index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Γιάννης Καλαφάτης

Γιάννης Καλαφάτης



Ο καπετάνιος Βρίγκας Μιχαήλ –Κιβυρραιώτης



Η Ιστορία!
Τι αβασάνιστες πληροφορίες συνεκράτησε
Τι λανθασμένες φήμες μας μετέδωσε!
Πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες!


Ν.Εγγονόπουλος
«Το κουτί της Πανδώρας»



Είς Πάνον Θεοδωρίδην

Έχω σκοπό, την μπλογκερία να διασκεδάσω με την διήγηση μιάς ιστορίας καλοκαιρινής- βυζαντινής,  απΆ αυτές που ζήσαν όσοι  αναμετρήσαν, της θάλασσας το βάθος,  με κείνο της ψυχής τΆ ανθρώπου.
 
Ο καπετάνιος Βρίγκας Μιχαήλ –Κιβυρραιώτης-
ξαπλωμένος
στην πλωριά κουκέττα
όπου ομοίαζεν
ώς φερετρόν του
και  όρθιος
ο μισοφέγγαρος
φαλλός του.

Από την αλaμπάντα
ο Ντοτόρε [μεγαλογιατρός]  Μπαγκάσας Σιμωνίας
στου «Βουκενταύρου»
την πρυμνιά καμπίνα [owners cabin]
σα φάλαινα ξεφύσαγε
γαμίζωντας [ θα τόθελε]
είς εορτήν 
«των γάμων της θαλάσσης»
την μπέλλα Περιστέρα
Γκαμπριέλλα Κολομπίν.

Περασμένα μεγαλεία
για πεσμένα «εργαλεία»
και διηγώντας τα
να κλαίς ή να γελάς

Mα  η Περιστέρα
σαν που ο Μπαγκάσας μεγαλογιατρός 
χαμαικαυλίζων κίναγε
ανάσκελα
να ρονχαλίζει
αναζητούσε το σιφώνι
και το πύρ το υγρόν
στου ηλιοκα(η)μένου
Μιχαλάκη Βρίγκα
την αγκάλη.

Στο τέλος των διακοπών
σα δέσανε
στου Βουκολέοντα τον λιμένα
αλα μπρατσέτο
ο Σιμωνίας και η Γκαμπριέλλα
τονέ χαιρέτησαν
από τη νάβα «Τutto il Mondo»
«Ολος ο Κόσμος» παναπεί
που θα τους πήγαινε ξανά
στη  Βενετία!

Ο καπετάνιος Βρίγκας Μιχαήλ –Κιβυρραιώτης-
δάκρυσε
σα θυμήθηκε
πώς
ο Πρωτοσπαθάριος Ιωάννης Τσιριγώτης ο Σαχλός
μιας εξαρχής
τούχε ξεκόψει:
«Της Βενετσιάνας η αγάπη είναι το χρήμα… κάτι ξεύρω και εγώ»! 
 

 




Νοσταλγικά πόδια

TΆ Αναφιώτικα είναι μια περιοχή που με «πληγώνει». Mεγάλωσα κατά κάποιο τρόπο και στην Πλατεία Ραγκαβά, εκεί που μια φορά και ένα καιρό ήτανε το θρυλικό -και σχεδόν ξεχασμένο πιά-  Τζάζ κλάμπ του Μπαράκου κι από κάτω οι «Αστερισμοί», το κλάμπ των τραβεστί. Θαμώνας τακτικός, χειμώνες και καλοκαίρια, θυμάμαι ακόμη τον Τζώνη Λαμπίτσι καθισμένο στο γρασίδι να δείχνει σΆ ένα μαγεμένο πιτσιρικά, δηλαδή εμένα, συγχορδίες στην κιθάρα. «Μου λείπεις» είπα στο παλιό κτίσμα και στις αφημένες εκεί αναμνήσεις και κατηφόρισα προς το Μοναστηράκι. ΑπΆ τον σταθμό του τρένου τόκοψα με τα πόδια προς Μεταξουργείο.

Το Μεταξουργείο είναι γεμάτο μπουρδέλα σχεδόν σαν από πάντα. Ποτέ δεν γύρεψα να μάθω το γιατί, θυμάμαι όμως ακόμη μια πουτάνα να βρίζει μιαν άλλη συναδελφό της εντελώς θυμοσοφικά:«Aντε να χαθείς μωρή… που πηγαίνεις για δυό σουβλάκια στην Κουμουντούρου». Α, στην Κουμουντούρου έμενε και η Σαπφώ Νοταρά,η αρχόντισσα της μοναξιάς, «ο ετοιμοθάνατος γελωτοποιός» καταπώς έγραψε ο Ματθαίος Μουντές για αυτήν. Μέχρι που τη βρήκανε πεθαμένη, μέρες μετά, αφότου η σήψη είχε βάλει στο κορμί της… μπουρλόοοτο!

Bγήκα στη πλατεία Καραϊσκάκη, εκεί απΆ όπου στα γεγονότα της Κύπρου… περνάγανε, «προδομένοι» ήδη, οι επίστρατοι καταδρομείς τραγουδώντας απΆ τα πούλμαν το «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γή των Μακεδόνων». Αργότερα στο Νοέμβρη του Πολυτεχνείου
οι διαδηλωτές καίγανε λάστιχα για να εξουδετερώνουνε τα δακρυγόνα. Φυσικά καμμία ομοιότης με τις γιορτές και τα συνθήματα του σήμερα.Τα συνθήματα είναι για να λέγονται στην ώρα τους, αλλέως ετεροχρονισμένα φαλτσάρουν στΆ αυτιά των εχόντων Μέμορην: «Χοιροβοσκέ μαλάκα…σου κάνουμε όλοι πλάκα».     

Πήρα τα νοσταλγικά πόδια μου και τράβηξα σιγά σιγά από τη Λένορμαν για Κολωνό… Έφθασα στην πλατεία Κολωνού στο καφενείο του Λουκάτου και περίμενα να βγούνε έξω οι γραφικοί «αλήτες» που δέρνανε τους πάντες και τα πάντα, έτσι για μαγκιά και αντριλίκι. Ο Κουτρούλης, ο Καλαμάτας, ο Τράμπαλης, κι ο λαϊκός Κολωνός που όταν συναντιότανε με τα παιδιά του Κολλεγίου στο σχολικό πρωτάθλημα φώναζε σύσσωμος: «Ko..Κo..Κολωνός, από πίσω κι από μπρός» θέλοντας έτσι να δείξει ότι ο λαός έσκιζε κώλους, γαμούσε άμα λάχει!             

Τίποτε απΆ όλα αυτά δε συνέβη. Μπήκα στο λεωφορείο προς Aγιο Ιερόθεο και κατέβηκα δυό στάσεις μετά το νεκροταφείο. Είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά και κατευθύνθηκα προς το «Γρανάζι»… Ο Θανάσης ο 9,61, είκοσι χρόνια μετά και τριάντα κιλά βαρύτερος  έβαλε μια  LuciferΆs μπροστά μου και στα πλατώ ο Michael Franks ήδη τραγουδούσε «Love is A Chain Reaction».   







Η άκρα Αταξία


Aγιος βαρυθύμησεν οπού οι ευσεβείς πενθούσαν και στενοχωρούντο εν πτωχεία, μη έχοντες παρά στρουθίων ψιχία γιά να εορτάσουν το δωδεκάμερον. Μεσίτευσεν λοιπόν τω Θεώ του παντός ός και αφήρεσεν εκ του κόσμου την απάτην, την απατεωνίαν, την κλοπήν, την υπεξαίρεσιν, την υπερτιμολόγησιν, την υποτιμολόγησιν, τας σφαλεράς τιμάς χονδρικής και παραγωγού, την νοθείαν των οψωνίων,τας βεβλαμένας ύλας. Όρισεν δε ηθικήν αξίαν να έχωσιν αι μπαγκανόται, ήτοι να επιστρέφωσιν αυθωρεί εις τα θυλάκια των καλοπληρωτών , εάν το προϊόν έκρυβεν έκνομον ποιότητα. Συντούτοις, επέτρεψεν να πέσει στάχτη και τύφος στα όμματα των εμπόρων και ενόσω εισέπρατταν χρήματα, να πιστεύουν ότι ζούνε προ τριακοντα και πέντε ετών, άρα να δέχονται τας τότε τιμάς των προϊόντων.
Πήγε η πτωχολογιά, και ψώνισε το σύμπαν. Πήραν γαλόπουλα, χοιρινά, σαλιάτας και αμμανίτας, υποδήματα, παλτό και νοτζαράδαις,άπειρον πλήθος φατνών και αηβασίληδων, είτα κρασία και μπίρας επαναζύμωσης,πορτό και  σέρι. Γέμισαν τα οσπήτια με καλούδια και μουζικαίς ήκούγοντο από τα κλειστά σκούρα των σαλονοκουζινών. Ο Aγιος εχάρη και ελιβάνισεν τους θρόνους της Τριάδος.
Αλλά αι αγοραί συντόμως απεκδύθησαν τα έκνομα και βάσει της οδηγίας του Θεού,  πάν ό,τι ήτο λαθραίον, μαϊμού, άλλον αντί άλλου, μη βιολογικόν, μη οικολογικόν, πλαστόν και μη γνήσιον, ψευδές , δυσεπίγραφον, ανεπίγραφον και σκοτεινής μαγιάς, ελύθη και εδιαλύθη. Από τα γαλόπουλα απέμειναν οι οφθαλμοί και οι όνυχες. Τα χοιρινά συρρικνώθηκαν εις μέγεθος λευκού μυός, ενώ τα ρούχα έγιναν ένα μάτσο πλαστικαίς κλωσταίς. Τα πλαστικά είδη μετετράπησαν εις σταγόνας αηδούς δυσόσμου υγρού. Από τον άρτον απόμεινεν ξυλώδης τις ύλη, ενώ τα τυριά και τα γάλατα αφήκαν ένα αμελητέον ίχνος τσίρου. Παν ό,τι ηγοράσθη, ακυρωθηκε, το ίδιο και η αγοραπωλησία ως πράξις καθόλου. Οι πτωχοί επομένως ,είδαν τα θυλάκιά των γεμάτα φραγκοδίφραγκα 35ετίας και τον μόδιόν των  γυμνόν τροφίμων και ποτών.
Αυτά συνέβησαν ανήμερα της Αγίας Αναστασίας και παραμονήν της του Χριστού γεννήσεως έπεσε τέτοια λόρδα στο πόπολο, ώστε οι άνθρωποι, καθαροί ηθικώς και απαλλαγμένοι του πάθους της απάτης, τους έπιασε μαυροφόρα απελπισιά. Αυταίς ταις εορταίς θα ταις περνούσαν τίμιοι, πλήν θα λιμοκτονούσαν εν λαμπρή οντότητι.
Διό και εβόησαν των Αγίω , τύπτοντες την γκλάβαν και τίλλοντες πασαν του σώματος τριχωτήν ουσίαν, αιτούντες άμεσον επιστροφήν εις τους λειμώνας της απάτης, της νοθείας και της κακομοιριάς. Ανήμερα των Χριστουγέννων, η άκρα Αταξία απεκατεστάθη και όλοι ήφαγαν τα αωρί επιστραφέντα και εχόρτασαν, δοξάζοντες τον Κύριον, άφραγκοι και ευτυχείς.

Και δώρα φέροντες Πετεφρής  (http://petefris.blogspot.com)






Λόγος «Εν – στικτώδης»  κατά της Ακηδίας μου!


Αμαρτία είναι που δε νοιώθω
ένας κι ολόκληρος;
«Ο πόλεμος, ο σκοτωμένος κι ο τόπος του»
Ν. Γ. Πεντζίκης.


- Εμένα, κανείς δε με καταλαβαίνει κι ούτε με γνοιάζεται!

ΣΆ έχω ακούσει χιλιάδες φορές να συλλογιέσαι πώς ο ουρανός σου – ή η ψυχή σου άραγες; - στένεψε, σα σε βάνει κάτω ο καϋμός από ταις λέξεις και ταις πράξεις των ανθρώπων  που επιτρέπουνε  στις βέβαιες  αβεβαιότητες σου νΆ αποχτούνε  σχήμα,  χρώμα,  λάμψη και σκιά.

Μόνο που το σχήμα, το χρώμα, η λάμψη και η σκιά είναι οι αρχές της παραλλαγής σου και του δικού σου κρυψίματος, Βλάκα ! Ναι, μην απορείς, θέλεις να κρυφτείς από τον πολύ εγωισμό σου που τα πράγματα δεν έρχονται όπως συ θέλεις… και δε σε κανακεύουνε  οι άλλοι καταπώς γουστάρεις.

Κακόμοιρε, δε βλέπεις πέρα απΆ τη μύτη σου… οι σκέψεις σου και τα καμωματά σου είναι ίδια μΆ αυτουνού που μας σφυρίζει στΆ αυτιά τόσα ψέμματα για το Θεό και τον Aνθρωπο. Aμορφα μορφωμένε μου Δια - φωτιστή  που δε νογάει το κλούβιο σου κεφάλι (από ταις πολλές γνώσεις του κώλου) γιατί τον ονομάσανε  Διά – βολο (αυτός που χωρίζει ) και όχι Σύμ – βολο (αυτός που ενώνει).      

- Μα…, τούτο μούπανε και κείνο μουκάνανε, δε με θέλουνε, θα φύγω μακριά τους!    

Ρε, σταμάτα επιτέλους να  επαναλαμβάνεις τις σαχλαμάρες του ρε μαλάκα. Έ, μαλάκα!

ΜΆ ανάβεις το κεφάλι σα σε ακούω, Ω,  Εαυτούλη μου,  να προσπαθείς απελπισμένα, με ορμή  από την ακηδία φουσκωμένος, να μαυρίσεις το σημάδι το θεϊκό που στην ψυχή μου έχει το μέγεθος μια τόσης δα κουκκίδας… Εν – στικτόν!

Το σημαδάκι ρε, που ο ζαχαρο – Πλάστης  έβαλε σα κερασάκι στην τούρτα με τα χεράκια του για να μας κάνει πιο γλυκούς, άρτους ηδείς, τσουρέκια ρε ηλίθιε κι άς είμαστε αχεροποίητοι  ρε βλάκα, παναθεμά  τη μαύρη  πίκρα σου κι όσα ζητάς απΆ τους άλλους χωρίς εσύ να τα προσφέρεις. Ας είναι όμως…    

Ανάστηθι μάγκα μου, ξαναστήσου στα πόδια σου. Δεν υπάρχει αυτό που λέγεται  down… έλα τώρα  να σιωπήσουμε και να προχωρήσουμε προς τα εμπρός έστω και με βήμα χελώνας!
 
Ένας εγώ, φαινομενικά, ο διχασμένος και ταλαίπωρος. Τρείς Εσείς, κι όμως Ένας κι ολόκληρος … Κύριε Ιησού Χριστέ  Ελεησόν με! 

Ακηδία (η) {χωρ. πληθ.} (λογ.) η έλλειψη φροντίδας και ενδιαφέροντος ΣΥΝ. αδιαφορία, αμέλεια, παραμέληση. [ΕΤΥΜ, αρχ. <άκηδής}.












Χαλβά με μέλι…ίνα εσθίητε και πίνητε επί της Τραπέζης μου

Μικρός έκανα μεγάλη χαρά σα μαζευόμασταν τα βράδια, σχεδόν όλη η οικογένεια,  στο πατρικό του πατέρα μου. Τα πρόσωπα εναλλάσονταν και κάποιοι απείχαν (τότε δεν καταλάβαινα τον λόγο) σχεδόν μόνιμα. Στον κόσμο ενός παιδιού στηνόταν ένα πραγματικό πανηγύρι των αισθήσεων με φόντο ένα πραγματικά λιτό σκηνικό.
 
Ένα παληό τραπέζι, με ελάχιστα πιάτα απΆ όπου όλοι τσιμπούσαμε ομαδικά με τακτικό προορισμό των πηρουνιών μας συνήθως, τη μια και μοναδική τηγανιά πατάτες. Μικρά ποτήρια του κρασιού τόσο για το κρασί όσο  και για τις δύο - απαράλλαχτες  τον αριθμό,  χειμώνα καλοκαίρι - παγωμένες μπύρες, πάντοτε σε πλήρη παραφωνία με τον αριθμό των συνδαιτημόνων, και τη θεία Μαρίκα, τη γρουσούζα, όπως την φώναζε ο αδερφός της ο θείος Τάκης, σε χρέη μαγείρισσας αλλά και επόπτη με τη φωνή βαρειά απΆ τα τσιγάρα του Καρέλια  να υποδεικνύει: «Μη τρώτε γρήγορα, να φάνε όλοι, Ε! εσύ μη βάζεις όλες τις πατάτες στο πιάτο σου και μη πλαταγίζεις τα χείλια σου».     

Γινόταν μεγάλο καλαμπούρι ή τουλάχιστον έτσι μου φάνταζε. Οι συζητήσεις
δίνανε και παίρνανε, ένας ή και όλοι μαζί κορόϊδευαν, με αγάπη και χαζοεγωισμό  ενίοτε, κάποιον ομοτράπεζο για  για τις αποτυχίες του στην καθημερινοτητά του, ενώ εκείνος  αφού μετεχειρίζετο όλες ταις προφάσεις εν αμαρτίαις, στο τέλος υπέκυπτε και κορόϊδευε κι αφτός τα μούτρα του, πλήν όμως εξομολογημένος, αναπαμένος και χαρούμενος δια την αποδοχήν – έστω και δι εκείνην την βραδιάν - των υπολοίπων.

Δυο φορές την εβδομάδα – τόσο επέτρεπε το βαλάντιον – ερχόταν η μεγάλη στιγμή.
Ο μπαρμπά Μήτσος, μεγαλύτερος αδελφός και προεστώς όλων, σε ανύποπτο χρόνο και εις τύπον αρχιερέως, ξεκρέμαγε την μεγάλη  τηγάνα – «της σχωρεμένης της μάνας μας», μονολόγαγε πάντοτε – και ξεκίναγε να καβουρντίζει στο πετρογκάζι το λαδάκι, το σιμιγδάλι και τΆ αμύγδαλα, όσο να ξανθήνουν. Γέμιζε το σιμιγδάλι κι η κανέλλα τον αέρα της κουζίνας και γλύκαινε η καρδιά μας ακούγοντας τη «Ραδιοφωνική Βιβλιοθήκη»  κάθε Τετάρτη και Κυριακή. Τη θυμάστε οι παλιότεροι;

Μεγαλώνοντας κατάλαβα πόσο πόνο κρύβαν οι ψυχές αυτές μέσα τους,  πιο πολύ  η
θεία η Μαρίκα, η γρουσούζα, και πόσο τις βοηθούσε να ζήσουν την επόμενη μέρα αυτό το ομοτράπεζον (ακόμα και αυτούς που απείχαν) . Τα σύνδειπνα ήταν και εξακολουθούν  να είναι μια τελετή, το στερνό «φυσικό μυστήριο» της οικογένειας, της φιλίας και της ζωής που θέλανε έστω κι αποτυχημένα να είναι κάτι παραπάνω από «χαμαισυνείδητη». Μπορεί να μη καταλαβαίναμε το κάτι παραπάνω, αλλά πεινούσαμε και διψούσαμε τη «μυστηριακή ζωή» όλοι μας.  

«Ο άνθρωπος είναι αυτό που τρώει» μας είπε ο ματεριαλιστής φιλόσοφος Λουδοβίκος Φόγιερμπαχ  και είχε δίκηο. Κείνα τα βράδια τρώγαμε και πίναμε Θεό και γινόμασταν Θεοί κατά μετοχήν και χάρι (η).              
Επι της Τραπέζης σου… Του Δείπνου σου του Μυστικού κοινωνoύς παραλαβέ μας και γλυκανέ μας Κύριε!


Χαλβάς με μέλι σε μεγάλη τηγάνα

1 ποτήρι ελαιόλαδο.
2 ποτήρια σιμιγδάλι.
1 ποτήρι αμύγδαλα χοντροκομμένα.
1 ξυλάκι κανέλα.
1 ποτήρι μέλι.
3 ποτήρια νερό.
1/2 ποτήρι σταφίδες.

Βάζουμε το ελαιόλαδο σε μεγάλη τηγάνα να ζεσταθεί. Ρίχνουμε τα αμύγδαλα και το σιμιγδάλι να καβουρντιστούν μέχρι να ξανθήνουν. Σε μια κατσαρόλα βράζουμε εν τω μεταξύ το μέλι με το νερό, τις σταφίδες και την κανέλα για 2-3 λεπτά και προσθέτουμε το περιεχόμενο της μεγάλης τηγάνας  προσεκτικά στην κατσαρόλα ανακατεύοντας συνεχώς μέχρι να πήξει το σιμιγδάλι. Σβήνομε τη φωτιά, αδειάζουμε σε πιατέλα και πασπαλίζουμε με κανέλλα σκόνη και γλυκό κουταλιού ή ασπρισμένα αμύγδαλα ή κουκουνάρια






O τω πόνω προδανεισθείς χρόνος


Κι ως έχανα τις διαστάσεις ολότελα
βγαλμένος απΆ την αθώα προοπτική μου
στης ερημιάς αφέθηκα την κόψη

Ν.Καρούζος
«Οι Βράχοι της Ύδρας»
 
Ω, Κύριε. στον αντικαθρεφτισμό μου σε τούτη την Νταγκεροτυπική μου εικόνα αναγνωρίζω το πελαγίσιο μονοπάτι με τις πολλές στροφές όπου με σύνεση και ασυνενοησία, υπομονή και ανυπομονησία,  σωφροσύνη αλλά και παραφροσύνη, τα πλάσματα των χειρών Σου – μη μου παρίδης το κάλλος, κοίτα κι εμένανε - στους αιώνες περπατούμε.

Αθώα νιότη, γρήγορη νιότη, ακριβή μου νιότη.

Τότε και τώρα που πίστεψα πώς όλος ο κόσμος μιαν αγκάλη ζεστή ήταν και εν δυνάμει είναι. Τότε που  οι άφεγγαρες νύχτες του χειμώνα ζεσταινόντουσαν απΆ τις ματιές και τις χερονομίες του θείου αλλά και Θείου Δημητράκη, με τα δίωρα, ευτυχισμένου τέλους,  παραμύθια του και τις απορημένες μας ανάσες μέσα απΆ τις κουβέρτες, με την ξινή απΆ των πολλών σωμάτων νοτισμένες μυρωδιά τους.

Υποπτεύουμαι, μας ιστορούσε για το καταπώς τιμόνευε την δική του τη βαρκούλα ψάχνοντας τον ου τόπο με τρόπο παιδικά θαρρετικό, και τον λογιέμαι πιότερα καλό αρμενιστή  τώρα που λάμνω στη δική μου, άνδρας μοναχικός και ξέπνοος πολλές φορές, παλευoντάς με νΆ αστρονομιστώ με τον πνευματικά μαρτυρημένο δρόμο της καταλλαγής σου.

Είμαι εδώ, στα μισά του κόπου, μεσοπέλαγος, με ξοδεμένο πολύ απΆ το χρόνο που μου έδωσες πασχίζοντας  νΆ  απαντηθώ με τους ανθρώπους πίσω απΆ τις λέξεις. Κάθε μου λέξη και μια σχεδόν αποτυχία, κάθε φωτογραφία και ένα βλέμμα εν εσόπτρω και εκ μέρους. Ποτέ το όλον, κι όμως σε διψώ, πόσο σε διψώ, σαν τις κοιτώ, τούτες τις λιγοστές παλιές φωτογραφίες, στης λάμπας μου το φώς το εσπερινό.

Ω, Κύριε. πονώ κοιταζοντάς τες. Πονώ από τότε που με ζόρι σμπρώχνοντας κι ανερώτητο μΆ έριξες στην ερημιά της κόψης των παθών μου, να βρώ με πρόσταξες – πλην όμως με αγάπη - το τέλος μου που θάναι κι η αρχή μου. 

…κι η ερημιά Σου τύλιξε την ακριβή μου νιότη! 




Αλυς, έχω του δυστυχείν γνώση

Στον  Ασημο Γραφέα

Τρικλίζοντας ανάμεσα στις λέξεις
και τις σκέψεις,
πασχίζω μήπως βρω παρηγοριά
στον πόνο με τη φλύαρη αλφαβήτα.
 

Ιχνογραφώντας το κενό μου,
γυρεύω απαντήσεις να μΆ ανακουφίσουν
γνωρίζοντας πως κατά βάθος τέτοιες
δεν υπάρχουν…
μόνο ροές-ζωές που την αλήθεια πραγματώνουν.


Είμαι δειλός για να πιστέψω αυτό το κάτι,
πως δηλαδή ο Ουρανός μπορεί να νοιάζεται για μένα;
Μα η καρδιά μου για τΆ αντίθετο με βεβαιώνει,
χτυπώντας δυνατά κάθε φορά που πίσω μου
μΆ αφήνω.



Καλλωπίζω παναπεί πως γίνομαι οσμή ευωδίας υδατικής,
για να ποτίσουν οι άλλοι τα όνειρά τους,
κι έτσι τους αγκαλιάζω
με τη σαθρωμένη ή ματωμένη
μου (δεν είμαι σίγουρος) Αλήθεια.


_____________________________________________________________
Αλυς = κόκκινος
«κάτωθεν μεν ποταμός Αλυς ταις όχθαις καλλωπίζων τον τόπον…»
                                                                                Γρηγόριος Νύσσης




Αποθαλασσία


Xμ...
Ο «Απηλιώτης», ένα πενηνταπεντάρι μονοκάταρτο με μουδαρισμένη τη μαΐστρα και κουπασταρισμένος μέχρι τα μπούνια, κοντραστάριζε τα κύματα που στρώνει στο μπουγάζι της Παροναξιάς το καλοκαιρινό μελτέμι. H Λουτσία ήρθε, ξάπλωσε δίπλα στην τιμονιέρα ανάμεσα στο deck και το σοφράνο μπαλαούρο, «κοντά στον καπιτάνο» είπε με νάζι «cosi mi sento sicura»*.

Ο αιγαιοπελαγίτικος ήλιος και η αλμύρα απΆ το spray της θάλασσας ξεραίνουν το κορμί μα ταντανίζουν τις αισθήσεις. Τα γαλαζοπράσινα μάτια της, τα μαζεμένα με επιτήδευση σΆ έναν πρόχειρο κότσο ξανθοκάστανα μαλλιά της και το ηλιοκαμένο κορμί της όμοιο με γαζέλα ήταν ένας πειρασμός από κείνους πούβλεπε ολοζώντανους ο Μέγας Αντώνιος θαμμένος ζωντανός στην έρημο.

Από την αρχή του ταξιδιού μού έδειξε την προτίμησή της μπροστά στον φινταντσάτο της* και τους υπολοίπους με το να εφευρίσκει ανύπαρκτους λόγους ώστε να βρίσκεται συνεχώς κοντά μου, ακόμα και να μΆ αγγίζει.

To παιχνίδι του θηλυκού είναι σαν τον ωκεανό: άπειρο στις μορφές του, βίαιο ή κάλμο, μα ωκεανός. Η Λουτσία έπαιζε και κανείς τους δεν καταλάβαινε το γιατί, ούτε κι η ίδια. Ο τρόπος που τόκανε όμως ήταν αισχρός. Τιμωρούσε τον φινταντσάτο της, φυλακισμένο –άγνωστο για ποιο λόγο- στον κύκλο των λογαριασμών της, κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός εκτός απο κείνο που εγώ κι αυτός ποθούσαμε: να μΆ αφήσει στην ησυχία μου!

ΤΆ απόγιομα πιάσαμε λιμάνι κι αφού σιγούρεψα τον «Απηλιώτη» είπα να ξεμπερδέψω με την καλά κακομαθημένη Μπρεσιάνα*. Βγήκα στο μόλο και μΆ ένα αίσθημα ανακούφισης βρέθηκα πολύ σύντομα να πίνω καϊπιρίνιες με μια Γαλλίδα από τη Λαροσέλ. Ο καλός ο καπετάνιος, σαν τον καλλιτέχνη και ίσως και τον ευγενή, δεν ανήκει σε καμμιά τάξη, προσαρμόζεται και στΆ απλοϊκά και στην Ετικέττα της Αυλής.

Διέκρινα, αν θυμάμαι καλά, ένα αιφνίδιο θυμό στο βλέμμα της σαν με είδε να κρατώ το χέρι μιας άλλης. Μέχρι το τέλος του ταξιδιού δε με ξαναπλησίασε. Ο φινταντσάτος πέρασε μεγάλες φουσκοθαλασσιές, αργότερα έμαθα παντρευτήκανε.
 
Ασυνείδητα ίσως, μετράει μέσα μας η υποταγή των άλλων στα θέλω μας και μας θυμώνουν πολύ αυτοί που ξεφεύγουν από την επιρροή μας. Καμμιά πληγή δεν είναι πιο καυτή, νομίζω, για έναν γυναικείο εγωισμό από δαύτη!


*για να αισθάνομαι ασφαλής.
*φινταντσάτος = αραββωνιάρης, γκόμενος.
*Μπρεσιάνα = γυναίκα από την Μπρέσια, έχουν φήμη ως πουτάνες (και στην συμπεριφορά).
* Αποθαλασσία ή σάλος [κοινώς βουβό κύμα, φουσκοθαλασσιά ή ρεστία – swell (σουέλ)] ονομάζεται ο κυματισμός εκείνος που δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα στο χρόνο που παρατηρείται αυτός, αλλά σε άνεμο που έπνεε σε προηγούμενο χρόνο, ενίοτε και ημέρες πριν, ή σε άλλη περιοχή.
 





Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε ουδενός!


Χτίστηκαν και γκρεμίστηκαν  τα ονειρά μου πολλές φορές σε τούτη τη ζωή. Στο πατρικό μας σπίτι   η λεκάνη της τούρκικης τουαλέτας ήταν ένα ξύλινο τετράγωνο κουτί με τρύπα στη μέση  και από δίπλα περασμένα σΆ ένα  σύρμα  μικρά κομμένα τετράγωνα χαρτάκια,  το περιοδικό «Ρομάντζο»,  για να σκουπίζουμε τον κώλο μας. Κι αργότερα το «Φαντάζιο». Το φαντάζεστε;  Να μεγαλώνεις σκουπίζοντας τον κώλο σου σε Ρόμαντζα και Φαντασίες  για τα «ωραία και μεγάλα», δηλαδή  νάχεις χεσμένα τα ονειρά σου.  

Τρακάριζα με την πραγματικότητα σε καθημερινή βάση. Γύρισα κάποτε μετά απο πέντε μέρες στο σπίτι  και κανείς δε ρώτησε που ήμουνα. Σηκώσανε τα μάτια πάνω απΆ την τσόχα και την τράπουλα, «…στο ψυγείο έχει φαγητό…άμα πεινάς φάε» και  ξαναρίξανε τα μάτια στην τράπουλα – παγίδα.  Ητανε η πρώτη φορά που κατάλαβα  τι παναπεί άστεγος. Δεν είχα ανθρώπους!

Δεν τόβαζα κάτω. Α μπά, δεν είμαι εγώ απΆ αυτούς τους τύπους. «Θα κινήσω να  βρώ τους δικούς μου…» έλεγα μέσα μου, ενώ ετοιμαζόμουνα να ξανασαλτάρω με περισσότερη φόρα πάνω στον τοίχο. Τον ξέρετε τον τοίχο; Αυτόν που χτίζουμε όλοι  με τα όνειρα  μας, για το πώς πρέπει νάναι οι άνθρώποι μας, δηλαδή το σπίτι μας. Έτσι χτίζουμε τάφους κεκονιαμένους.

Ερωτεύτηκα ή μάλλον νόμισα πως συνέβηκε κάτι τέτοιο, κι ανάγκασα έναν άνθρωπο να γκρεμίσει το σπίτι του για να το χτίσει όπως εγώ ήθελα. Μόλις έβαλε και το κλειδί στην πόρτα, της έκλεισα κατάμουτρα τη δική μου, γκρεμίζοντας την συθέμελα.
Στο τελευταίο της γράμμα, προτού πεθάνει, μου ζητούσε να  την πάρω στα σοβαρά παρόλο πούγραφε για νέα που δεν υπήρχαν.

-Στο Θεό, παιδί μου, πηγαίνουμε γυμνοί κι όχι φορώντας τα καλά μας, με σχέδια στις αποσκευές μας για να τα εγκρίνει, είπε ο ενδεδυμένος το ζωοποιόν πένθος, γερό Ιερεμίας, ενώ ξέπλενε τα λουμινένια τενεκάκια μας απΆ το ρεβυθόριζο.

Κείνο το βράδυ ξάπλωσα σα το φεγγάρι σε σκοτεινό ουρανό, μΆ ένα χαμόγελο φωτεινό. Αστεγος, χωρίς όνειρα, είχα αρχίσει να χτίζω λέγοντας «Ευχαριστώ για απόψε... Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε ουδενός»!






   Παιδικαί εξομολογήσεις

Τώ ελλογιμωτάτω κυρίω
Γ.Μ.Βιζυηνώ
κατά την ενδεκάτην Μαϊου 2006
Ξενοδοχείον Μέμορη


Η είδηση της επισκέψεώς σας με γέμισε δυσθυμία κι ένα ολοένα αυξανόμενο εκνευρισμό. Με τους ανθρώπους του ισναφιού σας  μου είτανε πάντα δύσκολο νΆ αποφασίσω πώς να  φερθώ. Γιώργους που τους λένε Γιωργήδες, ραφτάκια που ονειρεύονται να παντρεφτούνε  Φρα -Βασιλοπούλες και άλλες τέτοιες ανόητες ρομαντικές ευαισθησίες… ενός από τους «καταραμένους» εγωίσταρους!
    Α! Βέβαια, μην το αρνείστε…τους άλλους γνωρίζατε πώς να  στρέφετε στην πραγματικότητα, γραφοντάς τους: «ενώ τα όνειρα κρυφοπατούνε / και περιπαίζουνε και απατούνε/ και τους μεγάλους και τους μικρούς». Στον εαυτό σας όμως τραγουδάγατε καταγοητεύμενος το τραγούδι των Σειρήνων, νομίζοντας τάχα μου, πώς είστε συνάμα κι Οδυσσέας. Τι ειρωνεία!
       Ο ομότεχνός σας Σκιαθίτης, o Παπαδιαμάντης, έκανε πολύ καλά και σιώπησε –διακινδυνεύοντας το πρόσωπο– όντας ταπεινός αφού τάπαιρνε στο κεφάλι  για μια τυρόπιτα που δεν ήτανε Σκιαθίτικη, ενώ εσείς… η μηλιά  μηλέα.
       Μα τι σας τα γράφω όμως;… εδώ μέχρι και τον ξενοδόχο μας έχετε καταφέρει να μπερδέψετε μΆ αυτή σας την αρρωστημένη  γοητεία, ώστε να πατά με τόνα πόδι σε σας, και την αστική σας –δήθεν σαλότητα (εγώ ιδιοτροπία την αποκαλώ)– και με τΆ άλλο στον  σαλό της γενιάς του ΅30,  πλην όμως δια Χριστόν: Τζου – ντέο  – λιο  Καϊμη.
      Το μεταλλείο ήταν μπροστά σας, κι εσείς τι κάνατε; αντί  να σκάψετε, όπως μπορούσατε και όπως είχατε υποχρέωση, το μόνο που καταφέρατε ήταν να μας χαρίσετε λίγα ψήγματα χρυσίου, μένοντας στην επιφάνεια σας, και  αρνούμενος  με το ίδιο χαριτωμένο παιδικό  πείσμα  που αρνιούνται τα παιδάκια να μπούν στη κολυμπήθρα, να γίνετε χρυσός κατά χάριν και μετοχήν, τρέχατε πίσω από αναθετούς πατέρες, χρυσωρυχεία  και συφιλιδικούς γεροντοέρωτες. Τι αλόγιστη σπατάλη! 
    Σας το λέω, δεν έχω καμιά απολύτως διάθεση να σας συναντήσω κατά την διάρκεια της επισκεψής σας στο Ξενοδοχείο της Μεμορής μου.  Ειλικρινά σας εξομολογούμαι, φοβούμαι, μην κάποιες σκέψεις μου, ή χειρότερα ακόμα, η ίδια μου η μοίρα…είστε εσείς!



Φωτο: Winnie


Ένα λουλούδι φυτεμένο στη γλώσσα του μέλλοντος αιώνος

Ποιός
είπε, πώς όλα πέθαναν για μας
όταν το μάτι μας έσβησε;

Πώλ Τσέλαν, «Του κανενός το ρόδο».

Το Γιώργη Παπαδόπουλο τόνε γνωρίσαμε μέσα απΆ τις διηγήσεις της γυναίκας του, της Λαμπρινής. Τη θυμάμαι πάντα μαυροφόρα, εν ειρήνη ζαρωμένη στο καρεκλάκι της, με τα κρεβάτια μας ένα γύρω, να ζωγραφίζει με τις λέξεις της στην παιδική μας φαντασία τους καλογεροκαβαλλάρηδες του Θεσσαλικού κάμπου, που πάλευαν στα χίλια εννιακόσια σαράντα κάτι, ενάντια στο θάνατο με τα γαλάζια μάτια, κι αργότερα εκείνο τον χειρότερο, με τα μάτια τα ελληνικά.

Στο κομοδίνο της, σε μια φωτογραφία sepia παλιά, τα ερωτευμένα μάτια μιας κοπέλας με κοτσίδες τα μαλλιά, στην αγκαλιά του άντρα και των πέντε της παιδιών, μας ιστορούσανε μια Λαμπρινή αλλοτινή.

Ο παπα - Ηλίας που παράδωσε το Γιώργο της στα χέρια του θανάτου, κρατώντας στο δικό του χέρι του το Ιερό Ευαγγέλιο, ο Schinderhannes*, ο Ιούδας, κι όλου του κόσμου τούτου οι εφιάλτες, μπλε, πράσινο, μαύρο, κι ελληνικό ακόμα, είχαν το διάφορο στα μάτια. Ένα μονάχα είχαν κοινό. Προδίνανε γιατί πονάγανε, και τον θάνατο σκορπίζανε αφού δε θέλανε ή δεν ξέρανε πως νΆ αντικρίσουν την Αγάπη .

Εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν...
Ινα και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν.

Τις τελευταίες μέρες της επίγειας παρουσίας του ο Γιώργης Παπαδόπουλος, τις πέρασε κάνοντας αυτό που η τραχιά ζωή του αγρότη από παιδί τον έμαθε να κάνει. Έσκαβε, έσκαβε μέσα του, κι όταν έσπασε επιτέλους τη σιωπή του, χάρισε στην Λαμπρινή, ένα λουλούδι φυτεμένο στη γλώσσα του μέλλοντος αιώνος...την προσευχή. Τα ρήματα ζωής αιωνίου είναι λέξεις για τις οποίων την πατρότητα οι κριτικοί, ανόητα ερίζουν. «...Είναι του Τσέλαν ή του Γκολ...;», μη γνωρίζοντας ότι οι αμάραντες λέξεις, όμοια με το ρόδο, ανήκουν σΆ όλους και κανέναν.

«Xωρίς όνειρο, δε ζεις. Aπλά επιβιώνεις Λαμπρινή...» της είπε, και βάδισε προς τη ζωή περνώντας μέσα απ' το θάνατο δια τυφεκισμού.

* Schinderhannes, Γερμανός ληστής ειδικευμένος στις δολοφονίες Εβραίων, ήρωας του ομώνυμου ποιήματος του Απολλιναίρ.


Σπάνια  γράφω και μιλώ σε πρώτο πρόσωπο

Η μάνα μου με κυνήγαγε από μικρό λέγοντάς μου: «Να μάθεις γράμματα, να μην έχεις ανάγκη κανένα». Σα μεγάλωσα κατάλαβα, ότι στα γράμματα νόμιζε πως βρίσκουμε τη σωτηρία από μια ζωή που δε διαλέξαμε οι ίδιοι.

Μια ζωή και μια οικογένεια που δεν υπήρξε ποτέ. Ο πατέρας μου δε μπόρεσε ή δε θέλησε να καταλάβει γιατί παντρεύτηκε τη μάνα μου, κι η δύστυχη γυναίκα αναγκάστηκε να βιώσει την πιο σκληρή μοναξιά. Αυτήν της απούσας παρουσίας.  

«Δε με ρώτησε ούτε μια φορά αν φχαριστήθηκα τον έρωτα μαζί του…» μας ξομολογήθηκε, μΆ ένα  παράπονο μαραμένο, σαν τα πάθη αρχίσανε να καταπέφτουν στην ψυχή της. 

Φοβήθηκε, και μη γνωρίζοντας μετάφερε το φόβο της σε μένα. «Δεν υπάρχει αγάπη πουθενά…», είπα μέσα μου κι αποφάσισα να ζήσω μόνος. Με τράβηξε η θάλασσα, μόνο στη δίφορη αγκαλιά της αναπαυόμουν…λάσκα…μπουράσκα. Βάραγα το λεπίδι με τη γροθιά μου κι όσο μάτωνα τόσο αγρίευα.

Στο καράβι πρωτανακάλυψα ότι πονούσα τους ανθρώπους. Για το τομάρι μου δε νοιαζόμουνα, μΆ είχα ξεγραμμένο, όμως αυτοί οι δύστυχοι που ξημεροβραδιαζόντουσαν στη βαρδιόλα  διαβάζοντας κιτρινισμένα γράμματα και πνίγοντας τον πόθο τους σε πληρωμένα φιλιά  με θλίβανε και με μερεύανε μαζί.

Του καπετάνιου ο λόγος στο βαπόρι είναι νόμος και Θεός είναι ο καπετάνιος, όμως εγώ δεν ήθελα για αυτούς ένα νόμο κι ένα Θεό πλασμένο όπως ο δικός μου με το φόβο. Κίνησα  να τους μιλώ με τα μικρά τους ένα ένα  πασχίζοντας να τους φωνήσω όλους μαζί. «Όλοι μαζί παιδιά περνάμε τη φουρτούνα, το ίδιο μπαγιάτικο ψωμί μας θρέφει όλους. Στη λάσκα μαζί, στη μπουράσκα μαζί». Για να φωνήσεις όλους μαζί, πρέπει νάσαι τρυφερά σκληρός…μαζί. Δε τόξερα!

Με λένε Καπτάν  Νικόλα Βουρλιώτη κι είναι Μικρασιάτικο τΆ όνομά μου. Ταξίδεψα στον κόσμο, με μόνο εφόδιο, του Πολικού τη γνώση. 'Αστρο λαμπρό, που πίστευα κρυφά, θα μΆ οδηγούσε στης καρδιάς και ενός κορμιού τΆ απάνεμο  λιμάνι. Στην Αγάπη της Γυναίκας... μαζί.         
 
Γιάννης Καλαφάτης
Επάγγελμα: ταξίδια στην καθημερινότητα.
Τόπος καταγωγής: Ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα.
(Δια  χειρός  Χοιροβοσκού)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet