index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Βέρθερος

Βέρθερος


Οι γυναίκες των άλλων


Από τα “Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής”:
ΡΟΔΙΑ=SO4H2
 (…)
πάνω σ’ αυτή την κίτρινη
αμμουδιά
είπαμε
-με φαίνεται-
τα πιο έμορφά μας τραγούδια


Στο σπίτι της Σερίφου, πρέπει να είμαστε έξι-επτά άνθρωποι σπαρμένοι σε δωμάτια. Κάποιοι έχουν κατέβει στο λιμάνι για φαγητό. Περιμένω ξαπλωμένος να ζεσταθεί το νερό, ξεφυλλίζοντας περιοδικά της περσινής χρονιάς που βρίσκω στο κομοδίνο. Τους ακούω να κάνουν έρωτα. Κρατάω την αναπνοή μου με τα μάτια καρφωμένα στην ανοιχτή πόρτα που βλέπει στο διάδρομο. Καθώς περνάει βιαστική για το μπάνιο, προφταίνω να δω την καμπύλη του στήθους της κι ένα μικρό σημάδι στο μηρό. Από το παράθυρο έρχεται τώρα πιο δυνατός ο ήχος της νύχτας: γρύλοι.

*

κι όμως εκεί
μας πετροβόλησαν
με πέτρες
και βότσαλα
χουφτιές



Η παρέα διαλύεται, μερικά ζευγάρια έχουν φύγει– μαζί τους κι εκείνη. Συνεχίζουμε να παραγγέλνουμε μπύρες ενώ η Μ. γέρνει νυσταγμένη στον ώμο μου. Δεν έχουμε φακό. Σηκώνομαι να ψάξω για μπακάλικο, παραπατώντας. Γυρίζω όλη τη χώρα τη Φολεγάνδρου ώσπου φτάνω σ’ ένα σημείο απ όπου φαίνεται η θάλασσα. Ανασαίνοντας βαθιά τον παγωμένο αέρα τους βλέπω στο πεζούλι της εκκλησίας: στέκεται μπροστά του με ανοιχτά πόδια και του κρατά το κεφάλι με τα χέρια. Γυρίζω και φεύγω απότομα, δυστυχισμένος.
                                                              
*



και τα βότσαλα ήτανε
τα λευκά
ερωτικά δόντια
των γυναικώνε
π’ αγαπήσαμε.

 

Καθώς αποβιβαζόμαστε κατάκοποι στο λιμάνι της Αμοργού παρατάμε τα πράγματα στη μέση. Ο λιμενικός κινείται προς το μέρος μας χειρονομώντας: γκόου, μούβ, μας φωνάζει. Μετακινούμαστε απρόθυμα στην άκρη και το Ρομίλντα σηκώνει τον καταπέλτη. Η Β. και ο φίλος της αγκαλιασμένοι, μας χαιρετούν απ’ το κατάστρωμα με μανία. Το φόρεμά της ανεμίζει ψηλά ως το εσώρουχο. Σηκώνω το χέρι σ έναν τελευταίο αποχαιρετισμό που συμπίπτει με την εκκωφαντική αναχώρηση του πλοίου.






Οι αποδώ

H Συγγρού είναι ένα όριο πραγματικό και συμβολικό. Όποιος πηγαίνει προς Καλλιθέα ή Νέα Σμύρνη με αυτοκίνητο, διασταυρώνεται για λίγο με τα εξωτικά πουλιά που ζουν τις νύχτες στον παράδρομό της. Η επικίνδυνη ζώνη είναι μικρή. Στρίβοντας αριστερά στη Δαβάκη συναντάς τις εγκαταστάσεις του απέραντου ξενοδοχείου που ήταν πάντα η μικροαστική μας συνοικία, γεμάτη πάρκα, πλατείες, παιδότοπους. Από τις ανοιχτές βεράντες της μπορείς να ακούσεις τον ήχο που κάνει το ποτάμι- η μεγάλη κατάβαση των αυτοκινήτων προς τη θάλασσα- χειμώνα καλοκαίρι.  Εκεί στις «όχθες» της Συγγρού με τις πιπεριές του Σεφέρη, αναπτυσσόταν πάντα ένας κόσμος εκτροπών και νυχτερινών κινδύνων. Από όσο τουλάχιστον θυμάμαι, δεν ξέρω πιο παλιά.

Η Νέα Σμύρνη ήταν το ενδεδειγμένο προάστιο για να μεγαλώσει ένα παιδί και να μην θαφτεί στην επαρχία. Αυτό το παιδί ήμουν κάποτε εγώ. Η πρώτη εικόνα που ανακαλώ είναι του Δημήτρη να με κοιτάζει εξεταστικά. Ύστερα να με καλεί να παίξουμε Πολυτεχνείο, πράγμα που σημαίνει να εκσφενδονίζουμε χωμάτινες οβίδες και νεράντζια σε περαστικούς. Μετά, για χρόνια πολλά, αποτελούμε μια μεγάλη παρέα που σέρνεται στην άδεια πλατεία ψάχνοντας τα κορίτσια. Κορίτσια δεν φαίνονται πουθενά οπότε στο τέλος τρώμε παγωτό καϊμάκι στη σειρά- πρόκειται για σπάνιο έδεσμα  πoυ μας επιβάλλεται λόγω παράδοσης. Συμβιώνουμε ευχάριστα με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του δήμου- το παλούκι, την πυραμίδα, τον μπούρμπουλα, αλλά στoν Γαλαξία ούτε να περάσουμε απέξω. Τρώμε σουβλάκια στο Λευτέρη κι αργότερα χάμπουργκερ στο Canadian. Κατά περίπτωση σκαρφαλώνουμε στη συκιά του Φιλίπ να δούμε τα ερωτικά ακατάλληλα. Ή παίρνουμε το λεωφορείο ως τις Τζιτζιφιές και χωνόμαστε με έξαψη στα υγρά σκοτάδια όπου παίζονται τα δύο έργα σεξ. Εναλλακτικά, το ένα, καράτε.

Ο μεγάλος σεισμός μας βρήκε στον Aδωνι, όλους μαζί, να τρώμε σοκολατίνες. Ζούσαμε και ζούμε ακόμα ομαδικά, σε αγέλες. Στηρίζουμε τον Πανιώνιο, τρώμε τυρόπιτες στον Νίκο και ψηφίζουμε τον ίδιο δήμαρχο. Πίνουμε τα βράδια στο Επιτόκιο ή στο pop και σπάνια εγκαταλείπουμε τη συνοικία μας για την πόλη της Αθήνας, την οποία, ουσιαστικά, αγνοούμε. Όπως αγνοούμε τον κοντινό μας Πειραιά, το Φάληρο, τη Γλυφάδα. Aνθρωποι ακίνητοι και κλειστοί, αν ζούσαμε σε άλλες εποχές θα πεθαίναμε πάνω στο τραπέζι της πρέφας. Καμουφλαρισμένοι σε φιλοπρόοδους πολίτες, αποτελούμε κατά μία έννοια, επίτιμους δημότες Βραχασίου.






Χριστουγεννιάτικο γράμμα

Η μάννα μου είναι Αιγυπτία, Κόπτισσα, πίστευε πολύ στο Χριστό κάποτε και πήγαινε στην εκκλησία, τώρα όμως της τα πήρανε τα εικονίσματα από το δωμάτιο. Κάθεται μόνη στο σπίτι και καπνίζει πέντε πακέτα τσιγάρα την ημέρα. Είναι άρρωστη. Της δίνουν πολλά χάπια. Έχει κάνει κι άλλα παιδιά με  Αιγύπτιους, εγώ ήμουνα το τελευταίο, μ΄εκανε για να κληρονομήσει τη σύνταξη του πατέρα μου που ήταν Έλληνας κι είχε χηρέψει χρόνια πριν. Την παντρεύτηκε στα εβδομήντα του. Έτσι γεννήθηκα εγώ. Όταν ήμουνα πέντε ή έξη πέθανε ο γέρος κι έμεινα με τους Αιγύπτιους. Η μάννα μου καλά-καλά δεν μίλαγε, με κύτταζε μόνο κι έκλαιγε χωρίς λόγο. Δάκρυα. Πολλά δάκρυα. Για μένα ο γέρος άφησε λεφτά στην τράπεζα, δεν ξέρουμε πόσα, κι ένα διαμέρισμα στην Ιμπραημία. Εγώ όμως έφυγα απ΄την Αίγυπτο, ευτυχώς είχα ελληνικό διαβατήριο, έκλεψα τα λεφτά της σύνταξης, κι ήρθα στην Ελλάδα. Έμπλεξα όμως και με πιάσανε. Έξη μήνες τώρα είμαι σε σωφρονιστήριο ανηλίκων, φυλακή δηλαδή. Θα δικαστώ κάποια στιγμή. Δεν ξέρω γιατί είπα να πάρω χαρτί και μολύβι σήμερα και να γράψω, αλλά από πού ν αρχίσω. Θα νομίζετε ότι τα φαντάζομαι κιόλας. Ο πατέρας ήτανε φύλακας στο Ελληνικό νεκροταφείο, με τους εργάτες έσκαβε τους τάφους, σκάλιζε τα ονόματα στα μάρμαρα, ξέθαβε τους νεκρούς άμα περνούσανε τα χρόνια τους και καθάριζε τα κόκαλα πριν τα βάλει σε σιδερένια κουτιά. Εγώ από μικρός έπαιζα με τα κόκαλα των πεθαμένων. Κλοτσούσα τα κρανία σα μπάλες. Τα θυμάμαι και ντρέπομαι λίγο, αλλά μήπως ήξερα κιόλας τι έκανα; Όλη μέρα ο γέρος μου εκεί ήτανε, στα μνήματα. Μ΄έπαιρνε μαζί του για να μη μένω με τη μάννα που κάπνιζε συνέχεια, έλεγε ωχ, ωχ, αμάν, αμάν και έπαιρνε χάπια για να μην πονάνε τα  κόκαλά της και να μην σκέφτεται. Έτσι μου είχε πει. «Για να μην σκέφτομαι». Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα. Έξω οι άνθρωποι γιορτάζουν, τους βλέπω στην τηλεόραση. Εδώ μέσα τι να γιορτάσεις; Είμαι δεκάξι χρόνων, θα γίνω δεκαεφτά το δυο χιλιάδες εφτά. Προσπαθώ από κάπου να πιαστώ αλλά δεν βρίσκω τίποτα. Μόνο τα δάκρυα της μάνας μου. Μόνο αυτά ακόμα γυαλίζουνε τις νύχτες σα μικρά αστεράκια στον ουρανό. Απ΄αυτά παίρνω κουράγιο και σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα, σ΄εσάς, τα παιδιά σας, τις οικογένειές σας. Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος που θα ’ναι καλύτερος για όλους μας. Σίγουρα θα είναι, το πιστεύω ειλικρινά.


Και δώρα φέροντες... Αρης Δαβαράκης (http://www.prosopa.com)




Αντί μπουκιάς, το ποίημα

Πρόθυμος συνήθως για εξομολογήσεις, αυτή τη φορά παγιδεύτηκα. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, ζωή και γραφή είναι δυνατόν να οδηγηθούν σε μετωπική σύγκρουση. Το σύστημα μικρός λογοτέχνης, κατέρρευσε. Στάθηκε αδύνατο να εντοπίσω άλλον συνδαιτυμόνα και παντελώς ακατόρθωτο να καθίσω με τον φτερουγισμένο πατέρα στο (λογοτεχνικό) τραπέζι. Έγραψα όμως για εκείνον κάτι, το οποίο και διάβασε η φίλη μου Λένα. Περνώντας προχθές απ το σπίτι της, αντί για σοκολατάκι μου έβαλε στο χέρι ένα ποίημα του Μιχάλη Γκανά. Μακάρι να δούλευε πάντα έτσι η λογοτεχνία μεταξύ μας: σαν ανταλλακτική οικονομία.

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει το όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θα ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ όπλο του απ το πρωί.
Πώς να του πω «καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δεν φτάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ το κλαδί της μνήμης
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τα όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το λάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ τις μασχάλες πιασ τονε
σα να ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν αχνίζει.

Δώς του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ τα ματοτσίνορα
ν ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.







Η τέχνη του μακιγιάζ

Στην απόσταση του χρόνου το παν εξιδανικεύεται. Πρόκειται για γνωστό μηχανισμό της μνήμης, αρθρωμένον γύρω από σκηνοθετημένες πραγματικότητες όπως οι φωτογραφίες και οι διηγήσεις που τις συνοδεύουν. Ξεναγείσαι στους σταθμούς της ζωής σου υπό τύπον ανεκδοτολογικού περιστατικού (τότε είπες το ψωμί «μαμάγκα» και την Ανθούλα «θεία-Ντου», εδώ τρως σταφύλι στη βεράντα με την ξαδελφούλα σου) ενώ η αγωνία, ο πανικός της ύπαρξης ήταν άλλος: Αν φιλήσω τώρα στα χείλη την ξαδέλφη μου θα με συλλάβουν; Αν κρατήσω την αναπνοή μου θα πεθάνω;

Τα παραδείγματα δεν είναι τυχαία αφού ολόκληρη η παιδική μου ηλικία πραγματεύεται βασικώς δύο ζητήματα: πρώτον γιατί να μην ζούμε κρυμμένοι διαρκώς κάτω από το σεντόνι αγκαλιά με ένα γυμνό κορίτσι και δεύτερον, γιατί να πεθαίνουμε. Κατά μία έννοια δεν υπήρξε ακόμα ενηλικίωση αφού σε κανένα ερώτημα δεν απάντησα πειστικά ούτε συνάντησα ποτέ κάποιον που το έκανε με επιτυχία- κουκουλώματα μόνο και υπεκφυγές.

Σκέφτομαι την εικόνα μου του καλού παιδιού που επιμελώς κατασκεύαζα για χρόνια βουτηγμένος στην αγωνία ότι από ώρα σε ώρα θα αποκαλυφθεί η περί του αντιθέτου αλήθεια. Οι γονείς θα με κοίταζαν, υπέθετα, σοβαροί και θα αποφαίνονταν με λύπη:
-Αυτό δεν το περιμέναμε ποτέ από σένα.
Γι’ αυτή τη σκηνοθεσία ενός άλλου είπα τόσα ποιήματα, κατέθεσα τόσα στεφάνια, έκανα τόσες παρελάσεις. Για να κρυφτεί αυτή η ένταση έμαθα τόσες πρωτεύουσες και συγκράτησα τόσες μάχες με μυθικούς στρατούς και ήρωες. Κι επειδή ανάπαυση δεν βρήκα φρόντισα να φορτώσω νέο ψιμύθιο πάνω στο παλιό. Και συνεχίζω ακόμα έτσι, απτόητος.


Υ.Γ. Ιδού μερικά στοιχεία του δράματος. Φανελάκι κάτω από το μακό  για να μην κρυώσω κατακαλόκαιρο, σταυρωμένες παλάμες σε ενοχική πόζα αθωότητας, στοχοθεσία και προσήλωση σε κάτι αορίστως υψηλό, στημένο χαμόγελο-συμμόρφωση στην αυθεντία του φωτογράφου, κυκλωτικός χορός γυναικών ως χθόνιες θεότητες ενός παραδείσου-εφιάλτη.












απόσπασμα 114, γαμήλιο τραγούδι

                                                                               Στην Φαμ Φρακτάλ

(νύμφη). παρθενία, παρθενία, ποί με λίποισ’ αποίχηι;
(παρθενία). ουκέτ’ ήξω προς σε, ουκέτ’ ήξω.


(η νύφη). αθώα ζωή μου, της παρθένας ζωή, πού πας και μ' αφήνεις;
(η αθώα ζωή). κοντά σου δεν θα γυρίσω πια ποτέ· δεν θα ξαναγυρίσω.

                                                                                         Σαπφώ





Αχ, βασανάκια


Στις 9 Αυγούστου ξημερώματα πατήσαμε στο νησί. Γόβες στην παραλία της Ανάφης δεν πρέπει να είχαν εμφανιστεί ξανά- αφήνω μια μικρή πιθανότητα να θυμάμαι λάθος, παρότι κάθε τι που κουβαλούσε μαζί της εκείνη την εποχή μου άφησε ανεξίτηλη εντύπωση. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο γνώριζα την Καίτη, τόσο θύμωνα με τον εαυτό μου που την ποθούσε. Η στάση, το ύφος και η φιλοσοφία ζωής της επιβεβαίωναν την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αυτό που φαίνεται στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα.
     Στη μοναδική σκιά του βράχου υπήρχε άλλη σκηνή, συνεπώς η δική μας έπρεπε να στηθεί στον ήλιο. Αυτό δεν ενόχλησε την Καίτη τόσο, όσο το γεγονός ότι έπρεπε να βοηθήσει στο στήσιμο. Αρχισε λοιπόν να χτυπάει τα πασαλάκια με μια μικρή πέτρα σαν να τα τιμωρούσε: «Τι έχει, ρε γαμώτο, από κάτω;», φώναζε.
Ήταν σαφές ότι, από την άποψη αυτή, ήμουν μόνος.
Στο τέλος, τουλάχιστον, υπήρξε λίγη ζάχαρη ως επιβράβευση: «Το ξέρεις ότι είσαι φοβερό  νινί;» είπε με νάζι. Κι ύστερα συμπλήρωσε: «Τι θα μου κάνει τώρα το μωρό μου στη σκηνούλα που έστησε μόνο του;». Το ωραίο στην ερωτική ζωή με την Καίτη ήταν ότι συμμετείχαν και οι φανταστικοί σωσίες μας. Εγώ θεωρούσα ότι κατακτώ στρατηγικά σημεία του εχθρού και η ωραία Καίτη ότι υπέτασσε το πνεύμα στην ύλη.
                                                                 
*

Το θέαμα που παρουσιάζαμε ήταν απαράδεκτο. Στην έρημη παραλία, την ώρα που τα χρώματα στον ορίζοντα αποκαλύπτουν το λυρισμό ως συνεκτική ύλη του κόσμου, με υποχρέωνε να κρατάω την τεράστια πετσέτα-Γκούφη σαν παραπέτασμα-φραγμό στην αδιακρισία των διπλανών μας. Η προσπάθειά της συνίστατο στο να αφαιρέσει το μικροσκοπικό μαγιώ και να φορέσει το εσώρουχο σχοινάκι της. Πολλά σχοινάκια, πολλοί κόμποι, πολλή δουλειά.
   «Πιο κλειστά την πετσέτα, ρε γαμώτο σου», μου φώναζε, ψάχνοντας πάνω από τον ώμο μου τα διαπεραστικά βλέμματα των γειτόνων που, προφανώς, στην εναγώνια προσπάθειά τους να εντοπίσουν το άνθος του λωτού που καλλιεργούσε μυστικά, θα κρύβονταν στο μισοσκόταδο περιμένοντας το μοιραίο λάθος: μια στιγμή δικής μου χαλάρωσης, ένα χαμήλωμα του Γκούφη πέρα από το επιτρεπτό όριο…
                                                 
                               *                       

Δεν είχαμε μέλλον, ήταν φανερό. Ανήμερα της Παναγίας είχα απαλλαγεί οριστικά από τις βασανιστικές απαιτήσεις της Καιτούλας, επιστρέφοντας μόνος σε μια έρημη Αθήνα. Στις λιγοστές συναντήσεις με φίλους τα βράδια, διεκτραγωδούσα με ιλαρότητα και κάποια υπερηφάνεια την ερωτική παγίδα από την οποία είχα αποδράσει. Εκείνο που τεχνηέντως αποσιωπούσα ήταν η επώδυνη συνειδητοποίηση που γινόταν μέρα με την ημέρα πιο καθαρή: ότι στον έρωτα η ελευθερία είναι μια παντελώς άχρηστη συνθήκη αν εκλείψουν τα πάσης φύσεως σχοινάκια της που τη δεσμεύουν.




Αδιάβροχος

Πρώτα ήταν ένας μικρός θόρυβος στο τζάμι της εξώπορτας. Η πρόσοψη βλέπει στο δρόμο και θα μπορούσε κάποιος να πετάξει κανα κουκούτσι- το σπίτι τελευταία μοιάζει ακατοίκητο. Η γιαγιά μου, που έζησε εδώ από το '54, αποδήμησε πέρυσι εις Κύριον και μέχρι να ξεκαθαριστούν τα κληρονομικά ρήμαξε ο κήπος. Αγριόχορτα και σαπισμένα βερύκοκα υποδέχονται τον επισκέπτη. Όχι ότι έρχεται ποτέ κανείς. Μόνος μου πότε πότε, έτσι για πλάκα, υποδύομαι τον ξένο ή τον ταχυδρόμο που πρωτοαντικρίζει την είσοδο. Απαράδεκτη εικόνα. Aνθρωποι μένουν εδώ ή ζώα, αναρωτιέμαι.

     Με τον καιρό οι θόρυβοι άρχισαν να πυκνώνουν. Το πρωί έβρισκα νεράτζια και  κορόμηλα πεταμένα. Ο θόρυβος που κάνει το νεράτζι όταν σκάει στο παντζούρι μοιάζει με πέτρα στην οροφή του αυτοκινήτου. Όταν εξετάσεις το βούλιαγμα από κοντά δεν πιστεύεις ότι τόσος σαματάς άφησε μια τόσο μικρή ζημιά. Και όμως.
Το λέω γιατί με τον καιρό το άγχος μου μεταφέρθηκε στο αμάξι. Την πρώτη φορά που κατάλαβα ότι το τιμόνι τράβαγε προς τα αριστερά, βρήκα το λάστιχο σκασμένο. Ο σαμπρελάς με ρώτησε αν είχα περάσει από οικοδομή. Δεν θυμόμουν να του πω.

     Στους επόμενους μήνες έγινα μόνιμος θαμώνας του συνεργείου, οπότε άρχισα να  υποψιάζομαι εκείνον σαν ηθικό αυτουργό. Τα μισά λεφτά που μού δινε ο πατέρας τα ξόδευα για σαμπρέλες. Όμως, ενώ παραφύλαξα ώρες στο σκοτάδι πίσω απ τις γρίλιες, ποτέ δεν είδα άνθρωπο να πλησιάζει τις ρόδες. Έφτασα να παραφυλάω και δέκα ώρες συνέχεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μπορεί να φταίει η καύτρα του τσιγάρου στο σκοτάδι  που με προδίδει, γι αυτό και το κρατάω κλειστά μέσα στη χούφτα. Καίγεται όμως το εσωτερικό της παλάμης και δεν αντέχω για πολύ. Το αυτοκίνητο δεν το μετακινώ πια καθόλου. Αφενός δεν έχω πού να πάω και αφετέρου έχει και τα τέσσερα λάστιχα πλάκα. Μόνος μου τα ξεφούσκωσα για να μην τους δώσω άλλη χαρά.

      Τελευταία άρχισα και να βρίσκω στην είσοδο σκουπίδια, κάτι ψαροκόκαλα μαζί με σερβιέτες. Μαζεύω τα άχρηστα και αφήνω τα υπολείμματα φαγητών για τα ζωντανά. Αυτά τι φταίνε. Αλλά η θεια μου νευριάζει όταν έρχεται, γιατί δεν μπορεί, λέει, να περάσει από την είσοδο. Aνθρωποι μένουν εδώ ή ζώα; μου φωνάζει.

      Τώρα έχω περάσει νάυλον στην εξώπορτα αντί για τζάμι. Το νάυλον είναι το καλύτερο υλικό. Είναι αδιάβροχο, δεν σπάει και δεν κάνει τόσο θόρυβο όταν πέφτουν επάνω του χαλίκια ή πέτρες. Μάλλον θα το περάσω και στα παράθυρα.



Το μόνον της ζωής του ερώτημα



Έπεσα για ύπνο από τις έντεκα. Ύπνος τρόπος του λέγειν, περισσότερο να αποσυρθώ ζητούσα ενόψει και της αυριανής επίσκεψης. Φαντάσου τι ορίζοντας προσδοκιών στήνεται όταν προ κατακλίσεως ξεκινάς τη μελέτη- δίκην υπνωτικού- ενός βιβλίου με τίτλο Ελληνική αϋπνία. Κατά μίμηση και μόνο ή για συμπαράσταση προς τον γράφοντα, νιώθεις σχεδόν υποχρεωμένος να ξενυχτήσεις. Μαξιλάρια για προσκέφαλο, τέσσερα (ρήμαξα τους καναπέδες)
    «Γι’ αυτό υπερασπιστήκατε την αποεδαφοποιημένη πατρίδα, την παραμυθητική ιστορία, τον απολεσθέντα ύπνο…» Να’ τος πάλι ο ύπνος. Ο Βιζυηνός δεν κοιμόταν πια τις νύχτες, τα ξημερώματα τα έβαζε με τους πετεινούς. Είναι πράγματι ο πετεινός ιδιαίτερα ενοχλητικός με αυτή την κουρδισμένη τυπολατρία του. Κανένας δεν είναι έτοιμος να πεταχτεί όρθρου βαθέως και περισσότερο ανέτοιμος όλων είναι ο άυπνος συγγραφέας. Ίσως η στριγγή κραυγή του ιδιότροπου όντος να του υπενθυμίζει πως η σχέση του με τη ζωή παραμένει λοξή.
      Να μια ερώτηση που μπορώ να υποβάλω αύριο για να εντυπωσιάσω: «Πιστεύετε ότι το έργο των συγγραφέων θα ήταν διαφορετικό αν είχαν έναν κοινό, φυσιολογικό ύπνο;». Ή καλύτερα «η ανησυχία που εκβάλλει στη γραφή είναι πρωτίστως βιολογικής τάξεως;». Μια και τα περισσότερα καλά κείμενα γράφονται νύχτα μπορεί γι’ αυτό, σκέφτομαι, και να ταιριάζει στο σκοτεινό τους ύφος η νυχτερινή ανάγνωση. Τελικά, θα συμπυκνώσω την ερώτηση ως εξής: «Εφημερεύει η συνείδηση;» Αυτό πάλι ίσως γυρίσει μπούμερανγκ αν θεωρηθεί εξυπνακισμός. Θα δω. Καλύτερα να περιμένω να γνωρίσω πρώτα τον άνθρωπο. Με φοβίζει λίγο το επιβάλλον παρουσιαστικό του αλλά ξέρω ότι «η τρομώδης και άτονος αυτού φωνή και το βαθύ μελαγχολικό του βλέμμα εποίουν αντίθεσιν προς το ανδρικόν αυτού παράστημα» (αυτό, τώρα, ποιος το απευθύνει σε ποιον, ξέχασα. Ίσως φταίει ότι νυστάζω τόσο πολύ).
    Να’ το το καταραμένο πουλί, το ακούω κιόλας στο βάθος να κρώζει. Αλλά το επίμονο χτύπημα στην πόρτα μου έτσι αξημέρωτα, τι είναι πάλι;
-Με ακούτε; Συγγνώμη που σας ξυπνάω, έφτασα νωρίτερα…, είπε η φωνή με δισταγμό.
-Εσείς! Ω, μισό λεπτό να ντυθώ…απάντησα ταραγμένος.
-Μην ενοχλείστε. Περνάω από όλα τα δωμάτια. Τοποθετήστε αν θέλετε το αυτί σας στην κλειδαρότρυπα να σας ρωτήσω κάτι χωρίς να ενοχλήσουμε.
-Μα, τι;! Καλά, λοιπόν.
- Εσείς είστε ο Βέρθερος (ψιθυριστά);
-Μάλιστα.
-Εγώ όμως, ποιος είμαι ποιος είμαι ποιος είμαι ποιος είμαι ποιος είμαι;… άρχισε να επαναλαμβάνει η φωνή λαχανιαστά, βίαια.
Ντύθηκα  μέσα σε ρίγη.
Όταν επιτέλους άνοιξα την πόρτα δεν αντίκρισα κανέναν. Στο βάθος του διαδρόμου νομίζω ότι διέκρινα τη φιγούρα του ξενοδόχου. Γι αυτό όμως δεν παίρνω όρκο- άυπνος και σαστισμένος καθώς ήμουν μπορεί απλώς να το φαντάστηκα.








Φωτο: Winnie

Μέσα Μαΐου και σφίξανε οι ζέστες- με είκοσι υπό σκιάν έφτασε κιόλας το καλοκαίρι. Τα μαστορέματα στο υπόστεγο, πάντως, δε βλέπω να τελειώνουν πριν το Φθινόπωρο αν και το πλάνο προέβλεπε να είμαστε έτοιμοι τον Ιούνιο. Θα μου πεις, το πλάνο ποιος το βγάζει.

Να μην ξεχάσω να διορθώσω τους φράχτες περνάνε τα ζωντανά για το νερό και τσαλαπατάνε τα ψυχανθή. Καλύτερα να το κάνω τώρα γιατί αργότερα μπορεί και να ξεχάσω. Έχει καλώς. Λίαν καλώς.

Το πρόβλημα βέβαια δεν βρίσκεται στα φυτά, αυτά αργά ή γρήγορα θα βρουν το δρόμο τους. Με τους ανθρώπους τι κάνουμε, μου λες; Κάποιος απ’ τους δύο ξέχασε πάλι το λάστιχο στη βρύση και το μποστάνι πλημμύρισε. Μάλλον πλησιάζουμε στα γεγονότα γιατί υπάρχει διάχυτη νευρικότητα.

Παναγίτσα μου, να το πάλι! Ε, όσες φορές και να το δω δεν πρόκειται να το συνηθίσω. Είναι κι αυτός ο συριγμός του που με ανατριχιάζει. Όχι πως δεν το αγαπάω φυσικά, αλλά το έρπον στυλ του με σοκάρει. Για να σέρνεται τέτοια ώρα κατά δω, προφανώς ξεκινήσαμε. Οπότε, ας μείνω στη σκιά να παρακολουθώ αθέατος. Καλύτερα να προσθέσω και μερικά κωνοφόρα γύρω μου για κάλυψη.
Έχει καλώς. Λίαν καλώς.

Πάντως με τον άντρα δεν υπάρχει πρόβλημα, συνεννοούμαστε μια χαρά. Ουσιαστικά ούτε με τη στάση της γυναίκας διαφωνώ, με γοητεύει η ανυπακοή της. Να, κοίτα τώρα. Σκάει ο καρπός στο στόμα της και από το ευτυχισμένο γέλιο της σώπασαν και τα πουλιά. Ποιος, μωρέ, να της αντισταθεί και γιατί. 'Αλλωστε, σιγά την προδοσία. Ίσα να πάρει μπροστά η Ιστορία και για τη συνέχεια βλέπουμε.

Ας βαδίσω κι εγώ προς το πεπρωμένο μου. Θα μου πεις, το πεπρωμένο ποιος το ορίζει. Τέλος πάντων, τώρα είναι η ώρα των εφέ. Στην τρίτη αστραπή βγαίνω- θα πω κάτι πρόχειρο τελικά, δεν έχω όρεξη για επισημότητες. 'Ασε που τα λόγια μου προορίζονται για διαρκείς ανασκευές ανά τους αιώνες, οπότε ματαιοπονία. Κάτι απλό λοιπόν:

-Προσοχή. Σας μιλάει ο Μέγας Κηπουρός. Αφήστε τις σαχλαμάρες με τα φύλλα της συκιάς και ντυθείτε κανονικά- θα βρείτε ρούχα στο υπόστεγο. Μετά ελάτε να φάτε τα μήλα σαν άνθρωποι. Ετοιμάζω καφέ για όλους.




Επιτέλους αέρας. Είχα ανάγκη να εισπνεύσω την παγωμένη νύχτα. Πίσω απ' το τζάμι η Λόττε συνεχίζει να χορεύει στέλνοντάς μου φιλιά στον αέρα, αδιάφορη και κυρίαρχη όπως πάντα. Πρέπει να είμαι πολύ μεθυσμένος γιατί βλέπω τα φώτα στον ορίζοντα να χορεύουν πάνω από μια ακύμαντη θάλασσα. Μυστήριο. Δεν είχα καταλάβει ότι το ξενοδοχείο αυτό βλέπει στη θάλασσα. Σε ποιο μπαλκόνι του να βρίσκομαι τώρα; Ζαλίζομαι.

Έχω ελάχιστο χρόνο να αποφασίσω, προτού το φως ορίσει το τοπίο. Μέσα στο σκοτεινό μπλε διαγράφονται ήδη οι πρώτοι όγκοι των βουνών. Είναι μάλλον η κατάλληλη στιγμή να αποδράσω.

Αλλά νιώθω τόσο κουρασμένος για αλλαγές. Όποιο κουστούμι διαλέξει κανείς αποβραδίς, μ’ αυτό τον βρίσκει πάντα η αυγή. Θέλω να πω, αν η τραγική του μοίρα έχει προεικονιστεί, λίγη σημασία έχει η σκηνογραφία του πάθους. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά εμάς, τους ήρωες. Για τους συγγραφείς και τις φιλοδοξίες τους μπορεί τέτοιες λεπτομέρειες να μετράνε, δεν έχω ιδέα.

Διέσχισα όλη μου τη ζωή με μια αίσθηση επείγοντος, ψάχνοντας και ρωτώντας απελπισμένα όποια συναντούσα στο δρόμο μου: «πες μου, πες μου, μήπως είσαι Εσύ;». Αλλά σπάνια γίνεται έτσι· στο τέλος, όλοι, τη λάθος γυναίκα ερωτευόμαστε. Να, κοιτάξτε τη μικρή μου Λόττε. Είναι το δικό μου, κατάδικό μου λάθος. Είναι αυτή που πρόκειται να με αφανίσει, ανυποψίαστη και αθώα. Δεν νομίζω πως είναι προσωπικό. Πρέπει να κυλήσουν τα δάκρυα, να φουσκώσουν τα ποτάμια, να βαθύνει η τέχνη των ποιητών. Έτσι γίνεται πάντα.

Η μουσική τώρα δυναμώνει, νιώθω τις δονήσεις της στο τζάμι. Είναι παράξενο που με ξεσηκώνουν τα βάρβαρα χτυπήματά της, αυτή η ρυθμική επανάληψη τεσσάρων τετάρτων, τόσο μακριά από τις συνήθειες  της εποχής μου. Μου είπαν πως λέγεται dance electronica ή κάτι τέτοιο. Δεν βαριέσαι, δεν πρόκειται να μάθω τώρα την ορολογία. Λίγα πράγματα, άλλωστε, έχουν μείνει ίδια μετά από διακόσια 230 χρόνια. Λέω λοιπόν να επιστρέψω και να το απολαύσω. Αν μου έτυχε να είμαι ένας Βέρθερος στα παγωμένα ’00 s, ας είμαι τουλάχιστον

Ο Βέρθερος στο dance floor
(Δια χειρός Vita moderna)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet