμιαίων εραστών της, γλείφω τ’ απομεινάρια της σε σβέρκους, πλάτες, μπράτσα και στήθη, με κυνηγάνε λόγια, δάκτυλα, μάτια, παλάμες, ματώνω, πονάω, ερεθίζομαι, πεινάω, τραντάζομαι, χύνω, κλαίω, τρεκλίζω, αιωρούμαι, γελάω, είναι ανώφελο, σαν κι αυτή, κι εγώ διαφορετικός, λιγότερος, άλλη δίψα, άλλοι έρωτες, στιγμές-στιγμές προσεύχομαι (σε τί; σε ποιόν;) να ήταν Μάντις, να μου δινότανε για μια -μόνη- φορά με τόσο πάθος, και στο τέλος, στην κορύφωση, στη συγκοπή του οργασμού μου, να μου έκοβε το κεφάλι, χράαακ, με μια χαψιά, αφού πρώτα με κοιτάξει στα μάτια, βαθιά, αφού πρώτα μου δώσει σημασία, πριν την τελευταία έξοδο, μικρός και μεγάλος θάνατος μαζί· τελικά τί μένει; εγώ, ένα κουνούπι στην πλάτη της, ανώφελος έρωτας, δυσάρεστο βάρος, χρήσιμο (στιγμιαία) όσο κι αδιάφορο (διαχρονικά).

(Ας δώσουμε μια υπόσχεση, ας μη μιλήσουμε ξανά για έρωτες, εντάξει; ποτέ ξανά, πες το κι εσύ, τελειώσαμε με τους έρωτες, εντάξει;)







Η έβδομη ημέρα της δημιουργίας


Πάσχιζε να διακρίνει. Τρεις ψηλοί βράχοι. Καιρό τους ζαχάρωνε. Έκανε δέκα βήματα. Βαλμένοι ώμο-ώμο. Στα τυφλά. Κομμάτι της προσευχής του -χωρίς παράλειψη. Την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας είπε ο Θεός γεννηθήτω φως. Στους κόμπους του φυλαχτού τους μετρούσε. Στάθηκε άκρη-άκρη. Τη δροσερή σκιά τους. Οι μύτες των παπουτσιών του μετεωρίζονταν, πρωτόφεγγε. Ψαχούλεψε με το δεξί χέρι τ’ αγουροξυπνημένα αχαμνά του. Τη δεύτερη ημέρα της Δημιουργίας έφτιαξε ο Θεός το στερέωμα, τ’ αστέρια, τον Ήλιο, τη Σελήνη. Φάτσα η φρέσκια ανατολή. Τον τάραζε. Έφερε το χέρι αντήλιο. Πέτρα, σχίνος, πέτρα, πλάτωμα, έβαλε με το νου του ένα-ένα τα πατήματα, προσοχή στη σάρα, μικρό σάλτο, η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή. Κι άλλο πλάτωμα, νερό. Την τρίτη ημέρα της Δημιουργίας χώρισε ο Θεός στεριά και θάλασσα. Φύσαγε τόσο όσο να σκονίζεται το ρούχο του. Μικρά τσιμπήματα ξεπηδούσαν κάτω απ’ το μαραγκιασμένο προκοίλι. Φύσαγε τόσο όσο να ρυτιδιάζει κοροϊδευτικά το νερό. Τρέμαν τα γόνατά του. Τόσο όσο να τον προσκαλούν με τα κλαδιά οι χαμηλοί θάμνοι. Την τέταρτη ημέρα της Δημιουργίας φύσηξε ο Θεός πνοή ζωής στον κόσμο. Σκέπασε τα μάτια με τα βλέφαρα. Η φλέβα του λαιμού χτυπούσε σαν γιορτινό σήμαντρο. Φύσαγε στην πλάτη του -σαν παρότρυνση. Πέτρα, σχίνος, πέτρα, εισπνοή, πλάτωμα, προσοχή στη σάρα, μικρό σάλτο, εκπνοή κι άλλο πλάτωμα. Πέρασε ανάμεσα απ’ τους βράχους. Εισπνοή. Ο αέρας σφύριζε δυνατά. Έτριψε το μάγουλο στην υγρασία της πέτρας. Εκπνοή. Ύστερα έβγαλε το μούτρο του στο φως. Την πέμπτη ημέρα της Δημιουργίας έπλασε ο Θεός φυτά και ζώα. Πέταξε τα παπούτσια μακριά. Στο δεξί κούρνιασε ένα πουλί. Μετάνιωσε, με ευβλάβεια έβγαλε και τύλιξε το κορακίσιο ρούχο. Το ακούμπησε προσεκτικά σε μια κολοβή πέτρα. Ύστερα τις κάλτσες, το σκέπασμα του κεφαλιού. Το νερό σκαρφάλωνε τις καμπούρες των ποδιών του. Ίσιωσε τη μικρή στοίβα. Η προσευχή του έβραζε ανάμεσα στα σκέλια του. Για κορφή το κομποσχοίνι. Την έκτη ημέρα της Δημιουργίας ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο. Κάτω απ’ το σώβρακό ακόμη έτρεχε το χέρι. Εισπνοή. Τράβηξε απ’ τον τυλιγμένο κότσο του ένα τόσο δα στριφτό. Έριξε το κεφάλι πίσω, το σώβρακο σταμάτησε γύρω απ’ τους αστραγάλους του. Πρωτόπλαστος. Το χέρι του αντιστάθηκε στη σύσπαση. Χωρίς φύλλο συκής. Εκπνοή. Έβρεξε τη νοτισμένη πέτρα. Εδώ ο Παράδεισος. Ένα ανατρίχιασμα περπάτησε τη ραχοκοκκαλιά του. Το νερό κρύο. Την έβδομη ημέρα της Δημιουργίας ο Θεός αναπαύθηκε. Βγήκε ανάμεσα απ’ τους τρεις βράχους κολυμπώντας. Ανάσκελα, το στριφτό στο στόμα. Τ’ αχαμνά του είχαν ξαναμαραθεί. Εισπνοή. Ο κότσος λυμένος, επέπλεε στον αφρό. Εκπνοή


****

Κωνσταντίνα Πίστα (pistaki@sch.gr)



Βόλτα με το αυτοκίνητο

Πεινάω. Το πέταξε ο άλλος το κουτί στον κάδο, γιατί ρε γαμώτο, κάτι θα έβρισκα να φάω. Τι τον νοιάζει αυτόν, χορτάτος φαινόταν. Και αυτή η ζέστη! Κόλαση. Δεν μπαίνει από πουθενά αέρας. Δεν μπορώ. Βαρέθηκα. Σχεδόν κάθε βράδυ κοιμάμαι σε διαφορετικό μέρος. Δεν είναι ζωή αυτή. Πρέπει να βρω ένα μόνιμο στέκι. Να είναι λίγο απόμερο. Να μην πλησιάζει πολύς κόσμος, να είναι λιγότερο επικύνδυνο, να μην ακούω στριγγλιές όλη την ώρα. Ωραία θα είναι αν βρίσκεται κάπου που να μπορώ να βρίσκω σχετικά εύκολα φαγητό. Και λίγο νεράκι και θα είμαι άρχοντας. Πολλά θέλει κανείς για να είναι ευτυχισμένος;
Για να ψάξω τριγύρω, ίσως βρω τίποτα να μασουλήσω, δεν μπορεί κάτι θα υπάρχει.
Ωχ, ακούω βήματα, καλύτερα να κρυφτώ. Να δω, γυναίκα είναι. Ωραία πόδια. Περιποιημένα. Μου αρέσουν τα γυναικεία πόδια. Συνήθως μυρίζουν ωραία, όχι σαν των ανδρών. Πολλές φορές ούτε να πλησιάσω δεν μπορώ. Ακόμα και εγώ αηδιάζω.
Κάτι κρατάει. Μμμμ, μυρίζω καφέ, γάλα και ζάχαρη. Καφές, γλυκός. Όπως  μου αρέσει. Θα βολευόμουν βέβαια με οτιδήποτε. Θα πλησιάσω σιγά σιγά. Περίεργο, μου φαίνεται ότι κουνιέται όλο το μέρος. Ανέβηκα. Ωραία, δεν με κατάλαβε. Είναι αφοσιωμένη σε αυτό που κάνει με αυτό το στρογγυλό πράγμα που κρατάει..
Να πάρει, είναι καπακωμένο το ποτήρι, έχει και αυτό το στενόμακρο πράγμα που εξέχει, με ενοχλεί. Θα το βγάλω. Δύσκολο είναι. Ακουσα τσιρίδα; Ιδέα μου θα είναι. Καλά ας βγάλω αυτό το πράμα πρώτα. Ωχ, τι γίνεται, πετάω;  Πέφτω, πέφτω!
Τι τσιρίζεις κυρά μου; Επειδή ανέβηκα στο ποτήρι σου να πιω λίγο καφεδάκι; Ήταν ανάγκη να με πετάξεις έξω; Λαρύγγι έχω και εγώ. Δίψασα. Έτσι είστε οι άνθρωποι, αχάριστοι. Εγώ φταίω, έπρεπε να σου είχα γεμίσει τον τόπο τρύπες. Τσιρίζεις. Τι τσιρίζεις μωρέ, μια σταλιά ποντικάκι είμαι, τι θα σου έκανα; Θα σε έτρωγα; Λίγο καφέ ήθελα. Αντε.



Φραπές και διακοπές



Ξημερώνει. Ήχος από έλικες. Ένα Canadair. Δεύτερο, τρίτο. Γυρνάει το κεφάλι της προς το ανοιχτό παράθυρο. Μεσολαβούν αρκετά χιλιόμετρα, παρόλα αυτά, οι φλόγες φαίνονται ξεκάθαρα, κόκκινες και κίτρινες, τρώνε το βουνό, καταπίνουν το αρχαίο κάστρο.

Η σίτα κατεβασμένη, χωρίζει την οδυνηρά επαναλαμβανόμενη εικόνα σε μικρά καρέ. Από το πρωινό αεράκι λείπει η μυρωδιά της κοντινής θάλασσας. Λείπει η γνώριμη δροσιά από τα φύλλα των πορτοκαλιών που βρίσκονται γύρω από το σπίτι. Τα ρουθούνια της γεμίζουν αποκαΐδια καθώς εισπνέει, ζεστός αέρας της ανακατεύει τα τσουλούφια στο σβέρκο. Βγάζει απαλά από το στήθος της το νεογέννητο μωρό που έχει από ώρα κοιμηθεί και το αφήνει στην κούνια του. Ελέγχει το άλλο της παιδί, κοιμάται ήσυχα στο δωμάτιο του. Βγαίνει ξυπόλητη στη βεράντα. Στάχτες παντού. Ανατολικά καίγεται η Ακροκόρινθος, δυτικά το Αίγιο. Νότια, σχεδόν όλοι οι νομοί της Πελοποννήσου. Μέρες τώρα. Το υπέροχο καλοκαιρινό γαλάζιο χρώμα του ουρανού έχει δώσει τη θέση του στο γκρίζο με άρρωστες κιτρινισμένες πινελιές. Κοιτάζει το σπίτι της, την αυλή της. Όλα είναι όπως πάντα. Τίποτα δεν έχει πειραχτεί, τίποτα δεν κινδυνεύει. Σηκώνει τα πόδια της, κοιτάει τις πατούσες της. Κατάμαυρες.

Γυρίζει ξανά το βλέμμα της, η αυλή έχει χαθεί, μπροστά της απλώνεται διαφορετική η ακρογιαλιά των παιδικών της χρόνων, χωρίς βότσαλα και άμμο, χωρίς αλμυρίκια και δέντρα. Ξερό τοπίο, σκούρα βρώμικα νερά, κάρβουνα παντού. Οι δυο κόρες της πλατσουρίζουν στους θολούς αφρούς, προσπαθούν να παίξουν στην παραλία των δικών τους χρόνων. Οι πατούσες τους κατάμαυρες.

Ανοιγοκλείνει τα μάτια. Ο γείτονας έχει ξυπνήσει, έχει ανάψει τηλεόραση. Ακούει δημοσιογράφους να ωρύονται  Ξηρασία. βοσκοτόπια, παράνομες χωματερές, αμέλεια, έλλειψη προσωπικού, έλλειψη συντονισμού, εγκληματικό σχέδιο. Κουνάει το κεφάλι. Αδιαφορία. Αδιόρθωτη βλακεία. Χειρότερα ακόμα. Ατομικισμός.

Μπαίνει μέσα στο σπίτι. Πάει στο κουτί με τα παιχνίδια της μεγάλης κόρης της. Παίρνει τις κάρτες με τα γράμματα και σχηματίζει τις λέξεις που θα της μάθει σήμερα.

Φροντίδα, σεβασμός. Κάθε μέρα παίζει μαζί της αυτό το παιχνίδι. Κάθε μέρα της μαθαίνει κάτι καινούργιο, το παιδί το ρουφάει σαν σφουγγάρι. Όταν μεγαλώσει και η άλλη θα παίζουν μαζί. Και με τις φίλες τους.

Το παιδί έχει ξυπνήσει. Την πλησιάζει και με ακόμα νυσταγμένη φωνή την ρωτάει τι είναι αυτό που ακούγεται. Εκείνη απαντά πως είναι ήχος από έλικες.


****

Μαρία Πρωτονοταρίου (angelmaryman@yahoo.com)


Ξεθωριασμένο γαλάζιο

 «Αυτή είναι η παραλία…», οι τελευταίες συλλαβές  ταλαντεύτηκαν  αναποφάσιστες αν θα γίνουν ερώτηση. Είχα σκυμμένο το κεφάλι και μελετούσα  την άμμο που ξεκινούσε δέκα πόντους κάτω από τα πόδια μου. Δεν κουνήθηκα, μόνο  την κοίταξα με την άκρη του ματιού μου. Τελικά δε ρώτησε, «πρέπει να πάρω τσιγάρα» είπε κουνώντας το μισοάδειο  πακέτο. Στα δεξιά μας λίγα μέτρα πιο κάτω υπήρχε ένα περίπτερο. «Δε θα αργήσω». Τα χείλη της που σχημάτισαν αυτές τις λέξεις μου έδιναν την εντύπωση μεστού καρπού, βαμμένα με ένα θεσπέσιο κοραλλί χρώμα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ήμασταν καθισμένες δίπλα δίπλα στο τσιμεντένιο πεζούλι της παραλίας μου, με τα πόδια να κρέμονται και αυτός στεκόταν μπροστά μας, αντικριστά και στις δυο μας, κόντρα στον ήλιο που έδυε. Ανέβηκε στην άσφαλτο να πάει για τα τσιγάρα. Την παρακολούθησε για λίγο καθώς απομακρυνόταν και στη συνέχεια με κοίταξε. Σήκωσα και εγώ το κεφάλι. Το πρόσωπό του ήταν στο ύψος του δικού μου. Το βλέμμα του ξεθωριασμένο γαλάζιο, μικρές ρυτίδες  χάραζαν την άκρη των βλεφάρων του. Το χρώμα αυτό των ματιών δε μου αρέσει, ποτέ  δε μου άρεσε, δεν έχει τη δύναμη του καστανού ή τη μαγεία του πράσινου. Εκείνη όμως τη στιγμή ένοιωσα ότι είχα την ευκαιρία  να  το μελετήσω καλύτερα, να το καταλάβω ίσως  αυτό το χρώμα που φαινόταν σαν υπόλειμμα του ουρανού που σκοτείνιαζε πίσω από τον άντρα. Και το έκανα. Για πρώτη φορά στα χρόνια που γνωριζόμαστε,  χωρίς να φοβάμαι ότι θα παρεξηγηθώ, ότι θα θεωρηθώ αδιάκριτη που κοιτάζω κάποιον  βαθιά στα μάτια, ασφαλής, μια που η παρουσία της γυναίκας του με προστάτευε  από τους καλοθελητές. Κανείς δε θα μπορούσε να σκεφτεί λαθεμένα ότι ίσως κάτι άλλο με κινεί, κάτι διαφορετικό από απλή περιέργεια για  τούτο το χρώμα, που καν δεν μου αρέσει. Γι αυτόν τον άντρα έτσι κι αλλιώς μόνο φιλία αισθάνθηκα από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Μετά όμως χωρίς λόγο ακόμη και αυτό άρχισε να μου φαίνεται  σα βάρος, σα  ντροπή, ίσως κι ανάρμοστο, να είμαι φίλη με κάποιον  αρκετά μεγαλύτερο μου και πολύ πιο σημαντικό από μένα στη δουλειά. Νομίζω μάλιστα ότι το συνειδητοποίησα μια μέρα που έβαλε τα χέρια στις τσέπες όπως κάνει τώρα και μου διηγήθηκε με λεπτομέρειες προσωπικές του ιστορίες, για το πόσο απαραίτητη του είναι η γυναίκα με τα μεστά χείλη. Όλη εκείνη την ώρα κοίταζε πίσω από το κεφάλι μου  την  αφίσα από έναν πίνακα του Νταλί, τη Μαγεμένη Παραλία, που έχω  κρεμασμένη στον τοίχο του εργαστηρίου που μοιραζόμαστε. «Έχεις έρωτα με αυτόν τον πίνακα» μου είπε στο τέλος, πλησιάζοντας   περισσότερο. «Μου θυμίζει την  παραλία μου». «Ενδιαφέρον, θέλω να τη δω». Στεκόταν τόσο κοντά μου που  τύλιξα απότομα με τα χέρια μου το στήθος μου, θέλοντας να προστατέψω την ανάσα μου.
«Πάμε; Νυχτώνει», άκουσα τη  γυναίκα με τα μεστά χείλη πάνω από το κεφάλι μου. Ο ήλιος είχε δύσει. «Πάμε», πήδηξα από το πεζούλι πάνω στο αποτύπωμα που είχε αφήσει το γυμνό πόδι του άντρα της  στην άμμο. Αυτός είχε ήδη ξεκινήσει χωρίς να μιλήσει ή να βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Η  γυναίκα δεν κατέβηκε στην άμμο. Περπατήσαμε αυτός μπροστά, εγώ πίσω, μέχρι που φτάσαμε στην άσφαλτο.

****



Σοφία Ρόκκου (mail@7gym-acharn.att.sch.gr)

Νόμος των τριών

     
       Εκείνη φόρεσε το αέρινο φούξια φόρεμά της γιατί υποψιαζόταν το πρώτο τρυφερό τετ-α-τετ μετά το χωρισμό της.
       Εκείνος ντυμένος τα λινά του, πουκάμισο παντελόνι στην ίδια απόχρωση του λευκού με το τραπεζομάντηλο που έστρωσε κάτω από την μπουκάλα το κρύο κρασί στο μπαλκόνι που έβλεπε στο Αιγαίο.
       Ο Αλλος εμφανίστηκε ξαφνικά ,εκείνο το απόγευμα διωγμένος από τη γυναίκα του, άλλο καταφύγιο από τον επιστήθιο φίλο του δεν είχε.
        - Ο έρωτας αντιστοιχεί στο χάος του εγκεφάλου και δεν χαρτογραφείται.
        -Τι είναι γάμος τι μη γάμος και τι τ’ανάμεσό τους;
        -Ο γάμος έχει με τον έρωτα τη σχέση που έχει η πόλη με το πράσινο. Όλοι πιστεύουν ότι χρειάζεται πράσινο στην πόλη ,αλλά όλοι το βρίσκουν τελικά στις ολιγοήμερες αποδράσεις τους μακριά απ’αυτήν…
            Κάτι στην ατμόσφαιρα παιχνίδιζε , αλλά ήταν από κείνα τα παιχνιδίσματα πούλεγες, μπα- η- ιδέα –μου- είναι-δε μπορεί-δε- γίνονται- αυτά- τα- πράγματα. Το σκέφτηκαν κι οι τρεις, μα το απέκλεισαν αμέσως, τους έμοιαζε απίστευτο σα θαύμα.
               Κάποτε με ειδική άδεια εξ ουρανού επιτρέπονται τα θαύματα.
               Το κρεβάτι ήταν τεράστιο. Διπλά διπλό. Στο κέντρο του δωματίου, όλα τα παράθυρα ανοιχτά προς τον γκρεμό και στο βάθος η θάλασσα. Τα τρία κορμιά κινήθηκαν  πλησιάζοντάς το με δήθεν αδιάφορα βήματα. Και ξαφνικά επιτάχυναν. Σαν τα παιδιά που τρέχουν στην αλάνα με το χτύπημα του κουδουνιού του σχολείου που σημαίνει το σχόλασμα. Πέταγαν στο μεταξύ τα ρούχα τους, ώσπου έμειναν κι οι τρεις ολόγυμνοι και αμήχανα ξαναμμένοι, έτοιμοι να παραδοθούν σε χάδια τολμηρά κι ανόσια χωρίς μελλοντικές υποσχέσεις .Ό,τι είχαν να χαρούν ήταν το άγγιγμα των μελών, τους μηρούς που άνοιγαν κι έκλειναν ρυθμικά ή ανακατεύονταν άτσαλα, τα έξι χέρια που πηγαινοέρχονταν σ’ατελείωτες διαδρομές, το αιδοίο και τα αντρικά μόρια που χαϊδεύονταν και τρίβονταν με αδιέξοδη ηδονή. Δεν ήταν ένα αγκάλιασμα με αρχή μέση και τέλος. Ήταν περισσότερο ένας ύμνος σε κάθε είδους αίσθηση που μπορεί κορμί να χαρίσει σε κορμί .Δεν ήταν ακριβώς αυτό που η λογοτεχνία ονομάζει έρωτα. Ήταν πιο πολύ η ανάμνηση μιας άλλης πρωταρχικής αίσθησης, πριν από το σμίξιμο των κορμιών. Μια προερωτική εμπειρία που  είχαν από παιδιά να νιώσουν και που τους γύριζε πίσω στα χρόνια που η συνάντηση του αιδοίου με το πέος δεν ήταν γι αυτούς παρά φαντασίωση και το μόνο που μπορούσαν να χαρούν ήταν η αίσθηση του δέρματος πάνω στο άλλο δέρμα, ο έφηβος σύντροφος που κοιμάται δίπλα τους και τυχαία  σφίγγει τους μηρούς του πάνω στους δικούς τους. Έφηβοι ετών σαράντα.

****


Ελένη Σβορώνου (e.svoronou@wwf.gr)

Σε μισή ωρίτσα


«Ιωάννα, πετάγομαι για μια δουλίτσα, σε μισή ωρίτσα είμαι πίσω» είπε ενώ πατούσε ήδη το «κομβίον» του ανελκυστήρα. Ελεεινολόγησε τον εαυτό της για τη συσσώρευση των υποκοριστικών. Θα ‘πρεπε κι η Ιωάννα να της αντιγυρίσει ένα «Είχα μια σκασιλίτσα που το σκας από το γραφειάκι. Συνέχεια το μισαωράκι γίνεται τριωράκι».

Ο δικηγόρος την τράβηξε στον 5ο, ο της Intelligent Investment τη σταμάτησε στον 3ο και το παιδί με τους καφέδες στον 1ο. Ο ιδρώτας του δικηγόρου ρυάκι στον κρόταφο, του της Intelligent σταγονίδια στο μέτωπο και του παιδιού με τους καφέδες κηλίδες στις μασχάλες του πουκαμίσου. Ο δικός της επικεντρωνόταν στη μύτη που γυάλιζε σα λουστραρισμένη μελιτζάνα. Κρίμα, καλύτερα να έρεε κι ο δικός της κάπως, κάπου, οπουδήποτε. Βγήκαν και οι τέσσερίς τους από τον «θαλαμίσκο» ανακουφισμένοι. Η είσοδος ήταν δροσερή. Έλαβαν από μια θέση στην περιστρεφόμενη πόρτα και βυθίστηκαν ένας ένας στην καυτή Λεωφόρο Αμαλίας.

Το βήμα της ζωήρεψε. «Αητός»-φανάρι-«την περιστέρα»-στροφή, «σήμερα»-ευθεία-«γάμος»-5 ευρώ στην ζητιάνα. Έφτασε. Κοίταξε το ρολόι της κι ύστερα την εκβολή της Βουκουρεστίου. Διέκρινε το σχήμα της. Ανέβηκαν στα «Γυναικεία». Η δροσιά του κλιματιστικού επέτρεψε φιλί.

Ένα ζευγάρι μυτερές γόβες στιλέτο μόνιμα παρκαρισμένες στο δοκιμαστήριο. Της το φέρνουν. Δεν έχει χώρο να το ακουμπήσει. «Κράτα το λίγο να γδυθώ».

Τα παπούτσια. Που της μάθαινε ποδήλατο ο παππούς. Στα οκτώ της. Ο ξανθός από το απέναντι μαγαζί βοηθούσε.

Το τζιν, η ζώνη, το φερμουάρ. Το ποδήλατο παλιό και στραβό. Έπεφτε συνέχεια.

Πουκάμισο, κουμπιά. Κι ο ξανθός να τη σηκώνει, να κρατάει τη σέλα στην εκκίνηση.

Σουτιέν. Αυτός στα 14.

Οι μυτερές γόβες πρώτα. Την έπιανε από τη μέση. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε  πεταλιές. Οι τριανταφυλλιές κατακόκκινες περνάνε σαν αστραπή από δίπλα της.

Ανοιγμα φερμουάρ. Πρόλαβε να κάνει ντριν δυο φορές.

Εισχώρηση στο φόρεμα. Πριν πέσει στη μουσμουλιά.

Ανέβασμα φερμουάρ. Ο παππούς γελούσε. Αυτός με τα χέρια μαύρα από το γράσο.

Το μεταξωτό διάφανο μπολερό. Το μεσημέρι έβαλε σ’ένα μπωλ βανίλια παγωτό με βύσσινο και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Από τις γρίλιες τον είδε να ανεβαίνει στο μηχανάκι του. Έσταξε το βύσσινο στο γραντζουνισμένο γόνατο. Έβαλε μπρος. Έχωσε το κουταλάκι στο παγωτό.

Καρφίτσωμα τα λουλουδάκια στο στήθος. Ένα θυμωμένο άνοιγμα παραθύρου και η  φωνή της μαμάς της: «Νεαρέ, ξέρεις τι ώρα είναι; Για κάνε μου τη χάρη, με το μηχανάκι.» Το κουταλάκι με το παγωτό έμεινε στον αέρα.

Βγαίνει. Βήμα συντονισμένο με το Ashes to ashes που ακούγεται από το Cd του καταστήματος.

-Μμμμ. Πολύ σικάτο.

-Δεν είμαι σα μπομπονιέρα, ε; Λικνίστηκε στον ρυθμό, να πάρει θάρρος.

-Κούκλα είσαι. Νεαρέ, σε παρακαλώ. Χαμηλώστε το λίγο αυτό. Μας πήρε τ’ αυτιά.

Σουτιέν, πουκάμισο, τζην, παπούτσια. Στον καθρέφτη μια λουστραρισμένη μελιτζάνα.




Δημήτρης Σιώκης (siokis@medbooks.gr)


Καταραμένο Σάββατο

Την ανηφόρα από το πατρικό μου μέχρι την Ερατοσθένους την ανέβαινα με μια ανάσα, για να προλάβω να φθάσω πριν από την Ουρανία. Αυτό γινότανε κάθε μεσημέρι μετά το σχόλασμα. Πρώτα περνούσα από το σπίτι μου να ξεφορτωθώ τον σάκο για να μη με βαραίνει, κι ύστερα τραβούσα καρφί για το σπίτι της Ουρανίας. Σκαρφάλωνα στο ρημαγμένο τοίχο απέναντι από το σπίτι της και φρόντιζα να καθίσω ακριβώς στο σημείο που με έκρυβε εντελώς η φυλλωσιά της λεύκας. Είχα την εντύπωση ότι σ’ εκείνο το σημείο δε μ’ έβλεπε κανένας. Και περίμενα. Περίμενα. Τι λαχτάρα ένιωθα μόλις άκουγα τον πετρελαιοκινητήρα του σχολικού! Ήταν ένα μακρόστενο λεωφορείο με τεράστια παράθυρα, ίδιο με αυτά που βλέπαμε στις αμερικάνικες ταινίες. Κατακίτρινο. Αρειανίδικο. Στο πλάι έγραφε Αμερικανικό Κολέγιο Θεσσαλονίκης ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Σταματούσε πάντα λίγο πιο πάνω από το σπίτι της. Από εκείνο το σημείο μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας η απόσταση ήταν σαράντα πέντε βήματα. Τα διέσχιζε σε τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Σαράντα πέντε βήματα, τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Προσπαθούσα να αποτυπώσω στα μάτια μου όσα περισσότερα μπορούσα από την εικόνα της. Πως έπεφταν τα μαλλιά της πάνω στην ποδιά της, τα λουστρίνια της με τα άσπρα καλτσάκια, το περπάτημά της. Ήτανε πάντοτε περιποιημένη κι ατσαλάκωτη. Λες και δεν έβγαινε στα διαλείμματα. Μου φαινότανε τόσο κομψή με την μπλε ποδιά της. Οι δικές μου συμμαθήτριες φορούσαν ποδιές με ένα μπλε ξεθωριασμένο ή γαλάζιες. Της Ουρανίας η ποδιά είχε χρώμα μπλε βαθύ. Σαν το χρώμα της μαυρισμένης θάλασσας. Κούκλα ήτανε. Κι ένιωθα μια περίεργη άνωση μέσα στην κοιλιά μου. Σαν τον ίλιγγο που νιώθαμε στην κατεβασιά πάνω στην κούνια. Έπειτα πατούσε το θυροτηλέφωνο κι ακουγότανε η φωνή της μητέρας της εσύ είσαι? Αυτή απαντούσε εγώ είμαι άνοιξε, άνοιγε η πόρτα και η Ουρανία χανότανε. Κάθε μεσημέρι πλην της Κυριακής. Και ύστερα και πλην του Σαββάτου όταν η εκπαίδευση έγινε πενθήμερη.
Η Ουρανία δε με ήξερε. Στη γειτονιά δε κατέβαινε για παιχνίδι. Την είχα συναντήσει μία φορά στο ψιλικατζίδικο. Μόλις την αντίκρισα, κόλλησα δίπλα στην πόρτα κι έμεινα ακίνητος σα διαφημιστική πινακίδα της KODAK. Αυτή, καθώς έβγαινε από το μαγαζάκι, πέρασε από μπροστά μου αλλά ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Μια ακόμη φορά τη συνάντησα στο δρόμο. Περπατούσαμε κι οι δυο στο ίδιο πεζοδρόμιο. Αυτή κατέβαινε, εγώ ανέβαινα. Κοκάλωσα. Η Ουρανία, βέβαια, με προσπέρασε χωρίς να της δημιουργηθεί η παραμικρή αίσθηση για το άγαλμα που έβλεπε μπροστά της. Αυτή η τελευταία συνάντηση συνέβηκε λίγες μέρες πριν από το Καταραμένο Σάββατο. Έτσι το ονόμασα. Από την ημέρα που εφαρμόστηκε το μέτρο της πενθήμερης εκπαίδευσης, το Σάββατο ανήκε πλέον αποκλειστικά και μόνο στις λαϊκές αγορές. Έπρεπε να συνοδεύω τη μητέρα μου στη λαϊκή και να βοηθάω στο κουβάλημα. Συναντούσα βέβαια κι αρκετούς συμμαθητές μου που είχαν επίσης εξαναγκαστεί από τις μητέρες τους στον ίδιο ρόλο. Οι μαμάδες ψωνίζανε κι εμείς ξοπίσω τους σέρναμε τα γεμάτα με λαχανικά καρότσια. Στα πρόσωπά μας διαγραφόταν ξεκάθαρα ο μόχθος από το κάτεργο. Μόνο νεύματα ανταλλάσσαμε μεταξύ μας ή κανένα μονόχνοτο γεια.
-    Πάρε τα χέρια σου να βάλω τις ντομάτες στο καλάθι, έχεις πέσει ολόκληρος στο καρότσι και κοιμάσαι. Μπορούσα να ακούσω τα δόντια της να τρίζουν. Ήταν η εποχή που η μητέρα μου είχε νεύρα. Πολλά νεύρα. Η συμπεριφορά της παραείτανε απότομη. Ανοίγω κι εγώ τα χέρια μου για τις δείξω πόσο υπάκουος βοηθός είμαι και χτυπάω την κυρία που στεκότανε δίπλα μου. Φεύγουν απ’ τα χέρια της γυναίκας οι σακούλες που κρατούσε και βλέπω κάτω από τα πόδια μας να τρέχουν ντομάτες, κρεμμύδια, πατάτες. Κι ύστερα ήρθε το χάος. Αρχίζει η κυρία, και με το δίκιο της να ουρλιάζει.
-     Μα τι ζώο είσαι παιδάκι μου. Με πιάνει από το αυτί και μου τραβάει στο μάγουλο μια σφαλιάρα που ταρακούνησε το κεφάλι μου σα ντέφι.  Και συνειδητοποιώ ο κακομοίρης μες την ζαλάδα μου ότι δίπλα της στέκεται η Ουρανία. Τι ωραία, σκέφτομαι, μόλις με έδειρε η μάνα της Ουρανίας. Θέλω να γίνω μικροσκοπικός σα φακή. Αντί αυτού, ιδρώνω σε όλο μου το σώμα και με τυλίγει μια δυσοσμία. Είναι απίστευτο πόσο μυρίζει η ξεφτίλα. Που να φανταστώ όμως ότι μόλις άρχισε το γλέντι. Ανοίγει η μάνα μου το στόμα της για να υπερασπίσει τον κανακάρη της.
-    Ποιον είπες ζώο μωρή; της λέει.
-    Το γαϊδούρι που κουβαλάς μαζί σου της απαντάει η μητέρα της Ουρανίας.
Ε, τι τα θες, από ‘κει και πέρα ορμάει η μητέρα μου κατά πάνω της για ν’ ανταποδώσει το χαστούκι. Οι μανάβηδες σπάζανε πλάκα με το περιστατικό. Αρχίσανε τα κραξίματα και τα πειράγματα. Ένας απ’ αυτούς φώναζε ασταμάτητα. «Μη χτυπάτε τα ζώα». Μέσα στον αχό και τις κλαγγές της μάχης τόλμησα να σηκώσω το βλέμμα. Ούτε τώρα με κοιτούσε. Είχε κρεμαστεί από το μπράτσο της μητέρας της και την παρακαλούσε να σταματήσει τις φωνές και να φύγουν. Έσκυψα και άρχισα να μαζεύω τις ντομάτες και τα κρεμμύδια από το δρόμο. Με πιάνει η μάνα μου από τη μπλούζα και με σηκώνει σα κουτάβι.
-    Σήκω ρε βλάκα μου λέει. Σιγά μη της τα μαζέψουμε κιόλας της σκρόφας. Κι αρχίζει πάλι το ξύλο. Μόνο που αυτή τη φορά της έτρωγα κι ίδιος. Από τη μάνα μου. Ο μανάβης απέναντι να συνεχίζει στο ίδιο τέμπο «Μη χτυπάτε τα ζώα». Κάποια στιγμή, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ψυχραιμότεροι μπήκανε ανάμεσά τους και τις χωρίσανε. Χάσκανε και οι δυο λαχανιασμένες και ξέπνοες σα ξενυχτισμένες πουτάνες. Ντράπηκα. Καθώς με τραβολογούσε η μάνα μου να φύγουμε γύρισα πάλι το κεφάλι μου προς το μέρος της αλλά μάταια. Είχαν ήδη απομακρυνθεί και ανάμεσά μας μπήκε ο κόσμος.
Την Ουρανία την συνάντησα ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια. Ανεβήκαμε με τη γυναίκα μου να παρακολουθήσουμε την λειτουργία στο Μοναστήρι του Σωτήρα στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης. Μας είχαν πει ότι το Μοναστήρι το συντηρούνε καλόγριες και την Κυριακή ψέλνουνε όλες μαζί στην λειτουργία. Η κατάνυξη και η γλυκύτητα της ψαλμωδίας με είχανε μαγέψει όταν ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι η Ουρανία βρίσκεται στη χορωδία. Μάταια προσπαθούσα να με διαψεύσω. Μετά την λειτουργία ανεβήκαμε στο αρχονταρίκι και την είδα να σερβίρει στους επισκέπτες κονιάκ. Εκεί μου έφυγε και η παραμικρή αμφιβολία. Ήταν τόσο γοητευτική με το μαύρο ράσο. Όταν έφθασε η σειρά μου να πάρω το κέρασμα το χέρι μου δεν υπάκουσε. Είχα μείνει πάλι ακίνητος. Σήκωσα το βλέμμα μου και την είδα να με κοιτάει, προς έκπληξή μου, χαμογελώντας.
-    Ευλογείτε, μου λέει
-    Ο Κύριος της απαντώ σα κάποιος να μ’ έσπρωξε. Δεν κουνάω ούτε βλέφαρο. Χωρίς να περιμένει συμπληρώνει
-    Ευλογείτε αδελφέ Ιάσονα. Και ως δια μαγείας όλα ξεκλειδώθηκαν. Παίρνω το κονιάκ και το κατεβάζω μονοκοπανιά.
-    Ξέρεις το όνομά μου; της ψελλίζω
-    Και βέβαια το γνωρίζω, μου λέει. Στην ίδια γειτονιά μεγαλώσαμε. Κάθε μέρα, με περιμένατε καθισμένος σαν κούρκος στο τειχάκι απέναντι από το σπίτι μου. Μόλις γυρνούσα από το σχολείο και ανέβαινα επάνω σας παρατηρούσα από το παράθυρο της κουζίνας. Κούρκο σας έλεγε η μητέρα μου. Προσπαθούσατε να κρυφθείτε μέσα στα φυλλώματα της λεύκας αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνατε.. Η μάνα μου συνήθιζε να λέει «κοίταξέ τον φωλιά έκτισε και όπου νάνε θα γεννήσει και αυγά».  Το τελευταίο την έκανε να γελάσει περισσότερο.
Κοιτούσα με το στόμα ανοικτό σαν να έβλεπα στον ουρανό πυροτεχνήματα. Και συνέχισε.
-    Θυμάμαι και το περιστατικό στη λαϊκή. Σάββατο ήτανε.
-    Το καταραμένο, πρόσθεσα χαμηλόφωνα,
-    Τότε που η μητέρα μου σας έβρισε και σας χτύπησε. Και ύστερα έγινε! Δε τέλειωσε την πρόταση της.
Γύρισα και κοίταξα την γυναίκα μου που άκουγε ξαφνιασμένη. Η Ουρανία συνέχισε αυτή τη φορά με οικειότητα
-    Ένα δευτερόλεπτο πριν σηκώσεις τα χέρια σου και χτυπήσεις τις σακούλες ετοιμαζόμουνα να σε χαιρετήσω. Ήμουνα ακριβώς δίπλα σου. Θα σου έκανα έκπληξη. Δεν πρόλαβα. Έτσι βλέπεις το θέλησε ο Θεός. Από τότε δεν ξανά ‘ρθες στο τειχάκι.
-    Ντρεπόμουνα, ψιθύρισα, ντρεπόμουνα.
-    Θέλημα Θεού, πρόσθεσε ξανά.
-    Θέλημα Θεού, επανέλαβα όχι γιατί ήθελα να συμφωνήσω αλλά για να ξεφορτωθώ έναν κόμπο που μου έσφιγγε το λαιμό. Ξανακοιτάω τη γυναίκα μου που έγνεψε κι αυτή το κεφάλι της συγκαταβατικά. Συμφωνούσε.
-    Ευλογείτε, μου επανέλαβε, Ιάσωνα και συνέχισε το σερβίρισμα.
Έπλεξα τα χέρια μου κι αναρωτήθηκα μήπως κι αυτή η συνάντηση ήταν θέλημα Θεού.
Ασε με κάτω, ρε.







****


Μαρίνα Σουτζιδέλλη (msoutzid@yahoo.gr)


Οκτώ και τριάντα ακριβώς

Εκείνο το πρωί τον πρόσεξε για πρώτη φορά. Περίμεναν μαζί στην αποβάθρα. Στις επτά και σαρανταδύο μπήκαν στο τελευταίο βαγόνι. Την επομένη ήταν πάλι εκεί. Το Σαββατοκύριακο που δεν τον είδε τον ονειρεύτηκε. Δεν ήταν όμορφος, έμοιαζε όμως με εκείνον. Πάνε τρία χρόνια που είχαν χωρίσει μα τον σκεφτόταν συνέχεια. Φορές-φορές νόμιζε πώς την είχε καταραστεί, ακόμη και στις διακοπές να είναι μόνη. Να την κοιτούν περίεργα στο καράβι και μετά στην πανσιόν να περιμένουν λίγο πριν της δώσουν το κλειδί για να σιγουρευτούν πως ξοπίσω της δεν έρχεται κανείς.
Την Δευτέρα το πρωί άργησε λίγο να ετοιμαστεί. Κατεβαίνοντας τις σκάλες του μετρό κόντεψε να τσακιστεί καθώς άκουγε το συρμό να πλησιάζει. Μπήκε στο τελευταίο βαγόνι την ώρα που έκλειναν οι πόρτες. Η ματιά της έψαχνε ανήσυχη περνώντας από το ένα πρόσωπο στο άλλο, μέχρι που σκάλωσε στα σμιχτά φρύδια του. Αυτός την παρατηρούσε χαμογελώντας. Κοκκίνησε και κατέβασε τα μάτια ενώ ταυτόχρονα σήκωνε την τιράντα της μπλούζας της.
Την Τρίτη τον συνάντησε ξανά. Ίδιο μέρος, ίδια ώρα. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Αυτός καθώς βγήκε από το μετρό έκανε αριστερά. Κατευθύνθηκε προς τη λεωφόρο. Εκείνη πίσω του. Αυτός μπήκε σε μιά τράπεζα. Εκείνη ντράπηκε κι έφυγε. Την επομένη θα του μιλούσε οπωσδήποτε. Να πήγαιναν μαζί διακοπές, στο νησί. Πήγε στο σταθμό από τις επτάμισυ. Περίμενε. Αυτός δεν φάνηκε. Στεναχωρήθηκε. Πήρε το δρομολόγιο των οκτώ και τέσσερα. Όταν βγήκε από το μετρό περπάτησε προς την τράπεζα. Απέξω ήταν μιά μηχανή. Αυτός ήταν συνοδηγός. Όταν έβγαλε το κράνος σιγουρεύτηκε παρόλο που φορούσε σκούφο. Παραξενεύτηκε και κοντοστάθηκε, περίεργο να φορά σκούφο μες το κατακαλόκαιρο. Ανοιξε πάλι το βήμα της. Δεν περπατούσε, σχεδόν έτρεχε. Τους προσπέρασε και μπήκε πρώτη. Στάθηκε στην ουρά και σκεφτόταν τι θα του έλεγε. Αυτός μπήκε από την περιστρεφόμενη πόρτα. Σκυφτός με τα χέρια στο κεφάλι. Ο σκούφος έγινε κουκούλα. Στο χέρι γυάλιζε ένα περίστροφο.
Οκτώ και εικοσιοκτώ. Αυτός διατάζει: ληστεία, όλοι ακίνητοι. Εκείνη προχωρά προς το μέρος του. Φύγε, προλαβαίνεις του λέει. Αυτός φωνάζει: σταμάτα. Εκείνη παρακαλά: θα σου δώσω εγώ λεφτά. Αυτός ουρλιάζει: θα σε σκοτώσω. Εκείνη πλησιάζει. Γελά υστερικά και φωνάζει: είναι ψεύτικο.
Στην αριστερή του σόλα μια κολλημένη τσίχλα έχει το σχήμα του νησιού.      



****

Λουίζα Σπηλιωτοπούλου(louisa@cream.gr)


Ο φούρνος

Μπορεί να ΄χε και 40 βαθμούς. Και όταν θα ’πιανε μεσημέρι θα ανέβαινε στους 45. Έτσι είχαν πει. Στην αυλή οι πλάκες είχαν πυρώσει για τα καλά, άλλο λίγο και θα ‘ψηνε εκεί το ψωμί. Γέλασε αχνά από μέσα της και πήρε να καταβρέχει με το λάστιχο ώσπου δρόσισε λίγο. Με την πίεση του νερού ‘φύγανε και τα αίματα. Από μικρή δεν της άρεσε να σφάζει τις κότες. Ούτε να τους κόβει τα κεφάλια όπως έκανε η μάνα της και να τις βλέπει μετά να τρέχουν ακέφαλες μέχρι να σωριαστούν. Σχεδόν τις αγαπούσε της κότες της. Αλλά σήμερα είχε επισκέψεις, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Από τις τέσσερις είχε σηκωθεί για να προλάβει και όπου να ‘ναι κόντευε η ώρα τους. Θα τους άκουγε να στρίβουν αργά από τον κεντρικό και μετά να κατηφορίζουν με φόρα το χωμάτινο δρόμο. Θα σήκωναν σκόνη. Όμως τα ‘χε όλα έτοιμα πια. Μέσα στη σάλα, το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο. Με τα κρέατα, τις πίτες, τις σαλάτες, όλα καλά σκεπασμένα. Οι μύγες είχαν λυσσάξει απ’ τη ζέστη. Μόνο το ψωμί τής έμενε που το άφηνε για το τέλος. Έπρεπε να κρατηθεί ζεστό ως να φτάσουν. Έτσι τους άρεσε, πάντα της το έλεγαν. Είχε ήδη ανάψει το φούρνο και περίμενε. Την είχε βολέψει τελικά. Στην αρχή δεν τον ήθελε, είχε μάθει αλλιώς, αλλά ο γιος της επέμενε, το ίδιο και η νύφη της. Στο τέλος δέχτηκε μόνο και μόνο για να τους κάνει το χατίρι, αλλά με τον καιρό τον συνήθισε. Δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου. Ξαφνικά το θυμήθηκε, έσυρε ένα σκαμπό ως το πατάρι και κατέβασε ένα παλιό φουστάνι με κλάρες. Δεν ήξερε αν θα της έκανε, είχαν περάσει τα χρόνια. Και ντρεπότανε. Τα εγγόνια της δεν την είχαν δει ποτέ με άλλα ρούχα. Πάντα τα μαύρα.
Μόλις μπήκαν, η μυρωδιά από καμένο τους χτύπησε κατευθείαν στο ρουθούνι. Τα παράθυρα και οι πόρτες κλειστές, οι κουρτίνες τραβηγμένες. Μέχρι να συνηθίσουν στο σκοτάδι, δεν την έβλεπαν. Σιγά σιγά ξεχώρισαν το φουστάνι της με τις μικρές πρασινάδες. Μπροστά στο φούρνο ήτανε, σαν σκυμμένη. Το σώμα της άδειο, ακούνητο, με το ψωμί ακόμα στα χέρια. Ωμό, αλλά καλά ζυμωμένο. Το κεφάλι της δε φαινόταν καθόλου έτσι που το ΄χε χώσει βαθιά μες στο φούρνο. Το ΄χε δει μια φορά να το κάνουν στην τηλεόραση. Έτσι θα τους έλεγε.  

****


Θοδώρα Σταθούλια
(theodorastathoulia@yahoo.gr)

Η αμμουδιά και οι νύχτες σας

Εκείνος ο Αύγουστος είχε πανσέληνο στις δώδεκα του μήνα. Στις δεκατρείς το βράδυ το φεγγάρι ήταν ακόμα γεμάτο με ένα φως γυάλινο, απόμακρο, δυνατό. Στην παραλία μου, μια μικρή με μυρωδιές από τους κέδρους,  μικρή με άμμο από άκρη σε άκρη και πετρολιθιές να ορίζουν τα σύνορά της, οι νύχτες μύριζαν σαν χέρια φρεσκοπλυμένα με εσάνς από τους χυμούς των δένδρων.  Εκείνη την νύχτα οι άνθρωποι με εγκατέλειψαν νωρίς, αργά ανηφορίζοντας για το χωριό, λίγα σπίτια στην πίσω από τον λόφο κώχη του νησιού. Εμεινε μόνο η κοπέλα με τα τρυφερά πέλματα, ακουμπούσε πάνω μου απαλά, με διέσχιζε από άκρη σε άκρη και άφηνε τα σημάδια της αργά σαν το νερό της θάλασσας εκεί που με συναντούσε. Τους φανταζόμουν να τρώνε στην ταβέρνα του χωριού, σιγοπίνοντας κρασί, κοιτάζοντας μέσα στην νύχτα ανάμεσα στους ώμους πέρα δώθε στην παραλία τα λιγοστά φώτα σαν να περίμεναν μαντάτα. Τους ήξερα έναν έναν. Ερχόντουσαν χρόνια τώρα και κατασκήνωναν πάνω μου. Ημουν τρυφερή για το ρέμβασμα, μαλακή για τον ύπνο. Τους είδα να έχουν πάρει τον δρόμο της επιστροφής, ερχόντουσαν πάλι σε εμένα και τους κέδρους για τις σκηνές τους κόκκινες, μπλε, άσπρες τοποθετημένες με μαεστρία κατά μήκος της αγκαλιάς μου, η νύχτα έμοιαζε πιό φωτεινή από ποτέ. Κατηφόριζαν το μονοπάτι και μπορούσαν να με δουν από μακριά και στα δεξιά  άφηναν την ματιά τους πάνω στην νυχτερινή βαθειά μπλε θάλασσα και στα πλοία που ταξίδευαν σαν χρωματιστά χριστουγεννιάτικα παιχνίδια. Ο λόφος άφηνε τις σκιές του να μπλέκονται σε σχέδια με το φως του φεγγαριού. Δέκα –δώδεκα άνθρωποι περπατούσαν αργά στο μονοπάτι ο ένας πίσω από τον άλλο. Κοίταζαν μια κάτω μια εμένα, το φως έφτανε να βλέπουν τα ίχνη τους στο κόκκινο χώμα. Σε λίγο με ακούμπησαν. Αλλος πιό βαρειά, νυσταγμένα, άλλος πιό απαλά έξυσε για λίγο το ένα πόδι με το άλλο, άλλος έπεσε πάνω μου σαν σπόρος στην γή.
Γνωριζόντουσαν μεταξύ τους και εγώ τους αναγνώριζα από τις ανάσες τους την νύχτα όταν ξάπλωναν πάνω μου. Από το περπάτημά τους. Από τους βαθείς εσωτερικούς ήχους των αναστεναγμών τους όταν ξάπλωναν με το μάγουλο να με ακουμπά ιδρωμένο λίγο μετά τον έρωτα. Λίγα λόγια την ημέρα, περισσότερα την νύχτα όταν δεν τους έπαιρνε ο ύπνος. Ο μεγάλος, εξήντα χρονών, ευγενικός, καλοαναθρεμένος, γερός πότης είχε μείνει πίσω εκείνη την νύχτα. Αυτός ήταν πολύ κοντινός μου. Με αγαπούσε με αφοσίωση. Κάθε καλοκαίρι ερχόταν σε μένα. Δεν περπάτησε πάνω μου εκείνο το βράδυ. Την κοπέλα του, την όμορφη και νέα Μαρία, άκουγα να λένε γι αυτήν μεταξύ τους μετά το μπάνιο όταν ξάπλωναν πάνω μου και έκαναν σχήματα με τα χέρια αφηρημένα, αυτήν αισθάνθηκα να περπατά αργά. Κατάλαβα ότι έκλαιγε. Δεν άκουσα τίποτα. Αισθάνθηκα τους λυγμούς, τα πόδια της βαρειά απόψε βυθιζόταν ακανόνιστα πάνω μου. Αναγνώρισα τον πόνο. Σε λίγο τίποτα. Τα βήματά της πήγαν προς την θάλασσα. Σήκωσα ένα μουγγρητό να την σταματήσω, τίποτα. Το πρωί την έψαχναν φωνάζοντας το όνομά της.

****

Χριστίνα Συμβουλίδου
(kristin@hol.gr)



Ο σκύλος από κάτω

Κόκκαλα τρύπαγε το κλάμα. Βαθιά σ’ένα χαρτόκουτο, κάτω από στρώσεις κουρέλια πεταμένα, τον κοίταζε. Το σκέφτηκε να πέφτει στον κάδο του σκουπιδιάρικου και την άλλη στιγμή τό’χε μαζέψει μέσα στο παλτό του. Έτρεμε. Στο σπίτι δεν τον μάλωσαν. Χαμήλωσαν το βλέμμα αμήχανα που είχε ανάγκη ένα κουτάβι. Γύριζε απ’το σχολείο τρέχοντας να το ταΐσει με τη σύριγγα γουλιά γουλιά, του φώναζε κρυφογελώντας άμα ξέσκιζε παπούτσια. Τη νύχτα στο κρεβάτι φώλιαζαν μαζί.
Πήρε δυό χρόνια μα τον έφτασε στο βάρος. Όποτε σηκωνόταν στα πίσω πόδια κι άπλωνε τις πατούσες πάνω του τον έριχνε. Τη γλώσσα του, τραχιά στο πρόσωπό του, την ένιωθε φιλί. Στη βόλτα τους τον έσερνε ξοπίσω του κι αν συναντούσαν άλλο αρσενικό η ράχη του ορθωνόταν πέντε δάχτυλα. Κοιμόταν και ξυπνούσε με τη σκέψη του.
Γυμνά τα δόντια που καρφώθηκαν στο μπράτσο του δεν τά’χε ξαναδεί. Τά’κρυβε το μουσούδι που τριβόταν στην παλάμη του. Μετέωρος μια στιγμή πριν κλείσει τα σαγόνια. Φώναξε και η πίεση στη σάρκα του χαλάρωσε, η αγέλη των αδέσποτων τριγύρω τους αραίωσε. Τον άφησε ο δικός του και ζάρωσε στα πόδια του, γλείφοντας το αίμα απ’τα μουστάκια του.
Πήγε μαζί ως τον γιατρό κι ας μην βαστούσε πια εκείνος το λουρί. Ο σκύλος όλο πείραζε το φίμωτρο – τον μάλωσε, αν κι έτρεμε η φωνή του. Τον τράβηξε αγκαλιά, τον κράτησε σφιχτά με το άλλο μπράτσο, το γερό, να τον πιάσει η ένεση. Περίμενε να φύγει. Δεν είδε τίποτα στα μάτια του που μείναν στυλωμένα ανοιχτά.
Δεν ξαναμίλησε γι’αυτόν. Στον ξένο τόπο που ζει πια κανείς δεν τον χαϊδεύει· το δικό του χέρι αναζητά τα γρομπαλάκια που σκουραίνουν συμμετρικά κάτω από το δέρμα του. Χαμογελάει κι αλλάζει την κουβέντα όταν οι γύρω λένε για σκυλιά. Μόνο που κάποτε ίσα για μια στιγμή μια μαύρη σκιά κρύβεται στο πλευρό του, σα σκουπιδάκι στην άκρη του ματιού.


Smokelong

Κλείνει τα σαράντα αλλά μετράει τον χρόνο σαν παιδί, από τον Σεπτέμβρη που ανοίγουν τα σχολεία. Μια ανάσα πριν την αρχή το καλοκαίρι· κάθε καλοκαίρι βαφτίζεται στη θάλασσα καινούρια. Υπόσχεται: θα αλλάξω. Θα γίνω καλή μάνα, θα κόψω το τσιγάρο, θα γράψω αυτό που κουβαλάω. Σχεδόν το πιστεύει. Οι διακοπές δεν μετράνε.
Κρυώνει, η θάλασσα τη διώχνει. Πονάει η ράχη, τα πλευρά της. Θα αρρωστήσει. Παιδί, η μάνα της τη σκέπαζε κουβέρτες να ιδρώσει και την έτριβε. Δεν φώναζε γιατρό. Εκείνη δεν αρρώσταινε ποτέ, μόνο στο τέλος τη θυμάται στο κρεβάτι. Τρέμανε τα δάχτυλά της όσο ψαχούλευε το παλτό του πατέρα, κρυφά – στη μέσα τσέπη ένας φάκελος άγνωστες λέξεις. Κι έπειτα οι δυό τους, χωρίς λέξεις. Κουβαριάζεται σε στάση εμβρύου, κοιτάζει τους άλλους να ιδρώνουν χτίζοντας πύργους στην άμμο. Φυσάει καπνό στα χέρια της που τρέμουν πάλι, τα νύχια της μπλαβιά δείχνουν πρησμένα. Ένα ξαφνικό κύμα σαρώνει το κάστρο. Η μικρή κλαίει, εκείνος γελάει.
Βάζει θερμόμετρο, δέκατα, δεν μετράνε, κρυώνει όμως, καταπίνει τα σιρόπια της μικρής. Δεν της διαβάζει παραμύθι, είναι αργά πια, αύριο. Καπνίζουν σιωπηλοί, τάχα να μην ξυπνήσουν το παιδί. Κουκουλωμένη μια κουβέρτα που βρωμάει ναφθαλίνη, βγάζει τη νύχτα στη βεράντα μόνη. Κόκκινο αρρωστημένο το φεγγάρι, κάτω η πλαγιά σπαρμένη τάφους. «Μνήματα βρεφών», έλεγε ο φύλακας που κέρασε τσιγάρο το πρωί. Τα έθαβαν σε λαγήνια· άνοιγαν την κοιλιά να παραχώσουν το μωρό κι έπειτα μπάλωναν την τρύπα με κομμάτια από πηλό. Τα άλλα κανένας δεν τα θάβει, έστω και μέσα σε μια στάμνα. Θα είχε κιόλας δάχτυλα, μικρά σαν το κεφάλι μιας καρφίτσας. Τόσο μικρά, λένε, δεν μετράνε. Το βάρος του δυό κουταλάκια ζάχαρη – όσο βάζει στον καφέ της. Στον ύπνο της έχει όνομα, μιλάει και περπατάει. Σαν να μαζεύεις νερό που χύθηκε. Τα λόγια τους σκοντάφτουν στα μπαλώματα.
Ζητάει τον ήλιο, έχει ρίγη. Στην ανηφόρα κοντανασαίνει, στέκεται να ξεκουραστεί. Ψάχνει φωτιά, τραβάει βαθιά δυό ρουφηξιές, ένα κύμα βήχα ανεβαίνει να την πνίξει. Τα πνευμόνια της καίνε, τρέχουν τα μάτια, δεν μπορεί να σταματήσει, η μικρή γελάει που την βλέπει να κλαίει.
Τρέμει, φοράει τη ζακέτα της, βγαίνει να περιμένει στον προθάλαμο. Μικραίνει η μέρα, σώθηκε πια το καλοκαίρι· ίσα μια ανάπαυλα, όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Κάποιος φωνάζει το όνομά της. Της δείχνει μια σκιά. Αυτό είναι όλο, μια σκιά. Ψάχνει τα μάτια του, να καταλάβει. Δεν την κοιτάζει. Το στέρνο του φαρδύ, στο ίδιο σημείο την άσπρη μπλούζα του θαμπώνει ένας λεκές.
– Λυπάμαι πολύ, κυρία μου.


****
Γεωργία Τάτση (tatsigg@yahoo.gr)


Στον ίσκιο της κληματαριάς





Χαμηλά στον κορμό, η κληματαριά ακουμπούσε την ασβεστωμένη πρόσοψη του σπιτιού, λίγο πιο πάνω γύριζε αριστερά κι αμέσως σκαρφάλωνε στην κρεβατίνα. Το φύλλωμά της σκέπαζε τα υποστυλώματα και τα μεταξύ τους κενά, μετατρέποντας τον ξύλινο σκελετό σε φυσικό υπόστεγο αλλά το πύρωμα του μεσημεριού ήταν τέτοιο που ο κατάκοιτος  γέρος  στη σκιά, ξαπλωμένος στο στρατιωτικό ράντσο,  λουσμένος στον ιδρώτα, απελπισμένος από τη χρόνια κατάκλιση και την κάψα,  φώναξε τη γριά του να δροσίσει την αυλή και να του βάλει στο μέτωπο υγρή πετσέτα,  όπως συνήθιζαν να βάζουνε
στους θερμασμένους.
       Η γυναίκα του άδειασε δυο κουβάδες στο πλακόστρωτο και τσαλαβουτώντας ξυπόλητη, άπλωσε τα νερά με τη σκούπα κι ύστερα έφερε μια βρεγμένη πετσέτα. Την  έστυψε  και την άφησε διπλωμένη στο μέτωπο του γέροντα.
       Εκείνος κοίταζε ψηλά, το μαύρο τσαμπί των σταφυλιών αλλά έβλεπε πέρα μακριά, μια τρύπα φωτεινή, ένα άσπρο τούνελ.
Οι σφήκες ζαλισμένες από την έντονη μυρουδιά της ζαμπέλας έπεφταν  στα πόδια του και έτρωγαν τον βρώμικο ιδρώτα σα ζάχαρη δαγκώνοντας ελαφρά το ανάμεσα των δακτύλων και τις ρόγες τους. «Λίγο  καρπούζι», είπε στη γυναίκα του, πρόσχημα προφανώς να μείνει μόνος.
     Την ώρα που μπροστά στο νεροχύτη, μπήγει η γυναίκα το μαχαίρι στο
καρπούζι κι ακούγεται το κρακ,  μπήγει κι  αυτός μαχαίρι στην κοιλιά του και «αχ» ακούγεται. ΄Ενα   μεγεθυσμένο αχ,  όχι από στόμα, σαν από χωνί, ένα μεγεθυσμένο αχ που αιωρείται πάνω από τον πηχτό αέρα και κολλάει σαν ύλη καυτή στην κληματαριά, στον τοίχο, στο σπίτι μέσα - έξω. Τρέχει η γερόντισσα στην πόρτα και παγώνει. Σφαγιασμένος πετεινός ο αυτόχειρας κουνάει το αριστερό του πάνω-κάτω, φτερουγίζει. Η κοιλιά ανοιχτή και τα έντερα χυμένα. Μεταμελημένο το δεξί αγωνίζεται να τα συγκρατήσει με το βραχίονα και την παλάμη.

****
Γιάννης Τσίρμπας (itsirbas@otenet.gr)




H νιπτήρα

Βγάλαμε ίσαμε δυο τσουβάλια καβούρια από το ρέμα εκείνο το βράδυ που χε φεγγάρι γιομάτο. Μετά, αφού ανάψαμε φωτιά και φάγαμε καμπόσα δίπλα στη βρύση, τα πήραμε στον ώμο και πήγαμε να κλέψουμε τη νιπτήρα της Δέσπως. Tην είχαμε βάλει στο μάτι κείνη τη νιπτήρα με το θειο σου το Γιάννη που ‘τανε χωρατατζής μεγάλος κι ερχότανε καμιά φορά μαζί μου για καβούρια ή για ψάρεμα στη λίμνη. Της την είχε φερμένη δώρο ένας γαμπρός από την Τρίπολη και ήτανε πολύ περήφανη. Είχε στεφανωθεί τη μεγάλη της τσούπα αυτός. Την είχε που λες έξω στην αυλή, πάνω σε ένα πουρνάρι, να τη βλέπει όλο το χωριό. Κάθε πρωί κάνανε ουρά, αυτή πρώτη και από πίσω ο Καραμήτσος ο άντρας της και μετά τα μικρά, για να νιφτούνε. Και φώναζε, Μήτσοο τη μπόλια, Μήτσοο το νερό ζεστάθηκε. Αντε ρε Μήτσοο. Τέτοια. Σούσουρο. Πάλι νίβεται η Δέσπω λέγαμε.
Μπήκαμε κρυφά στην αυλή από το παραπόρτι, την ξεκρεμάσαμε και την πήραμε, ο καθένας στο να χέρι το τσουβάλι και στ’ άλλο τη νιπτήρα. Δεν την χαλάσαμε όμως, την προσέξαμε μη μας βρει πουθενά, ήμασταν σεβαστικά παιδιά, σιδερένια ήτανε, μαντεμένια, κάτι τέτοιο, βαρύ πράμα πάντως, και την πήγαμε πάνω, τέρμα πάνω, ψηλά, στ’ αλώνι. Στην πλατεία που τη λένε τώρα. Που παίζετε μπάλα το Πάσχα. Τη χώσαμε με την τρύπα πάνω στον πάσσαλο που χανε μες τη μέση για τα μουλάρια, να αλωνίζουνε τα σανά. Ίσα που προλάβαμε το ξημέρωμα. Έπειτα μοιράσαμε τα καβούρια και πήγαμε σπίτια μας και περιμέναμε. Δεν θα μαστε δεκατέσσερα, δεκαπέντε.
Τα καβούρια; Περισσότερο η πλάκα ήτανε παρά το φαΐ τους. Η βόλτα στο ρέμα τη νύχτα. Τι ψωμί να χει ο κάβουρας μωρέ; Έχει στο σώμα και μια στάλα στις δαγκάνες. Μεγάλα ήτανε, ίσαμε μια παλάμη και κόκκινα. Αλλά μόνο για τη γεύση. Τα πετάγαμε στη θράκα και μόλις τσουροφλιζόντουσαν και σταματάγανε να κουνιόνται τα σπάγαμε και τα ρουφάγαμε.
Με τη νιπτήρα της γριάς Δέσπως το λοιπόν γίνηκε μεγάλος χαμός. Δεν είχα προλάβει να ξαπλώσω και να κλείσω τα μάτια μου θυμούμαι και αρχίζει να ακούγεται ουουουιιι, ουουουιιι, ουουουιιι. Το χωριό στο πόδι. Τέτοιο μοιρολόι δεν έχεις ματακούσει σου λέω. Έβγαιναν όλοι έξω, ένας ένας. Στα παράθυρα, στις αυλές, άλλοι είχαν ξεκινήσει για τα γίδια και σταματάγανε, άλλοι γυρίζανε και παίρνανε τη δημοσιά προς τα πίσω, άλλοι παρατάγανε τα ζώα μόνο με τα σκυλιά και τρέχανε να δούνε τι γίνηκε.
Κλέεεεφτες. Κακούουουργοι, να φωνάζει. Τη νιπτήρααα. Βγήκε και ο Καραμήτσος, το χριστό σου την παναγία σου μωρή μη φωνάζεις. Ντρεπότανε τούτος. Φτιαχτήκανε και ομάδες και ψάχνανε. Κι άλλοι μονάχοι τους. Έψαχνε κι η Δέσπω. Έκανα ότι έψαχνα κι εγώ, προς τα κάτω στην πλαγιά εγώ, αντίθετα, κατάλαβες. Όλο το χωριό σου λέω. Ήταν και η περιέργεια μήπως τη βρεις και τη δεις κι από κοντά, τόσο που χε συζητηθεί. Μέχρι που πέρασε καμιά ώρα μέχρι να τη βρει κάποιος. Ποιος να σκεφτεί να ψάξει αμέσως στο πιο φανερό; Μαζεύτηκε όλο το χωριό στ’ αλώνι γύρω γύρω να την κοιτάει. Σάματις είχε ξαναδεί κανείς τέτοιο πράμα;
Και πήρε πίσω τη νιπτήρα της και ησύχασε η Δέσπω. Για μέρες μιλούσε το χωριό. Ποιος να το κανε και ποιος να το κανε. Μόνο η μάνα με κατάλαβε αμέσως. Εσύ το κανες Γιώργη, μου είπε. Τάχαμου αυστηρά και μου κούνησε και το δάχτυλο. Και σαν να γέλαγε και λίγο. Η Δέσπω δεν ξανανίφτηκε έξω στην αυλή της πάντως. Την έβαλε μέσα τη νιπτήρα της.
Και ο Καραμήτσος, που τανε πρωτοξάδερφος του πατέρα μου, μια φορά που θυμόντουσαν τα παλιά λίγο πριν πεθάνει, τώρα δα πρόπερσι, η Δέσπω μας έχει αφήσει πολλούς χρόνους, του είπε ότι όταν πήρανε τότε πίσω τη νιπτήρα πετάχτηκε από μέσα ένας κάβουρας. Και ότι από το χωριό μόνο ο γιος του ο Γιώργης πήγαινε για κάβουρες.

Αγνή λαγνεία

Αποκτήσαμε νωρίς, από την αρχή σχεδόν, μια συνήθεια ύπουλη, καταχρηστική. Το κυνήγι του θησαυρού. Αναγκαστικά, πάντα αναγκαστικά με σένα. Χωρίς παπούτσια, αναγκαστικά, χωρίς λόγια, υποχρεωτικά. Σημειώματα. Μιλάμε με σημειώματα. Μάλλον, μιλάμε και με σημειώματα. Αγνή λαγνεία για μας το στερεότυπο της παρακμής κάποιων άλλων.
"Κατέβηκα στη θάλασσα. Πώς είσαι σήμερα; Έλα". Είναι πρωί. Η άπνοια είναι κανόνας της ζωής εδώ που το σκάσαμε, που ξεφύγαμε υπό όρους. Ανακάθεσαι, γράφεις την απάντησή σου, τη διπλώνεις και την πετάς από το παράθυρο. Η σκιά από τη σαΐτα παραβιάζει οριακά το οπτικό μου πεδίο. "Είμαι κάπως καλύτερα…αλλά πονάνε τα κόκαλα μου…θα έρθεις εσύ;". Τελικά δεν ήρθες και δεν ήρθα.
Μεσημέριασε και αποκοιμιέμαι μόνος χωρίς να το θέλω. Το στόμα μισάνοιχτο. Έχω σαλιώσει την ξαπλώστρα και αυτή το μάγουλό μου που είναι τώρα ψιλό καρό σαν το σουρωτήρι που μου έφτιαξες καυτό τσάι του βουνού μια στιγμή τότε, πού να θυμάσαι τώρα. Το χέρι μου κρέμεται ξεραμένο, τα δάχτυλα στην άμμο, ποιος ξέρει πόση ώρα. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την πλάτη σου μπροστά μου σε απόσταση αναπνοής, το πηγούνι στα χέρια, χαράζεις με ένα μικρό ξύλο την άμμο και σιγομουρμουρίζεις. Λευκό μπικίνι. Φακίδες στους ώμους. Η άμμος κάτω σου βρεγμένη και οι μύτες από τα μαλλιά σου το ίδιο. Ακριβώς τότε σκέφτομαι ότι θα ξαναβάλουμε τα παπούτσια μας και θα φύγουμε και η ξαπλώστρα συμφώνησε χωρίς περιστροφές με έναν ξερό ήχο και έτσι κατάλαβες ότι ξύπνησα. Απλά με κοίταξες.
Στο σούρουπο με ψάχνεις για ώρα. Θέλω να με χάσεις, αλλά και να με βρεις σύντομα. Απομακρύνθηκα στην άλλη άκρη της ακτής, σε εμφανές σημείο. Πλησιάζεις. Τα βήματά σου ακολουθούν τον κυματισμό της αμφιβολίας μου. Σκέφτομαι γεμάτες βαλίτσες, please stand behind the yellow line, ξεχωριστά ταξί.
Φτάνεις δίπλα μου. Γυρίζω από την άλλη. "Πού είσαι; Έχουν φέρει το φαγητό εδώ και ώρα. Σου μιλάω". Δεν γυρίζω. Φυσάει και νιώθω την άκρη από το βαμβακερό σου φουστάνι στο σβέρκο μου.
Σηκώνομαι, σε παίρνω αγκαλιά, όπως συνηθίζω, ξέρεις, από τους ώμους, σαν φιλαράκια. Ρίχνω το βλέμμα στα δάχτυλα των ποδιών σου. Δεν λέω τίποτα και δεν επιμένεις. Για αυτό σε έχω αγαπήσει. Βλέπω πέρα τον σκοτεινό ουρανό που φωτογράφιζες προχτές, με άλλα χρώματα σήμερα. Πάνω από τα κύματα που αφρίζουν, αλλάζει πάλι η εποχή.
Καθώς παραμερίζω για να ανέβεις πρώτη τα ξύλινα σκαλιά της καλύβας, σκουπίζω τα μάτια μου με την ανάποδη της παλάμης μου. Το τρίξιμο του πρώτου σκαλιού, εκεί που έγδαρες το μεγάλο σου δάχτυλο την πρώτη μέρα, τρέχοντας άτσαλα σα μωρό για βουτιά, με συνοδεύει μέχρι μέσα.
Δεν πεινάω. Κάθομαι μπροστά σου στο ξύλινο πάτωμα και αισθάνομαι τα μάτια μου τελείως ξερά πια. Αναμεταξύ μας, πάλι, το εξωτικό φαγητό στα κουτάκια από μπαμπού που τόσο σε ενθουσίασαν την πρώτη μέρα. Μην ξεχάσεις να τα πάρεις μαζί σου, ενθύμιο. Στο σπίτι σας.
Αύριο φεύγουμε, μην ξεχάσεις.


****

Ελένη Φακάλου (Fakalou1@otenet.gr)


To καρπούζι είναι όνειρο

Ο ανεμιστήρας καβούρδιζε ριπές αέρα να την δροσίσουν. Κι η βεντάλια της ένα πρόσχημα. Σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα.  Από το παράθυρο η κορυφογραμμή των δένδρων  εξαερωνόταν στην λάβρα.  Ασθμαίνοντας ο Ρόμελ ακολούθησε  τις  ξερακιανές της γάμπες που κρέμονταν κάτω από το τσιτάκι. Ασαφές  γκριζωπό εμπριμέ με  βε και κουμπιά μέχρι κάτω.
 Η στολή της γριάς.Ο Μίμης το μισούσε. Εγώ με τη νυχτικιά δεν σε πάω στον Όμιλο, ξέχασέ το. Σου ορκίζομαι Μίμη μου, ένα ρομπάκι είναι.
Το ψυγείο έκανε σαν αεριωθούμενο. Αυτό να μετρήσουνε τα παιδιά με τα ντεσιμπελόμετρα. Στο φανάρι Μπουμπουλίνας και Αλεξάνδρας οκτώ το πρωί κάνανε  λέει την πρώτη μέτρηση. Την ρώτησαν αν είναι κάτοικος της περιοχής και ποιά διαδρομή ακολουθεί.Φτιάχνουνε λέει, χάρτες  με τους ήχους της πόλης. Από το εξήντα πέντε που ήρθε από την Αλεξάνδρεια εκεί μένει, να, κοντά στη στάση και τώρα πάει  απέναντι στο Πάρκο μέχρι τον Ταξιάρχη  να ανάψει ένα κερί, να κάνει και ο Ρόμελ τη βόλτα του, τώρα που δεν έχει ακόμη σφίξει η ζέστη και τι σόι χάρτες είναι αυτοί δεν το καταλαβαίνει. Έχει και έναν εγγονό στην ηλικία τους πού τώρα με τις ζέστες έρχεται κάθε απόγευμα το πουλάκι της και την πηγαίνει στον Ναυτικό Όμιλο  των Αιγιπτιωτών, εκεί στον ‘Αγιο  Κοσμά αν ξέρουνε. Στο καλό και την ευχή της νάχουνε.
Το μπουκάλι θόλωσε το ίδιο και το ποτήρι, κατέβασε αργά τις γουλιές, έριξε και στο πρόσωπο.  Νερό και ιδρώτας κύλισαν  στις ρυτίδες μέχρι το στήθος. Δυό σατεν κυλότες της έκαναν νόημα κοκκαλιασμένες στο σχοινί. Βγήκε στο μπαλκονάκι. Την πήρε ο λίβας στο πρόσωπο, ένα ρίγος της έγλειψε την πλάτη και ξαναμπήκε μέσα  σκυφτή με τα ρούχα στη μασχάλη, να γλιτώσει απ’ τον ελεύθερο σκοπευτή. Χαμσίνι ανυπόφορο. Το ψυγείο σταμάτησε απότομα. Της κακοφάνηκε αυτό το ξεμονάχιασμα στη σιωπή. Γύρισε στο σαλόνι, ο Ρόμελ πίσω της ουρά, βολεύτηκε στον καναπέ. Κάτω Ρόμελ θα βγάλουμε κορέους.
      Νά’χε τώρα  λίγο καρπούζι παγωμένο.  Όπως στο πρωινό της όνειρο.Ήτανε λέει με τον Κωστή στο σπίτι τους στο Σίντι- μπισρ  και τρώγανε  καρπούζι στη βεράντα. Μιά παλιά γλύκα την είχε τυλίξει, Κωστή μου τι όμορφος που είσαι, στο στόμα της έλιωνε το καρπούζι. Κωστή μου δεν σε χόρτασα. ΄Εκλεισε τα μάτια να το ξαναδεί, να ξαναγλιστρίσει σ΄εκείνη την ευτυχία του καρπουζιού. Ένα χάρτινο  νανούρισμα πηγαινόφερνε τον αέρα πηχτό. Η Αλεξάνδρας κοιμόταν  με τα μάτια ανοιχτά στο λιοπύρι. Γλίστρησε, γλίστρησε στην άκρη του Νείλου, είναι δροσερά εδώ, πες της βεντάλιας να κλείσει.
 


**** 
Χρύσα Φάντη (xrisafan@yahoo.gr)


Η χήρα

Δεν απορεί, ούτε και χρειάζεται να περιμένει. Κάποτε εκείνος με το που σουρούπωνε, επέστρεφε από το ψάρεμα, κι ύστερα άρχιζε να της ζητάει: φέρε μου αυτό, δώσε το άλλο. Την τελευταία φορά, όλα είχαν γίνει με τον ίδιο πανομοιότυπο τρόπο: Εκείνη άκουσε πρώτα το βόμβο της μηχανής, ύστερα τον ήχο από τα κουπιά πάνω στο νερό, τέλος, το σούρσιμο της βάρκας του στο χαλίκι.
Σήμερα κούκλα μου θα φας μακαρονάδα, της είχε φωνάξει ειρωνικά,  εννοώντας: δεν ψάρεψα τίποτα, βγάλε λοιπόν και συ το σκασμό, το καλό που σου θέλω.
Στεκόταν όρθιος στη μέση της ακρογιαλιάς και την κοιτούσε μες στη τσαντίλα. Ύστερα έσκυψε, κάτι προσπάθησε να ξεχώσει από τη τσέπη της φόρμας του, το μαχαίρι γλίστρησε, καρφώθηκε στην αρτηρία. Το αίμα πίδακας, κι αυτός: τι με κοιτάς σαν ηλίθια;
Όρμησε καταπάνω της  κουτσαίνοντας, γαμοσταυρίζοντας: τη παντόφλα γαμώτη σου, φέρε μου την παντόφλα.
Δεν πρόλαβε, στο δρόμο για το νοσοκομείο έπεσε τέζα.
      Κατά κάποιον τρόπο όλα τώρα είναι πιθανά, μπορεί, σκέφτεται, και να της έχει σαλέψει. Όμως εδώ, στο κονάκι της, σε λίγες ώρες πάλι θα ξημερώσει. Η παραλία θα γεμίσει ζευγαράκια και μωρά, εκείνη όμως θα μείνει ήσυχη και γαλήνια. Για λίγο θα βουτήξει  στη θάλασσα κι ύστερα θα πάρει τη πρότερη θέση της, στην είσοδο του αντίσκηνου, κάτω από τη τέντα. Με το  μαγιό να κρέμεται στον ένα στύλο της σκηνής, την πετσέτα στον άλλο.
Ακίνητη, σε στάση λωτού ή γκουρού σε νιρβάνα.  Ζωντανό  γλυπτό φάτσα στο άλλο γλυπτό, το πέτρινο, στη μέση του κόλπου. Το νησί με το βράχο στο σχήμα γυναίκας. Μαύρος γρανίτης και στην άκρη το πέτρωμα παράξενα λευκό, σαν αποχαιρετιστήριο μαντήλι. Να βλέπει εκείνη το σύμπλεγμα  και να απορεί  που όλο αυτό της έχει  έτσι χαριστεί, χωρίς εκείνη να χρειαστεί να κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι.
 Η χήρα του καπετάνιου το είχε ονοματίσει κάποτε, και τώρα που το ξανασκέφτεται ελαφρώς μειδιά, σίγουρη πως δεν πρωτοτυπεί, αφού: οι παραξενιές της φύσης ανέκαθεν ξυπνούσανε απωθημένα.





































 
 
         
    
                                                                                               








Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet