index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Γρηγόρης Ζερβός

Γρηγόρης Ζερβός





Γιώργος Καζάσογλου

στον κ.Γιώργο Χατζημιχελάκη, συνθέτη.

Μεγάλωσαν διαβάζοντας Μυριβήλη και Παλαμά και έζησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι δάσκαλοί τους στη Μουσική διαπνέονταν από ένα μεγαλοϊδεατισμό τον οποίο εκείνοι δεν κατάφεραν να τον αποτιμήσουν κριτικά. Για να αποφύγουν τη σύγκρουση στράφηκαν προς την ιδέα της αναγέννησης του Απολλώνιου Πνεύματος από τον Αγγελο Σικελιανό αλλά ήταν η εμπειρία στο Αλβανικό Μέτωπο αυτή που σημάδεψε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τα πράγματα.
Το συνθέτη Γιώργο Καζάσογλου τον έχετε ακουστά; Αμφιβάλλω. Και πώς θα μπορούσατε άλλως τε αφού αυτά που χαρακτηρίζουν το έργο του φαίνεται πως δεν χωρούν σήμερα στους μεγάλους συναυλιακούς χώρους στους οποίους συνωθούνται οι καταναλωτές της της κλασικής μουσικής, αυτοί που ο Μαουρίτσιο Πολίνι όρισε ως αυτούς που θεωρούν την κλασική μουσική "μπριζόλα η οποία πρέπει να καταναλωθεί και μάλιστα γρήγορα", αυτούς  που αντιμετωπίζουν τις συναυλίες της κλασικής μουσικής ως κοινωνικό και όχι ως καλλιτεχνικό γεγονός.
Θα περίμενε κανείς πως ο Γιώργος Καζάσογλου δεν θα είχε ξεχαστεί εξαιτίας ενός και μόνου γεγονότος: της αντιστασιακής δράσης απέναντι στη Γερμανική Κατοχή, μέσω του έργου του. Κατά την πρώτη εκτέλεση του έργου του "Τέσσερα πρελούδια επιστροφής από το Μέτωπο", το τέταρτο μέρος απαγορεύεται από τις κατοχικές αρχές αφού μέσα σε αυτό διαπραγματευόταν μοτίβα από τον εθνικό μας ύμνο.

Το έργο του Γιώργου Καζάσογλου, δεν μπορεί να ενταχθεί σε καμία "σχολή". Πειραματίστηκε με τον ιμπρεσσιονισμό και επιχείρησε να ακολουθήσει την αφηγηματική μορφή του Σοπέν χρησιμοποιώντας το μουσικό ιδίωμα της βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής. Οι δουλειές που έκανε στο θέατρο οδήγησαν το έργο του εκτός των ελληνικών συνόρων όπου γεύτηκε τον "έπαινο του δήμου και των σοφιστών δια στόματος του ιδίου του Στραβίνσκυ. Δεν ήταν το ίδιο τυχερός όμως με τον "Ολυμπιακό Ύμνο" σε στίχους Κωστή Παλαμά. Τελικώς δεν επέτυχε να καθιερωθεί το δικό του έργο ως ο επίσημος ύμνος των Αγώνων.

Ακούγοντας το έργο του Γιώργου Καζάσογλου μπορεί κανείς να διακρίνει τις βασανιστικές προσπάθειες των ελλήνων μουσικών να μπολιάσουν την κλασική φόρμα με την ελληνοβυζαντινή παράδοση και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για τη γενιά που γύρισε από το μέτωπο του Β'Παγκοσμίου πολέμου; Η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας και παράδοσης παρ'όλα τα προβλήματα που εμπεριέχουν αυτοί οι όροι-- έχει μία θέση στην ιστορία της πνευματικής παραγωγής αυτού του τόπου όχι αναγκαστικά ως είδος μουσειακό αλλά ως ανίχνευση μία πορείας που έχει ξεκινήσει εδώ και 50 χρόνια και φαίνεται πως ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.






Summer in the city



Στον Βασίλη Κ.

"Ξανθή αγαπημένη Παναγιά" ακουγόταν από τα μπαρ και τις καφετέριες εκείνο το καλοκαίρι και κάθε που ακούω το τραγούδι αυτό, αμέσως αντηχεί στ'αυτιά μου ο λαχανιασμένος της ψίθυρος: "Γρηγόρη, μη! Μη σου λέω, μη! Όχι εδώ, θα μας δουν". Την πόλη όπως όλοι έτσι κι εγώ,την περπατώ. Με την Κατερίνα όμως, τη μετρήσα σχεδόν ολόκληρη με την πλάτη και τα γόνατά μου, εκείνο το καλοκαίρι.
Συνέβη για πρώτη φορά στην Πλατεία Βάθης, στη μικρή στοά δεξιά από την είσοδο του Εθνικού Ωδείου. Σχολίασε τον τρόπο που έπαιζα πιάνο και την τράβηξα πάνω μου γελώντας,  περισσότερο για να δω από κοντά τα κατάμαυρα μάτια της. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε και το φιλί της με τράβηξε σαν δίνη, μου ήταν αδύνατο να σταματήσω, συνήλθα μόνον όταν  έπρεπε να κουμπώσω τα ρούχα μου.
Στην Κυψέλη, απέναντι απο τη Δημοτική Αγορά υπήρχε ένα κτίριο γραφείων, με βαθειά είσοδο. Με τράβηξε εκεί, τάχατες για να μου δείξει ένα σχέδιο του Προβελέγγιου στο ταβάνι της εισόδου·κόλλησε το πρόσωπό της στο τζάμι και στάθηκα πίσω της. Με ζάλισε η μυρωδιά των μαλλιών της. Ξεκουνηθήκαμε από τη θέση αυτή μετά από κανα εικοσάλεπτο.
Πάντα υπήρχε μια αφορμή. Ένα νεοκλασικό ρόπτρο που έπρεπε να δούμε από κοντά, ένα λουλούδι που έπρεπε οπωσδήποτε να μυρίσουμε. Να, το γιασεμί στην Αποστόλου Παύλου μύριζε καλύτερα στη δεύτερη σειρά απ' τα παγκάκια. Ωραία η Αποστόλου Παύλου τότε με την ηχορύπανση  των αυτοκινήτων γιατί δεν χρειαζόταν να παρέμενεις σιωπηλός απ' το φόβο μην σ'ακούσουν... Αυτή η κατηφόρα της Κάλβου στου Γκύζη, έξω από το  "Ανοιχτό Θέατρο", χάθηκε ο κόσμος να είναι λιγότερο απότομη; Την πήραμε κουτρουβάλα παρέα μ'ενα σκουπιδοτενεκέ όταν έκανα να στηριχτώ πάνω του, χωρίς να έχω δει τις ρόδες...
Σαν τώρα το θυμάμαι το βράδυ που έδινε συναυλία η Φιλαρμονική του Βερολίνου στο Ηρώδειο. Είμασταν καλά ντυμένοι, με σταμάτησε να μυρίσουμε ένα νυχτολούλουδο, έκανα να την αγκαλιάσω αλλά με σταμάτησε. Με κοίταξε στα μάτια σοβαρή, σήκωσε τη μακριά φούστα που φορούσε και μου είπε χαμογελώντας πονηρά:  "Παίξε, χωρίς να αγγίξεις τίποτε άλλο". Θάνατος το λιθόστρωτο του Πικιώνη για τα γόνατα...
Τα παγκάκια έξω από την Πάντειο, να'ναι ακόμη τα ίδια; Τότε ήταν ασυνήθιστα ευρύχωρα, μπορούσε να καθίσει ανάποδα πάνω μου, τρελαινόμουν να την κοιτάω στα μάτια που γίνονταν ακόμη πιο μαύρα κι έβγαζαν σπίθες. Όταν ήμουν νεότερος, η Αθήνα, δεν ήταν απλά πόλη για περιπατητές, ήταν πόλη για εραστές. Μπορούσες να κάνεις έρωτα αμέριμνος μέχρι και στα παγκάκια έξω από την Πάντειο κι εκείνο το καλοκαίρι ήταν που λάτρεψα τη Συγγρού. Ναι, τη Συγγρού...




I Want to Go Home for Christmas


Πρέπει να γυρίσω σπίτι μου για τα Χριστούγεννα. Τα σχολεία έκλεισαν, εγώ
διορισμένη μακριά απ'την οικογένεια κι έχω ταξίδι μπροστά μου. Είναι
χειμώνας του 2001. Εδώ και δυο βδομάδες ακούω για τη φοβερή κακοκαιρία
που πλήττει τη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα. Έχω ένα παλιό Φίατ Ούνο και
το έχω φορτώσει γλυκά και δώρα. Το πρωί ξυπνάω και ανοίγω το ραδιόφωνο
όπως πάντα. Η κακοκαιρία κατεβαίνει προς τα Νότια λέει, και να
αποφύγουμε τις άσκοπες μετακινήσεις. Εγώ δεν είμαι σε αυτή την
κατηγορία. Θα φύγω ακόμη κι αν πρέπει να πάω με τα πόδια. Κατά τις 12 το
μεσημέρι ξεκινάω. Λίγο πριν τη Μαλακάσα μας σταματάει η Αστυνομία και
μας λέει να βάλουμε αλυσίδες. Ο καιρός αρχίζει να χαλάει. Σε πολύ λίγη
ώρα βρισκόμαστε σε ανεπανάληπτη χιονοθύελλα. Σταματάμε. Τα λεπτά
περνάνε, τα μισάωρα περνάνε, οι αναγγελίες απ'το ραδιόφωνο είναι
απογοητευτικές.  Προσπαθώ να μη μου σβήσει το αυτοκίνητο για να έχω το
καλοριφέρ ανοιχτό. Τα πόδια μου έχουν αρχίσει να παγώνουν. Αρχίζω να
ανοίγω τη βαλίτσα και να ψάχνω για δεύτερο ζευγάρι κάλτσες. Μετά αρχίζει
να χτυπάει η πείνα. Έλεγα θα κάνω τη διαδρομή σε τρεις ώρες και θα
ήμουνα σπίτι ακριβώς την ώρα του μεσημεριανού. Τώρα αρχίζω να τρώω τα
μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που έχω φτιάξει. Τώρα έχει νυχτώσει
κι εμείς ακόμη κολλημένοι στη Μαλακάσα, έχω κι ένα βιβλίο που διαβάζω
στα ενδιάμεσα για να μη με πάρει από κάτω. Ήταν ένα δώρο που είχα πάρει
για ένα ανιψάκι μου, ο Χάρι Πότερ, και το ξετύλιξα να μου κάνει παρέα.
Όταν ξεκολλάμε από τη Μαλακάσα οδηγώ σχετικά γρήγορα μέχρι το νομό
Μαγνησίας. Εκεί κι άλλη χιονοθύελλα με καθυστερεί και κατορθώνω να φτάσω
Λάρισα στις 11 τη νύχτα. 11 ώρες ταξίδι για μια απόσταση 350
χιλιομέτρων. Αν οδηγούσα συνεχώς θα είχα φτάσει στο Σεράγεβο.
Όταν φτάνω σπίτι το παιδί κοιμάται κι ο άντρας μου έχει περάσει τέτοια
αγωνία που είναι έτοιμος να αρπαχτεί. Αρχίζουμε πάλι ένα καυγά γιατί
δέχτηκα αυτή τη θέση, μακριά απ'το σπίτι μας, λες κι έχω επιλογή έτσι
που έχουν γίνει τα πράγματα στον κλάδο μας. Το πρωί ξημερώνει παραμονή
Χριστουγέννων και μας βρίσκει αγκαλιά στο κρεβάτι και τους τρεις.

Και δώρα φέροντες... Annabooklover (http://agavazo.blogspot.com/)





Η κάβλα του σε pixel


Λέξεις σωτέ, λέξεις φλαμπέ, λέξεις ψιλοκομμένες, λέξεις σε γλάσο βαλσαμικού, λέξεις καραμελωμένες...λέξεις τηγανητές, λέξεις μαριναρισμένες στο κρασί ή το ουίσκι...λέξεις ψητές, λέξεις ζυμωμένες, λέξεις ζαχαρωτές... Λέξεις, λέξεις, λέξεις..
Λόγος μακροπερίοδος∑― δίνει ένταση και τονίζει καλύτερα το απνευστί. Το απνευστί αρέσει πολύ σ' αυτόν τον μπλόγκερ. Στην αρχή τα επιρρήματα, πρώτα αυτά του χρόνου και στη συνέχεια τ'άλλα, του τόπου: κάπου στη μέση το ρήμα κολλητά με το υποκείμενο για να δίνει την αίσθηση της κορύφωσης. Στ' αποσιωπητικά, ακούω μια ανάσα μισοναζιάρικη, μισοπαραπονιάρικη, κάτι σαν αναστεναγμός ικανοποίησης.

Ενίοτε χρησιμοποιεί φράσεις κοφτές: μία λέξη σωτέ που ακολουθείται από μια φλαμπέ και η φράση τελειώνει με μια λέξη καραμελωμένη...Φιλί πεταχτό; Πιπίλισμα του κάτω χείλους ή μια δαγκωνιά στο λαιμό; Αναρωτιέμαι αν του αρέσει το στακάτο πιο πολύ από το απνευστί αλλά αμφιβάλω αν ξέρει και ο ίδιος...

Λέει πως γράφει σ'ενα λάπτοπ, ίσως στο κρεβάτι του. Θα τεντώνεται λίγο κουρασμένος. Πρέπει να είναι κουραστικό να σωτάρεις, να φλαμπάρεις, να καραμελώνεις χίλιες τόσες λέξεις, είναι και πολυλογάς. Πετάγεται αλαφιασμένος όταν συνειδητοποιεί ότι εκείνη δίπλα του έχει αποκοιμηθεί. "Μα πότε κοιμήθηκε;". Μάλλον όταν σωτάριζε το τροπικό επίρρημα για το δεύτερο απνευστί. Εκνευρίζεται. Δεν του αρέσει να ξεμένουν στο κρεβάτι του, κάπως έτσι αρχίζουν τα πολλά κολητιλίκια. Να την ξυπνήσει για να την ξαποστείλει, αποκλείεται! Αυτός, ένας δανδής; Jamais! Την αγκαλιάζει απαλά και χώνει τη μύτη του στα μαλλιά της, στη βάση του σβέρκου της. "Μμμμ...Ωραία είναι! Μήπως την πάρω αγκαλιά και κοιμηθώ; Μήπως μετανοήσω για το λάγνο αμαρτωλό παρόν ξεπλένοντάς το στο καθάριο ρυάκι του "μανικού έρωτα;", αναρρωτιέται αυτοσαρκαστικά.  Ο εξαγνισμός στα καθάρια ρυάκια του έρωτα και η μετάνοια αναβάλλονται επ'αορίστω. Αρχίζει να τη φιλάει απαλά στο λαιμό με "άγριες διαθέσεις" αλλά εκείνη διαμαρτύρεται: "Όχι τώρα! Κοιμάμαι! Μα τί λαίμαργος που είσαι τέλος πάντων!"  Λαίμαργος αυτός; Ο λάγνος; Μα γιατί τον βρίζει; Τη σκεπάζει προσεκτικά, σηκώνεται από το κρεβάτι στις μύτες τον ποδιών του και κουβαλώντας το λαπτοπ και μια κουβέρτα, βολεύεται στον καναπέ: κάνει Log-In στο μπλογκ , επιλέγει "new post" κι αρχίζει:

Λέξεις σωτέ, λέξεις φλαμπέ, λέξεις ψιλοκομμένες, λέξεις σε γλάσο βαλσαμικού, λέξεις καραμελωμένες...λέξεις τηγανητές, λέξεις μαριναρισμένες στο κρασί ή το ουίσκι...λέξεις ψητές, λέξεις ζυμωμένες, λέξεις ζαχαρωτές... Λέξεις, λέξεις, λέξεις...








Το φουαγιέ του Aδη



Μόνο μην φέρει μαζί του τα παιδιά. Οκτώ παιδιά, τί θα τα ταίσω; Και την Κλάρα. Ελπίζω να μην έρθει με την Κλάρα. Καλή γυναίκα, δε λέω και εξαιρετική μουσικός αλλά οι "ταγμένοι" μου προκαλούν νευρικότητα, νιώθω ότι επιδιώκουν να διαλυθούν μέσα μου, να γίνουν ένα με μένα ενώ εγώ τους άλλους θέλω να τους προσλάβω με τις αισθήσεις μου πρώτα: να τους μυρίσω, να τους αγγίξω, να τους γευτώ, ν'ακούσω την αναπνοή τους. Ομολογώ πως η όραση, μου είναι ελαφρώς αδιάφορη γιατί από τις αισθήσεις μου φαίνεται πως είναι η πιο απατηλή. Η όσφρηση όμως και η γεύση; Εκεί  βρίσκεται η αλήθεια!

Βέβαια, αν ήμουν πραγματικά χαρισματικός, θα έγραφα μουσική όπως εκείνος. Θα έκρυβα στις νότες σύμβολα, ονόματα, οράματα για την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Οι συνάνθρωποι θα άκουγαν τη μουσική μου και θα έβλεπαν πεταλούδες να πετούν, πιερότους να χορεύουν χαρούμενοι, θα αισθάνονταν στο πρόσωπό τους το αεράκι που φυσάει στις όχθες του Ρήνου, θα προσυπέγραφαν  τις επαναστατικές ιδέες εναντίον του εφήμερου και του χυδαία υλικού που θα διατύπωναν οι νότες μου. Αν είχα αληθινό ταλέντο τότε θα ήμουν κι εγώ ένας απ'αυτούς που νικούν καθημερινά  το θάνατο. Αν και...

Αν και δεν είναι ο θάνατος το πρόβλημα αλλά οι στιγμές, οι τελίτσες όπου δύο άνθρωποι, δύο σώματα, δύο πνεύματα, δυο ψυχές, δύο διανύσματα, εφάπτονται φευγαλέα. Και τί είναι ζωή αν όχι η γραμμή που ενώνει τις στιγμές δηλαδή τις τελείες, δηλαδή του σταθμούς στο χώρο και στο χρόνο όπου έλαβε χώρα μια συνάντηση; Και πώς να μην σκεφτείς πως μια ζωή δεν αποτιμάται τελικώς από τον αριθμό των στιγμών επαφής και όχι από τα επιτεύγματά της; Επιτεύγματα! Σιγά τα ωά!

Γι' αυτό και εγώ που δεν δημιουργώ, μαγειρεύω. Ανακατεύω υλικά με συγκεκριμένη σειρά και σε ορισμένο ρυθμό. Φτιάχνω συγχορδίες, αρπέζ, μουσικές φράσεις... Ο καλεσμένος μου, έχει πει ότι οι ψυχές κατοικούν στη Μουσική. Οπότε αν μαγειρεύω με τον τρόπο που οι δημιουργοί γράφουν μουσική, αν κάνω χρήση των κανόνων της, δεν μπορεί να γίνει το τραπέζι μου μια προσομοίωση του τόπου συνάντησης, επαφής και εν τέλει όσμωσης ψυχών; Πού είναι αυτός ο τόπος; Γι' αυτό το θέμα έχει γνωματεύσει τελεσίδικα ο Ηράκλειτος. Αν οι ψυχές κατά τον Σούμαν κατοικούν στη Μουσική, τότε κάτα τον Ηράκλειτο «οσμώνται ες ‘Αιδην».

"Να σας ρωτήσω κάτι, κύριε Σούμαν…αν οι ψυχές κατοικούν στη Μουσική όπως λέτε και «οσμώνται ες Αιδην», τότε αυτός ο Κάτω Κόσμος, πρέπει να μοιάζει με μια μεγάλη αίθουσα συναυλιών κι αν ο Κάτω Κόσμος είναι μια αίθουσα συναυλιών, τότε η κουζίνα μας δεν μπορεί παρά να είναι το φουαγιέ της, έτσι δεν είναι;"









Η πλάτη δίχως το πρόσωπο



Όταν γεννήθηκες, Σοφία, έβαλα σε περίοπτη θέση του σπιτιού μας την αγαπημένη φωτογραφία της μητέρας μου από την παιδική μου ηλικία. Αυτή  τη φωτογραφία αγαπούσε κι ας μη φαίνεται σε αυτή το πρόσωπό μου. Προφανώς δεν χρειαζόταν να βλέπει το πρόσωπο γιατί προτιμούσε να βλέπει το αγαπημένο της παιδί, "το χρυσάφι της",  όπως με αποκαλούσε, προβεβλημένο στο μέλλον που φανταζόταν για εκείνο. Αν προσέξεις τη φωτογραφία,  θα δεις ότι και η παρτιτούρα που είχε βάλει μπροστά μου ήταν από ένα κομμάτι που φυσικά δεν μπορούσα να παίξω σ’ εκείνη την ηλικία, όμως συμβόλιζε με κάποιο τρόπο το λαμπρό μέλλον μου.

 Όμως, οι αποφάσεις της μητέρας μου δεν μέτραγαν και πολύ μπροστά σε αυτές του πατέρα μου, σπούδασα αυτό που ήθελε εκείνος και με την έννοια αυτή σήμερα, αισθάνομαι απεριόριστα ευγνώμων στον αυταρχικό πατέρα μου που διέσωσε έστω κι άθελά του τη σχέση μου με τη Μουσική!

Γεννήθηκες λοιπόν εσύ και το πρώτο μου μέλημα ήταν να ανασύρω από τα συρτάρια αυτή τη γελοία φωτογραφία  για να μου θυμίζει συνεχώς ότι δεν είχα δικαίωμα να ονειρεύομαι για σένα τίποτε πέραν του να είσαι ευτυχισμένη. Ποτέ μου δεν έκανα σχέδια για σένα, ήθελα μόνο να γελάς και νομίζω πως με τη μητέρα σου μεγαλώσαμε  ένα χαρούμενο παιδάκι. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω από χθες το βράδυ το ε-μέηλ σου στο οποίο λίγο-πολύ με κατηγορείς ότι ποτέ μου δεν ενδιαφέρθηκα για τη ζωή σου γιατί δεν εξέφρασα κάποια άποψη γιαυτή και ότι με το να μην παίρνω θέση, πήρα τελικά την ισχυρότερη. Δεν ξέρω τι να πω γιαυτό, μπορεί να είναι κι έτσι.

Κοιτάζω την παιδική μου φωτογραφία που την είχα ως πρότυπο αποφυγής για τη δική σου αγωγή και σκέφτομαι πως ίσως τελικά να είχα αδικήσει τη μητέρα μου. Ίσως εκείνη είχε δει τη μόνη υπαρξιακή αληθεια. Ερχόμαστε στον κόσμο επειδή το αποφάσισε κάποιος άλλος ο οποίος δεν ξέρει και τί να μας πει για τον κόσμο στον οποίο μας έφερε. Περνάμε το βίο μας αγωνιώντας να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και πού πάμε και τα περισσότερα από τα πρωινά που ξυπνάμε δεν  μπορούμε να διακρίνουμε στον καθρέφτη ούτε τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του προσώπου μας. Οπότε, αυτό το αστείο θέαμα που παρουσιάζει η πλάτη δίχως το πρόσωπο, προβεβλημένη σ’ένα μέλλον που αναμένεται απ’όλους και από μας ακόμη, υψηλότερο και ενδοξότερο, μοιάζει ως μια πειστική περιγραφή της πραγματικότητας που  ζούμε.

Πες μου, δεν το βρίσκεις κι εσύ όσο γελοίο το βρίσκω εγώ;

                        Σε φιλώ και σε σκέφτομαι.


                            Ο μπαμπάς σου



στον Αριστερόχειρα

(εκεί που δεν έχω ταξιδέψει ποτέ μέχρι τώρα).

εκεί που δεν έχω ταξιδέψει ποτέ μέχρι τώρα,
πέρα από κάθε εμπειρία, ευτυχώς,
τα μάτια σου έχουν τη δική τους σιωπή.
στην πιο εύθραυστή σου χειρονομία υπάρχουν πράγματα που με κλείνουν στην αγκαλιά τους
ή άλλα που δεν μπορώ να αγγίξω επειδή ακριβώς είναι πολύ κοντά.

το παραμικρό σου βλέμμα μ’ανοίγει, πανεύκολα.
παρ’όλο κλείσει τον εαυτό μου σαν σε σφιχτή γροθιά
μ’ανοίγεις πάντα πέταλο-πέταλο με τον τρόπο που η Ανοιξη
( αγγίζοντας με επιδεξιότητα, με μυστήριο) ανοίγει το πρώτο της τριαντάφυλλο.

ή πάλι αν η επιθυμία σου είναι να με κλείσεις εγώ και
η ζωή μου θα κλείσουμε πολύ όμορφα, ξαφνικά.
όπως όταν η καρδιά αυτού του πανέμορφου λουλουδιού
διαισθάνεται παντού την προσεκτική έλευση του χιονιού.

τίποτε από αυτά που πέπρωται ν’αντιληφθούμε σε αυτόν τον κόσμο
δεν ισούται
τη δύναμη της επίμονης θραυστότητάς σου που η υφή της 
με καταλαμβάνει με το χρώμα των πατρίδων της
φέρνοντας θάνατο κ αιωνιότητα με κάθε της ανάσα.

(δεν ξέρω τι είναι αυτό με σένα που κλείνει
κι ανοίγει, μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει πως
η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ’όλα τα τριαντάφυλλα.
κανείς! ούτε καν αυτή η βροχή δεν έχει τόσο μικρά χέρια…)

e.e.cummings, 1931.






Πιάνο και Γαλλικά



«Τυχεράκια! Ξέρεις τι λένε; Πίσω από κάθε μεγάλο άντρα, κρύβεται μια μικρή γυναίκα. Λιώνει για σένα η μικρή!»,  μου ‘λεγε χτυπώντας με συνομωτικά στην πλάτη ο φίλος μου ο Ηλίας και ομολογώ πως ήταν εκείνος που παρατήρησε πως η Ματίνα ερχόταν τα μεσημέρια στο σπίτι στην Αίγινα, όταν ήξερε πως η κόρη μου έκανε μάθημα Γαλλικών με τον πατέρα της, στο σπίτι τους.
     Σύμφωνοι αλλά το Ματινάκι, συμμαθήτρια της κόρης μου  στην τελευταία τάξη του Λυκείου, ήταν γυναίκα;  
    Εκείνο το καλοκαίρι «έσκαγε μύτη» μετά τη θάλασσα, με  τα μαλλιά βρεγμένα και τα λιγοστά ρούχα που φορούσε μούσκεμα και αυτά από το μαγιό που όλο δεν είχε προλάβει να βγάλει και κάθε φορά μου ζητούσε συγγνώμη γι’ αυτό. Μοσχομύριζε αλάτι και αντηλιακό καρύδα και  σκορπώντας παντού την άμμο που ήταν κολλημένη στα πόδια της έτσι καθώς έμπαινε στο σπίτι φουριόζα, αναφωνούσε: « Να’μαι κ εγώ! Η Σοφία είναι ήδη σπίτι μου με τον μπαμπά μου για Γαλλικά».
    Ούτε συνεννοημένες να ήταν για να συμπίπτουν τα μαθήματα του πιάνου με αυτά των Γαλλικών.
    Στο δίλημμα «γυναίκα ή παιδί» απάντησα μόνος μου τη μέρα που συνέλαβα τον εαυτό μου να  παίζει τις δύο φαντεζί καντέντσες  από τη 2η Ουγγρική Ραψωδία του Λιστ μόνο και μόνο για να τη δω να ανοίγει διάπλατα τα καστανά της μάτια εντωπωσιασμένη και να
και να δαγκώνει με έξαψη το κάτω χείλος της που ήταν μονίμως σκασμένο από το αλάτι της θάλασσας και τον ήλιο.
    « Να’μαι και εγώ! Η Σοφία είναι ήδη στο σπίτι μου με τον πατέρα μου για Γαλλικά» μου είπε και εκείνο το μεσημέρι. « Αχ, σας παρακαλώ, κύριε Γρηγόρη! Παίξτε μου Λιστ! Μου αρέσει ο Λιστ, έχει πάθος!». Το θυμάμαι σαν να’ναι τώρα. Δεν με σόκαρε το ότι κάποια στιγμή κάθισε δίπλα μου στο σκαμπό και αφού κόλλησε ολόκληρη πάνω μου, σε βαθμό που ένιωσα μέσα από τα ρούχα της και τα ρούχα μου  το βρεγμένο της μαγιό, άρχισε να με φιλάει άγρια πίσω από το αυτί ψιθυρίζοντάς μου: «Παίξτε! Μην σταματάτε!». Αυτό που με σόκαρε είναι το ότι δεν έκανα τίποτε για να τη σταματήσω. Αντίθετα, έκλεισα με μια κίνηση το καπάκι του πιάνου, την άρπαξα,την κάθισα πάνω του και έπεσα με μανία πάνω της.
      Μετά από λίγο, άκουσα ένα τρίξίμο στην πόρτα. « Η κόρη μου», αναφώνησα ανήσυχος. «Αποκλείεται να’ναι η Σοφία», μου απάντησε. «Το’χουμε κανονίσει. Τώρα είναι και εκείνη με τον πατέρα μου».
       Και εκείνη με τον πατέρα της;
       Μέσα σε μια βδομάδα η κόρη μου είχε γυρίσει «πακέτο» στη μητέρα της στην Αθήνα και εγώ δέχτηκα τη θέση του αρχιμουσικού στο Σίντνεϊ της Αυστραλίας, όπου εκείνη τη χρονιά επικρατούσε βαρυχειμωνιά…Ήταν το συντομότερο καλοκαίρι της ζωής μου.






Η γυναίκα μέσα μου

Στη Μαριάννα Π. για το συνενοχικό χαμόγελο που μου χαρίζει.


Τον άστεγο που ο καθένας μας κουβαλά ή κρύβει μέσα του, τον βάφτισε για μένα ο πατέρας μου. Ήταν ένα βράδυ καλοκαιριού στη Λάστα- δεν θα’χα κλείσει ακόμη τα δέκα- όταν με βρήκε κάτω από τα πλατάνια του Αϊ- Γιώργη με τα μάτια γεμάτα δάκρυα από τη συγκίνηση που μου είχε προκαλέσει το τραγούδι των αηδονιών.
      «Ο γιος μας θα γίνει γυναικωτός! Ακούει τ’αηδόνια και κλαίει! Και στο είπα. Μην τον έχεις συνεχώς μέσα στη φούστα σου!» τον άκουσα να λέει θυμωμένος στη μητέρα μου το ίδιο βράδυ. Τράβηξα πολλά από την αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα μου να σκοτώσει τη… γυναίκα που νόμιζε πως έβλεπε μέσα μου και θα τον είχα αντιπαθήσει γι’ αυτό αν μεγαλώνοντας δεν διαπίστωνα πως και οι γυναίκες της ζωής μου, «γυναίκα» αποκαλούσαν την ευαισθησία μου…
        «Πολύ ευαίσθητος είσαι για άντρας», μου έλεγαν ορισμένες με ύφος όλο καχυποψία. Μόνον αυτή η κοπέλα στη Σχολή, η Μαριάννα, με κοιτούσε στα μάτια ξελιγωμένα και όλο μου έλεγε αναστενάζοντας: «Αχ, βρε Γρηγόρη. Πώς με καταλαβαίνεις έτσι; Σίγουρα ήσουν γυναίκα στην προηγούμενη ζωή».
       Ποτέ μου δεν προσβλήθηκα από αυτές τις παρατηρήσεις αλλά απορούσα. Είναι, δηλαδή, η γυναίκα μέσα μου που συγκινείται μέχρι δακρύων στο άκουσμα μιας μελωδίας, στη θέα της θάλασσας, των δέντρων, των λουλουδιών, στο τρυφερό τρίψιμο μιας σκυλίσιας μουσούδας και όχι εγώ;  Κι αν αυτή η παρουσία μέσα μου είναι γυναικεία, μήπως κάποια στιγμή μ’εγκαταλείψει όπως και οι υπόλοιπες;
   « Έλα, ρε μπαμπά. Πάντα μελοδραματικός!» μου απάντησε η Σοφία μου όταν ρώτησα τη γνώμη της για το θέμα. «Απορώ με σένα. Τόσα χρόνια πεταμένα, που είχες αντικαταστήσει τη σκέψη με την πίστη και τη δράση με την προσευχή, δεν έμαθες τουλάχιστον να παίζεις το παιχνίδι ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο προς όφελός σου; Δώσε στην άστεγή σου ένα όνομα που σε βολεύει και ζήσε μαζί της ευτυχισμένος!»
     Έτσι, τον άστεγο που ο καθένας μας κουβαλάει ή κρύβει μέσα του, τον δέχτηκα και εγώ ως γυναίκα και της έδωσα και ένα όνομα που μου βολεύει. Τη βάφτισα Μουσική για να είμαι σίγουρος πως η γυναίκα αυτή δεν θα μ’ εγκαταλείψει ποτέ παίρνοντας μαζί της το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μου...





« Γιατί μ’εχ’ η μουσική
μαγεμένο της φωνής σου…»

Με συγχωρείτε που γελάω, αγαπητέ φίλε, αλλά ελάτε για λίγο στη θέση μου. Η Φ. είναι ο άνθρωπος που κατάφερε με τη γοητεία της να καταλύσει κάθε έννοια λογικής μέσα μου, το ότι  αναστάτωσε τον κάτω κόσμο «άμα τη εμφανίσει» της και σας οδήγησε στο σημείο να μ’επισκεφτείτε τρελλός από έρωτα γιαυτήν, δεν μου κάνει καμία εντύπωση! Πιστεύετε λοιπόν πως κάποιος σαν και μένα, που κάποια στιγμή στη ζωή του ερωτεύτηκε παράφορα και εν γνώσει του μια ψυχικά ασθενή, θα τρόμαζε στην εμφάνισή σας;
     Πείτε μου, ή μάλλον,όχι! Αφήστε με να μαντέψω! Πώς σας πλησίασε; « Σας αρέσουν οι Λατίνοι ποιητές, κύριε Βιζυηνέ; Γνωρίζετε τον Κάτουλλο;» Πού το ξέρω; Μα, το ίδιο ακριβώς ρώτησε κ μένα όταν με πρωτοείδε σ’εκείνη τη βιβλιοθήκη.
    Τότε, είχε καταλάβει ότι νοσούσε και στην προσπάθειά της να μασκαρέψει τη νόσο σε εκκεντρικότητα, έκανε κάτι που μόνο το δικό της, πολύπλοκο μυαλό ήταν ικανό να συλλάβει. Ενδύθηκε την προσωπικότητά σας! Χρησιμοποιούσε λέξεις, ακόμη και ολόκληρες εκφράσεις από τα διηγήματά σας, δεν παρέλιπε να τονίζει την καταγωγή της  « Όπως ο Τουρκομερίτης ,έτσι και εγώ προέρχομαι από τις παρυφές του ελληνισμού, την Τασκένδη», έλεγε και βέβαια, αυτοσυστηνόταν με τη φράση « η Φωτεινή ήμην εγώ». Ξεγέλασε τους περισσότερους εκτός από μένα που κατάλαβα σχεδόν αμέσως τί της συνέβαινε αλλά παρ’όλα αυτά αφέθηκα στον έρωτά της. Πρέπει να πίστεψα τότε, δέσμιος ων των θρησκευτικών μου προκαταλήψεων πως με τον έρωτά αυτό, θα πλήρωνα τα οφειλόμενα στη ζωή, λες και υπάρχουν τέτοια…
     Σχιζοφρενής η Φ; Κύριε Βιζυηνέ, πώς μιλάτε έτσι! Σχιζοφρενή την αποκαλούσε ο άντρας της που την απειλούσε πως θα της πάρει το παιδί αν συνέχιζε να με βλέπει. Σχιζοφρενή την αποκαλούσαν οι συνάδελφοί της επειδή μίλαγε στα βράχια του νησιού, από φθόνο που εκείνη κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει τις αρχαίες βραχογραφίες.
       Είστε ερωτευμένος μαζί της κ. Βιζυηνέ, το βλέπω. Εγώ όχι πια, αλλά τη σκέφτομαι συνεχώς από τότε που αυτοκτόνησε. Φεύγετε κιόλας;  Όχι δεν έχω κάποιο μήνυμα. Πείτε της απλά ότι απόψε συναντήσατε τον Γρηγόρη ο οποίος όταν άκουσε το όνομά της δεν είπε τίποτε, μόνον άρχισε να απαγγέλει λίγους στίχους από το  αγαπημένο της Τραγούδι του Κάτουλλου:

« Δώσε μου χίλια φιλιά κ μετά άλλα εκατό
κ μετά άλλα χίλια κ μετά άλλα εκατό
κ όταν τα φιλιά μας θα έχουν γίνει εκατοντάδες
θα τ’ ανακατέψουμε ώστε κανείς να μην ξέρει πόσα έχουμε δώσει
κ έτσι κανείς να μην μπορεί να ζηλέψει την αγάπη μας»

      Αυτό να της πείτε. Α ναι! Και να της ζητήσετε να σας δείξει πώς φιλάνε σε τέταρτα παρεστιγμένα…






Φωτο: Winnie


«Il me semble que je serais toujours bien la ou je ne suis pas...»

Όταν πρωτοδιάβασα τη φράση αυτή του Μπωντλαίρ, θεώρησα ότι είχε γραφεί για να περιγράψει εμένα και έτσι, την έκανα μότο μου: «Μου φαίνεται πως πάντα θα είμαι καλά εκεί που δε βρίσκομαι...»
   Στην αρχή, «το καλά» βρισκόταν σ' άλλο σπίτι, μετά σ' άλλη Σχολή, έπειτα σ’άλλο επάγγελμα και όταν παντρεύτηκα πάντοτε στην αγκαλιά που δεν βρισκόμουν. Προσπαθούσα συνεχώς να φτάσω «εκεί που δεν βρισκόμουν» για να αισθανθώ ευτυχισμένος και το μόνο που κατάφερα ήταν ν’αποκτήσω ένα ύφος ανθρώπου μονίμως αφηρημένου.
  Δεν αδικούσα λοιπόν όσους πίστευαν ότι τα πάντα στη ζωή μου τα είχε χτίσει η μητέρα σου. Στην πραγματικότητα είχε κάνει ελάχιστα, απλά, είχε πείσει πρώτα τον εαυτό της και στη συνέχεια και τον υπόλοιπο κόσμο ότι ήταν - κατά το ρηθέν- «η μεγάλη γυναίκα» πίσω από τον ταλαντούχο αλλά ελαφρώς αλαφροΐσκιωτο άντρα.
   Μετά από εκείνη τη συναυλία των αποφοίτων του Ωδείου φάνηκε πλέον ότι το πραγματικό μου ταλέντο ήταν το πιάνο και όχι η Διαφήμιση αλλά το μόνο που βρήκε να πει η μητέρα σου ήταν πως ήμουν τυχερός που δούλευε εκείνη «για να παριστάνω εγώ τον πιανίστα». Δεν της απάντησα. Μέσα σ' ένα μήνα από τη μέρα που εκστόμισε αυτή την ασχήμια, είχα μεταβιβάσει στις δυό σας την εταιρεία, το σπίτι μας και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία. Τη θυμάμαι να σε κρατάει αγκαλιά και να μου λέει διάφορες ανοησίες για με πείσει να μείνω. Τότε κατάλαβα ότι την προτιμούσα ως τη «Μάρθα Βούρτση» στην οποία είχε μεταμορφωθεί παρά ως την comme il faux κυρία που παρίστανε, ειδικά όταν μου είπε το αμίμητο: «Γρηγόρη, είσαι προδότης! Προδίδεις το παιδί σου! Ισκαριώτη!». Ξέσπασα σε γέλια και έφυγα με την καρδιά πιο ελαφριά από ποτέ.
   Προδότες, μπορούμε να γίνουμε μόνον απέναντι στον εαυτό μας.
   Σήμερα, εδώ στο ξενοδοχείο, άκουσα να λένε πως τα τρία ανθισμένα δέντρα του κήπου λέγονται «δέντρα του Ιούδα». Όπως και τότε, ξέσπασα πάλι σε δυνατά γέλια αλλά μετά μου συνέβη άλλο ένα μπλακ-άουτ της μνήμης.
   Σοφία, νομίζω πως σιγά-σιγά χάνω τη μνήμη μου...
   Λες η απώλεια της μνήμης να είναι ο τρόπος για να καταφέρω να φτάσω, επιτέλους, «εκεί που δε βρίσκομαι»;

Να μου γράφεις! Σ’αγαπώ πολύ

Ο μπαμπάς σου




Τελικά δεν ήταν δύσκολο να βρω ένα ξενοδοχείο όπως το ήθελα. «Hotel Memory», λέγεται. Ειρωνικό, έτσι; Από το δωμάτιό μου έχω και πρόσβαση στο διαδίκτυο. Από εδώ σου γράφω αυτή τη στιγμή. Νωρίτερα, στη ρεσεψιόν, μου συνέβη ένα δεύτερο επεισόδιο καθολικής απώλειας μνήμης. Μόλις η ρεσεψιονίστ με ρώτησε το όνομά μου έπαθα μπλακ-άουτ και χρειάστηκε να σκύψω για το διαβάσω από την ταυτότητα της βαλίτσας μου. Για λίγα δευτερόλεπτα οι λέξεις Γρηγόρης Ζερβός δεν μου έλεγαν απολύτως τίποτε. Δεν ξέρω τι προκαλεί αυτά τα επεισόδια. Μου συνέβη για πρώτη φορά τον προηγούμενο μήνα, όταν έφτασα μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια στο χωριό μου, στην Αρκαδία. Στη Λάστα, δεν ζούσε πλέον ούτε μία ψυχή. Έπαθα σοκ. Περιπλανήθηκα για λίγο στους έρημους δρόμους του χωριού και έφυγα αφού πρώτα τράβηξα  φωτογραφία τον τοίχο της εκκλησίας πάνω στο οποίο έχουν γράψει το υψόμετρο στο οποίο έχει χτιστεί το χωριό: 1150.



Τόσα χρόνια που ακολουθώ τις ορχήστρες –σολίστ με λένε οι άλλοι, πλανόδιο μουσικό ονομάζω τον εαυτό μου εγώ- έχω συνηθίσει να μένω σε ξενοδοχεία. «Σπίτι» το κάνουν κάθε φορά τα γνωστά αντικείμενα που κουβαλώ μαζί μου παντού: η φωτογραφία που είσαι μικρούλα  και σκύβω και σου λέω ένα μυστικό στο αυτί, ο ασημένιος αναπτήρας του παππού σου, η παρτιτούρα από το έργο που μελετώ, αυτή τη φορά είναι το Τρίτο του Ραχμάνινωφ και σε αυτά τώρα προστέθηκε και η φωτογραφία με το 1150 της Λάστας.

Αν εξαιρέσεις τις ξαφνικές απώλειες της μνήμης, είμαι πολύ καλά. Να μου γράφεις. Θα τσεκάρω το e-mail μου κάθε πρωί.

Σε φιλώ
ο μπαμπάς σου

(Γρηγόρης Ζερβός, δια χειρός Αθήναιος)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet