Αλίκη
Ο Εραστής
Mιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε, άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.
Νίκος Εγγονόπουλος
Σε είδα να έρχεσαι από μακριά. Ήταν απόγευμα, βραδάκι κατά τις 9:00. Οι μέρες μεγάλες οι καλοκαιρινές. Δεν είχε σκοτεινιάσει. ΣΆ έλουζε ένα φως απογευματινό, μου φάνηκες απόκοσμος. Σηκώθηκα γρήγορα, μΆ ενθουσιασμό. Είχα τη μεγαλύτερη χαρά του κόσμου που θα σΆ έβλεπα. Δεν σου κούνησα το χέρι από μακριά. Θα περνούσα ήσυχα το δρόμο και είχα υπολογίσει να βρεθώ απέναντι, στην προκυμαία, την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο που θα βρισκόσουν κι εσύ. Να σου μιλήσω. Να σΆ αγκαλιάσω. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να διανύσω αυτή την απόσταση, από το τραπέζι στην προκυμαία. Ο ήλιος δύει μέσα σε δευτερόλεπτα αυτή την εποχή. Τακ, το γαλάζιο γίνεται μπλε, ένα βήμα. Τακ, το μπλε γίνεται ιώδες, άλλο βήμα. Τακ, το ιώδες γίνεται κόκκινο, κι άλλο βήμα. Κάθε βήμα που έκανα, μας έφερνε πιο κοντά και πιο κοντά στο σκοτάδι. Κάθε βήμα που έκανα, ήταν μια μαχαιριά. Αρχισα να καθυστερώ τα βήματά μου για να μην σε προλάβω. Ήταν προφανές πως δεν με είχες προσέξει. Πως δεν ήθελες να κυττάξεις γύρω σου για να μη με δείς. Για να μη μιλήσουμε. Το σκοτάδι έπεφτε αργά τώρα πια. Έπρεπε να υποστώ το κοκκίνισμα των πάντων. Πέρασες μπροστά μου, δε με κύτταξες, δε μου μίλησες δε με κατάλαβες. Ήταν λογικό. Μιλούσα μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης, τώρα πλέον, νήσου, της οποίας και είμουν, άλλωστε, η μόνη νοσταλγός. Θα περίμενα το σκοτάδι για να κρυφτώ…
 Ευστάθιος Δαμίρας, ο δικός μου «αποσιωποιημένος»
Με
το έργο του Ευστάθιου Δαμίρα, ήρθα σΆ επαφή εντελώς τυχαία. Ήταν ένα
Σάββατο που ψάχνοντας παλιά βιβλία στο γνωστό υπόγειο της 3ης
Σεπτεμβρίου, ξεφύλισσα ένα περασμένο τεύχος του λογοτεχνικού
περιοδικού Paraphernalia. Η συνέντευξη του ποιητή στον συντάκτη του
περιοδικού με ιντριγκάρισε αλλά κυρίως με προκάλεσαν τα αποσπάσματα του
έργου του που παρετίθεντο.
Βρέθηκα μπροστά σΆ ένα ποιητή που με
την αμεσότητα του λόγου του άγγιξε τις πιο ευαίσθητες χορδές μου και με
μετουσίωσε σε μια άλλη οντότητα με τον εξαγνιστικό τρόπο που μόνο η
αληθινή Τέχνη ξέρει να το κάνει. Αναζητώντας μια μεγαλύτερη επαφή με το
έργο του, διαπίστωσα ότι οι ποιητικές του Συλλογές Ποιήματα, Σημεία και Τέρατα, Terra Sola καθώς και το ιπποτικό του μυθιστόρημα Το Λευκό Βιβλίο,
έργα για τα οποία είχα διαβάσει στο περιοδικό Paraphernalia, δεν
κυκλοφορούσαν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Ξεκίνησα λοιπόν μια
μεγάλη εξτρατεία αναζήτησης τους έργου του, που τόσο ανατρεπτικά είχε
επιδράσει στον ψυχισμό μου και κυρίως στην άποψη με την οποία έβλεπα
την Τέχνη.
Η επαφή μου με το έργο του ποιητή, μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα. Η έκκλησή του για την λυτρωτική επίδραση του έρωτα στο ποίημά του Χειμών, πάγωσε και την δική μου καρδιά :
Ψαλιδωτή μου Χελιδών κι εσύ γλυκόλαλη Αηδών φέρτε μου λίγο έαρ ! Πότε θα ιδώ ξανά γκαζόν ; Όλα τα σκέπασε χιών και πάγωσεν το φρέαρ.
Από
την άλλη, το έργο του «Τόμμυ», σαφής αναφορά στο «Sweeney among the
Nightingales» του T. S. Eliot, μίλησε ευθέως στα φιλολογικοζωικά μου
αισθήματα :
Ω, γάτε, σύντροφε και φίλε μου πιστέ, η γούνα σου είναι βρωμερή και λιγδιασμένη. Σου έχω πει στων σκουπιδιών τον τενεκέ ότι δεν είν' υγιεινό κανείς να μπαίνει. […]
Στα Σημεία και Τέρατα,
ο ποιητής επιστρέφει ωριμότερος και το προαιώνιο ερώτημα της
ματαιότητας με σαιξπηρικό τρόπο κρέμεται από τα χείλη του. Διαβάζουμε
στο σονέτο του με τίτλο «Golem» :
Ω, Γκόλεμ, νά ΅ξερες το πόσο σε φθονώ! Εσύ γνωρίζεις ότι είσαι από χώμα από την πρώτη σου στιγμή, κι εγώ ακόμα αυτή τη γνώση με απόχη κυνηγώ […]
Μεσολαβεί ο ελλειπτικά δοσμένος λυρισμός του Λευκού βιβλίου,
έργου του οποίου αδυνατώ να μεταφέρω την ατμόσφαιρα με απλά
αποσπάσματα, και θα περιοριστώ στο να αναφέρω το λυρικότερο δίστιχο που
διάβασα ποτέ : « »
Το Λευκό βιβλίο
βέβαια, αποτέλεσε κι ένα ηχηρό χαστούκι στην κριτική, που από τον 16
αι. και μετά κατέπνιγε κάθε προσπάθεια έκδοσης ιπποτικού
μυθιστορήματος. Ίσως αυτή να ήταν και η αιτία που η επόμενη ποιητική
συλλογή του Terra Sola, πέρασε στα ψιλά των ειδικών εκδόσεων, οδηγώντας
τον στην οριστική αφάνεια στην οποία τον βρήκα.
Πως όμως
κάποιος, μπορεί εν έτει 2007 κι ενώ η κλιματική αλλαγή απειλεί κάθε
μορφή ζωής στον πλανήτη, να κωφεύει παραμένοντας απαθής στην έκκληση
του ποιητή :
Δεν είναι πρέπον και αρμόζον να καταστρέφουμε το όζον. Όταν διευρυνθεί η οπή από το φρέον και τα σπρέυ, ο ήλιος φονικός θα καίει. Η φύσις θα εκδικηθεί!
Ο
Ε. Δαμίρας, επίκαιρος όσο ποτέ, ανατέμνει στο έργο του, κάθε έκφανση
της Ζωής, καταφέρνοντας να χωρέσει το συμπαντικό στο ελάχιστο, το λόγιο
στην απλότητα και το ανατρεπτικό στο μπανάλ. Ελπίζω, αν και
καθυστερημένα να του αποδοθεί εν τέλει η δέουσα τιμή. Δεν ξέρουμε
βέβαια αν ο ίδιος θα αποδεχθεί την τιμή αυτή, διότι καθώς προφήτευσε
στο έργο του «Adieu Phrenopathique» :
Φεύγω! Ίσως και ν' αργήσω... Αμα δε σε ξαναδώ, ξέρε: θα μεγαλουργήσω σΆ όποιον τόπο κι αν βρεθώ.
Μη μου κλαις, κι εγώ σου τάζω να σου γράφω τακτικά. Μη γελάς, θα πάθεις κάζο αν ποτέ με δεις ξανά.
Αδέσποτοι σκύλοι
Λίγο αργότερα, και αφού η επήρεια του lexotanil είχε περάσει τελείως, άρχισα να θυμάμαι αυτά που περιείχε μυστηριωδώς το κενό της μνήμης μου. Φυσικά και δεν σταμάτησε κανένα ταξί! Και φυσικά αναγκάστηκα, παρόλο που δεν όριζα τα πόδια μου να κατέβω με τα πόδια όλο τον πεζόδρομο της Αρεοπαγίτου και της Απ. Παύλου, για να πάρω το τραίνο από το Θησείο.
Τα μάτια μου γεμίζουν απΆ αυτήν την αγαπημένη πόλη. Αυτό το υπέροχο φως που λατρεύω από παιδί. Κάθε γωνιά μου θυμίζει κάτι.
Το άγαλμα του Μακρυγιάννη, ένα καρούμπαλο από ροπαλιά μια Τσικνοπέμπτη. Αναφιώτικα : βόλτες με την Μελένια, τον Ομάρ και το Νίκο Το θέατρο του Διονύσου, τον αδελφό μου ντυμένο καουμπόυ κι εμένα κύρια της τιμής με το ασημένιο φουστάνι των αρραβώνων της μαμάς μου. Ο Γιώργος ανέβηκε σΆ ένα σπασμένο μάρμαρο (τι μοναδική προίκα, να παίζεις στα μάρμαρα των αρχαίων θεάτρων) κι αναφώνησε: «Εγώ είμαι ο Αγιος Γιώργης ο Καρύτσης!»
Πιο κάτω Ακρόπολη, Κυριακάτικη βόλτα κι επίσκεψη στο Μουσείο. Λουμπαρδιάρης: Τροπάριο της Κασσιανής Μ. Τρίτη και Κυριακή των Βαΐων βράδυ, έξω από την εκκλησία μαζί με τη Μάγια. Τι ωραίο που είναι το Πάσχα στην Ελλάδα, που κάθεσαι έξω από την εκκλησία στο δροσερό απόγευμα και όλα μυρίζουν πασχαλιά και λεμονανθό κι άνοιξη και μια γλύκα σου κόβει την ψυχή στα δύο, μΆ ένα πόνο.
Σινέ Θησείο. Πλέγμένα χέρια, ποτάκι, ζέστη και δροσιά, άσπρο σεντόνι, αγίοκλημα. Απέναντι, στον αρχαιολογικό χώρο, βόλτα με τη Μάγια, τρέξιμο στα χορταρένια αλώνια, και παρέες ψευτοαναρχικών εφήβων με μπύρες και εκκωφαντική μουσική στα στέρεο. Τους έλεγα «Νουμίδες».
Αγ. Μαρίνα. Το βαφτίσι του βαφτιστιριού μου. Χαρά, χαμόγελα, όλοι όμορφοι, λαμπεροί, ο σταυρός γυαλίζει στα χέρια μου.
Ύστερα καφέδες. Κι εδώ που ξεψύχησε η Μελένια, το αγγελάκι, μια Κυριακή 30 Απριλίου. Την ώρα που σχεδίαζα την θέση της, στην κάτοψη ενός σαλέ που θα ΅στηνα στον Κίσσαβο. Όλο όνειρα έχω γεμίσει αυτόν τον πεζόδρομο. Φορούσα λευκό παντελόνι και λευκό πουκάμισο κι ο κόσμος ήταν δικός μου, ώσπου γονάτισα πάνω απΆ το νεκρό αγγελάκι κι όλα γίνανε με χώματα…
Κρασιά πιο κάτω, προς το σταθμό. Πιλ-πουλ. Δεν θα πάρω το τραίνο. Θα συνεχίσω με τα πόδια στην Ερμού. Ο ουρανός μου έστειλε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλλο. Με τεράστιο μπορ και κόκκινη κορδέλλα. Το φορώ και συνεχίζω. Η Μάγια τρελλαίνεται απΆ τη χαρά της. Φούρλες στο κηπάκι με τα δενδρολίβανα , κοντά στη Συναγωγή. Κι ύστερα κι άλλες φούρλες στο λοφάκι πάνω από τον Κεραμεικό. Οι αδέσποτοι σκύλοι που μας ξέρουν. Χάδια, χαρές, ουρές που κουνιούνται. Οι αδέσποτοι σκύλοι είναι η καλύτερη συντροφιά σΆ αυτές τις βόλτες στην πόλη.
ΣΆ αυτή την πόλη που θα ΅θελα ζηλότυπα να την κρατήσω μόνο δική μου. Και να ΅στε όλοι καλεσμένοι μου. Αλλά η πόλη, μόνο δική μου.
Τα έλατα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας
Την ώρα που έφευγε το φως του ήλιου κι ακούστηκαν καμπάνες από μακρυά, είπα να σε πάρω τηλέφωνο, δεν ήθελα να κάνω άλλο υπομονή, εσύ απάντησες πως δεν με γνώριζες, κάνετε λάθος, είπες με σίγουρη φωνή, αφήστε με κι έχω μάστορα να μου φτιάξει το σπίτι κι όλη τη νοικοκυροσύνη. Έτσι μου είπες κι αυτό με τα χρόνια έμεινε χωρίς εξήγηση, γιατί άραγε ένοιωσες τέτοια σκληρότητα εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων. Είπες εκείνα τα βαριά λόγια και μετά το μετάνοιωσες κι ήρθες εκείνο τον βροχερό Δεκέμβρη να με βρεις στην Αλεξάνδρας, τότε που πουλούσα χριστουγεννιάτικα έλατα. Ήθελα πάντα να σε ρωτήσω για εκείνη τη νύχτα που ήρθες να με βρεις στην παράγκα, ήταν αλήθεια ή ήταν υπεκφυγή πως άργησες να καταλάβεις οτι ήμουν άλλος κι όταν το κατάλαβες ήταν πλέον αργά, είχες μπλεχτεί σε δίχτυα. Με πήρε ένας απροσδόκητος απογευματινός ύπνος με την πόρτα της καλύβας, ανάμεσα στα κομμένα έλατα, ανοιχτή και την έντονη αίσθηση πως τελειώνουν οι μέρες που γιορτάζουμε αυτή τη βουνίσια γιορτή των κομμένων ελάτων. Είχες φορέσει τότε τα φορέματα της μητέρας μου, πες μου από πού τα ξεσήκωσες κι ήσουν, κάποιες στιγμές, όταν ανέβαιναν τα νερά στοργική και απαλή και τις άλλες στιγμές νευρική και ταραγμένη, βιαζόσουν που τρέχει ο χρόνος και δεν τον προλαβαίνουμε ή δεν τον χορταίνουμε. Μετά θέλω να σε ρωτήσω γιατί απροσδόκητα σώπασες και δεν μου μιλούσες, μια κρυφή ανησυχία σε τάραζε και δεν μ' έβλεπες, δεν σε χώραγε ο τόπος εκεί, παραμονές Χριστουγέννων, δεν την ήθελες αυτήν την αποικία των εμπόρων χριστουγεννιάτικων δέντρων, που έρχονται από τον Ελικώνα και την Πίνδο και τον Πάρνωνα, να πουλήσουν έλατα και αρωματίζεται η λεωφόρος Αλεξάνδρας δάσος. Τη νύχτα μαζεύτηκε σ' εκείνη την χριστουγεννιάτικη παράγκα κόσμος πολύς. Κρατούσαν κεράκια, γριές γυναίκες, βασανισμένα πρόσωπα, μια γιαγιά σε χάιδευε, για κάτι σε παρακαλούσε, εσύ γελούσες, άνδρες που προσεύχονταν γονατιστοί, ένας κρατούσε ένα ξύλινο σταυρό κι έκλαιγε, όλο έκλαιγε, κάτι έφηβοι φρεσκοπλυμένοι μακρυμάλληδες έψελναν για τα Χριστούγεννα, εσύ χωρίς το μισό κορμί σου, απ' τη μέση και κάτω δεν υπήρχες, γλιστρούσες, χωρίς τις αμαρτίες σου, ανάμεσά τους με μια φούρια και κόκκινα μάγουλα, ήθελες όλους να τους συγχωρέσεις, όλους να τους ευχαριστήσεις, όλους να τους απατήσεις,. Ήθελες ένα κομμάτι από έναν κόσμο που ποτέ δεν είδα χειροπιαστό, μόνο μου τον διηγήθηκες εκείνη την πρώτη νύχτα στην κρύα παράγκα ανάμεσα σε κομμένους κορμούς ελάτων. Πες μου αν υπάρχει ο κόσμος που μου διηγήθηκες, πες μου αν υπάρχει, πες μου αν υπάρχεις, απάντησέ μου σ' αυτό.
Kαι δώρα φέροντες... Ελπήνωρ (http://kokkini-klosti.blogspot.com)

A matter of life and deathΤο δωμάτιο ήταν πολύ σκοτεινό. Ασυνήθιστα σκοτεινό. Σαν οι βαθυκόκκινοι τοίχοι να σκούρυναν απότομα και σαν να έσβησαν τα φώτα κι αντικαταστάθηκαν από κεριά. Είχα φορέσει το λευκό μου φουστάνι το καλό. Στα πόδια μου ίσια μπαλετάκια. Καθόλου μακιγιάζ. Το είχα χώσει στο μπαούλο μαζί με τα ψηλοτάκουνα. Ήθελα να είμαι ο μικρός μου εαυτός η αληθινή Αλίκη. Aνοιξε η πόρτα, μπήκε πρώτος ο Όσκαρ. Με το λαμπερό του χαμόγελο μου άπλωσε το χέρι. ” Lovely as always dearest. You look so appealing as a great lie would be. And yet so childish as truth.” Μου φίλησε το χέρι. Τον τράβηξα απαλά κοντά μου, τον φίλησα απαλά στα μάγουλα. «Με οδηγείς πάντα στην ομορφιά Όσκαρ. Το ξέρεις αυτό.» Στάθηκε λίγο στο πλάι. Με μια διακριτικότητα που ενώ είναι τόσο δική του την δείχνει πολύ σπάνια. Στην ανοιχτή πόρτα, πρόβαλλε η Μελένια και δίπλα της ο Boatswain. Πίσω από τα σκυλιά στάθηκε, λιγνός, με το μαύρο μπροκάρ παντελόνι του τις ψηλές γυαλισμένες του μπότες και το φαρδύ του λευκό πουκάμισο. Μια μαύρη κορδέλα έπιανε όσες μπορούσε από τις ξανθές του μπούκλες χαμηλά στη βάση του λαιμού. Τα μάτια του σπινθηροβόλα ακόμα και πίσω από το πέπλο της μελαγχολίας, με κοίταξαν σαν νΆ αναρωτιούνται : «Τις θες από μένα?» «I suppose there is no need of introduction.» Ο Όσκαρ έσπασε τη σιωπή. Προσπάθησα να μιλήσω: “My lord…”. Ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη μου. “LetΆs not speak, Alice. And letΆs skip dinner. My hunger is not for food. Its for life. Will you feed me life, instead?” Γύρισα προς τον Όσκαρ, είχε εξαφανιστεί. Ούτε η γιαγιά μου ήταν πια εκεί. Αναρωτήθηκα ποιος είχε μαγειρέψει και στρώσει το τραπέζι, αν όχι εκείνη. Έκανα ένα βήμα πίσω, ξαφνικά φοβόμουν. “Sir George…” η φωνή μου δεν έβγαινε. Με πλησίαζε απειλητικά, σχεδόν ερωτικά. “Byron, darling. Call me Byron.” ΜΆ έπιασε από τη μέση ακούμπησε τα χείλη του στα δικά μου, άνοιξε τα δόντια μου με τη γλώσσα του, ήταν σχεδόν βίαιος. «Ήθελα μόνο να μου δείξεις την ποίηση. ΓιΆ αυτό ζήτησα από τον Όσκαρ να σε φέρει εδώ.» “There is no poetry without love. And love is a matter of life and death. Remember : Whom the gods love die young.” “Don Juan, canto the fourth, XII.” “Stunning memory. Now give me your life, love.” Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, είναι η ανατριχίλα στον αυχένα μου μου, όταν ένιωσα το χέρι του να χαϊδεύει το γόνατό μου.

Ωραία είναι η ζωή
Διοικητικό συμβούλιο – συγκρότηση σε σώμα.
Αναρωτιέμαι πότε σε συγκροτήθηκε σε σώμα το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μου. Μου φαίνεται ότι ήταν στο Λεμονοδάσος το καλοκαίρι του Ά74. Ίσως πάλι όχι. Ίσως πολύ αργότερα. Θυμάμαι όμως πότε διαλύθηκε. Ήταν το καλοκαίρι του Ά97. Τότε που ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος με αποκάλεσε «πόρνη». Το υπόλοιπο συμβούλιο, αγνοούσε τα γεγονότα. Αγνοούσε τους χαρακτηρισμούς. Για το καλό μου…
Πέρασαν χρόνια και το φετινό καλοκαίρι μου ζήτησε συγγνώμη. Βέβαια τώρα πια δεν είναι αυτός Πρόεδρος. Είμαι εγώ. Και το άλλο ξανθούλι, αντιπρόεδρος.
Είναι περίεργο αλλά νοιώθω όπως τότε. Να είμαι εγώ ο εαυτός του εαυτού μου. Στα ενδιάμεσα χρόνια, εννοώ από το 74 ως σήμερα, σφυρηλατήθηκα αρχικά ως κόρη του πατέρα μου κι ύστερα ως στέλεχος του Προέδρου. Έχω 3 χρόνια που προσπαθώ να ξαναμπώ στα παπούτσια μου και το πέτυχα φέτος. Κι έχω ακριβώς την ίδια αίσθηση με το να είσαι ξυπόλυτος όπως σΆ αυτή τη φωτογραφία. Την αίσθηση της ελευθερίας και της ισοτιμίας. Τότε, γονάτισε εκείνος για να είμαστε ίσοι. Τώρα, γονάτισα εγώ και δέχτηκα τη συγγνώμη. Όπως και να ΅χει και τότε, και τώρα είμαστε τρεις. Ίσοι.
Egalité, fraternité, liberté. Η ιστορία κάνει τον κύκλο της. Μεγαλώσαμε όλοι μέσα από τη σχέση μας κι από τη δουλειά μας. Κι είμαστε δεμένοι ο ένας με τον άλλο μΆ ένα τρόπο που υπήρξε για χρόνια καταπιεστικός. Όλοι καταπιέζουν όλους…
Μου μένει το χαλί των ξανθών μαλλιών. Είναι δικό μου. Τα γέλια ανάμεσα σε μένα και στο Γιώργο, τότε και τώρα. Τότε ήμασταν η «μπεμπέ» κι ο «τσόκλος», τώρα είμαστε Πρόεδρος κι αντιπρόεδρος. Αλλά είμαστε πάντα η αδελφή του κι ο αδελφός μου. Πιο πολύ τώρα, που ξανάγινα η ξυπόλυτη Αλίκη. Το ελεύθερο παιδί. Το χωρίς δεκανίκι.
Ωραία είναι η ζωή. Και το Δ.Σ. τσίλικο. Κι εγώ, κούκλα είμαι. Και τυχερή
Στο Ναρκωμένο Ντουλάπι
HÔTELS
La chambre est veuve Chacun pour soi Présence neuve On paye au mois
Le patron doute Payera-t-on Je tourne en route Comme un toton
Le bruit des fiacres Mon voisin laid Qui fume un âcre Tabac anglais
Ô La Vallière Qui boite et rit De mes prières Table de nuit
Et tous ensemble Dans cet hôtel Savons la langue Comme à Babel
Fermons nos Portes À double tour Chacun apporte Son seul amour
****
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ
Δωμάτιο άδειο Κι όλοι είναι μόνοι Καινούργια φάτσα Με το μήνα πληρώνει
Το αφεντικό τρέμει Αν θα πληρωθεί Τριγυρνάω στο δρόμο Σαν χαζό πουλί
Ο δρόμος βουίζει Κι ο γείτονας εδώ Βαρύ καπνίζει Καπνό αγγλικό
Α! η La Vallière Γελάει η κουτσή Πλάι στο κομοδίνο Με τη δική μου προσευχή
Κι όλοι μαζί Μες στο Χοτέλ Μιλούν τις γλώσσες Της Βαβέλ
Πόρτες σφαλίζουμε διπλοκλειδώνουμε Καθένας μόνος Τον ερωτά μας απομονώνουμε
Alcools - Poèmes 1898-1913
Guillaume Apollinaire (1880-1918)

Οι έρωτες έχουν μόνο καλοκαίρι Ήταν το καλοκαίρι του 1985.
Ο Bruce Springsteen τραγουδούσε το “back to the summer of 69”. Το είχα
δει σαν οιωνό αυτό το τραγούδι, γιατί το καλοκαίρι του 69, γεννήθηκα.
Και είχα την τάση να πιστεύω, μέσα στην εντελώς μελοδραματική μου
εφηβεία ότι το καλοκαίρι του 85 ξαναγεννήθηκα. Γιατί ερωτεύτηκα.
Ο αγαπημένος μου, θεός. Ο ωραιότερος, ο γοητευτικότερος, ο πιο ικανός
χαϊδευτής, όλων των καλοκαιριών του κόσμου. Εκείνα τα χρόνια της
αθωότητας, πίστευα ότι ήταν πάντα ο άλλος που έκανε το θαύμα. Δεν ήξερα
ακόμα ότι το πάθος φωλιάζει κάτω από το δέρμα. Δεν ήξερα ότι το χάδι
ενός καινούργιου έρωτα, κάνει πάντα το ίδιο θαύμα. Γιατί δεν είχα ποτέ
ξαναερωτευτεί. Ήμουν σχεδόν το ίδιο εύπιστη με τώρα. Μόνο
λίγο περισσότερο. Τον περίμενα να έρθει στο ραντεβού μας. Με μια
ανυπομονησία, με μια λαχτάρα. Στην αρχή, το καλοκαίρι του 85, ερχόταν
πάντα. Το άλλο καλοκαίρι, όμως όχι πια. Δεν σταμάτησε όμως ποτέ να μου
δίνει ραντεβού. Και δεν σταμάτησα ποτέ να τον πιστεύω. Δεν σταμάτησα
ποτέ να τον περιμένω με ανυπομονησία. Δεν σταμάτησα ποτέ να
απογοητεύομαι. Ώσπου το άλλο καλοκαίρι, χωρίσαμε. Έτσι άρχισα
να μετράω τη ζωή με καλοκαίρια. Το καλοκαίρι του ΅85, του ΅86, του ΅87,
του ΅92, του ΅97, του ΅98, μΆ ένα θλιβερό ψυχοπαθή γκόμενο, του ΅99,
του 2005, το τραγικότερο. Το καλοκαίρι της απωλείας. Είχε έρθει πια η
στιγμή που εγώ δεν παρέδιδα τα υποσχόμενα. Που εγώ έτρεχα να φύγω από
την αγάπη. Την μοναδική αληθινή αγάπη της ζωής μου. Και για αυτό την
λιγότερο αξιολογημένη. Οι εραστές των καλοκαιριών μου
ποτέ δεν κατάλαβαν ότι τους αγαπούσα. Κι εγώ δεν κατάλαβα τον έρωτα που
μΆ αγάπησε. Βλέπεις, άλλο τα ιδρωμένα σώματα στα ζεστά από τον καύσωνα
σεντόνια, άλλο οι μεσημεριανές βόλτες στα λεμονόδασα, άλλο η αγάπη, η
συντροφικότητα, το ανήκειν. Έτσι έμαθα από τη ζωή. Ότι οι έρωτες, έχουν
μόνο καλοκαίρι. Οι αγάπες, όλες τις εποχές. Και ξαναγύρισα.
Τα μάτια τους είναι αυτά που λένε τα πάντα
Δεν αντέχουν να σε δουν; Δεν θέλουν; Δεν ξέρω. Κοιτάζουν πάντα το κενό και τη στιγμή που θα διασταυρωθούν με το δικό σου βλέμμα τυχαία, θα ανακτήσουν σε μια στιγμή την αυθάδικη έκφραση ειρωνείας, μοναδική ασπίδα ανάμεσα σΆ αυτούς και σε σένα. Εκείνη την ώρα είσαι ο κόσμος. Ο κόσμος που τους εξόρισε. Η στιγμή αυτή κρατάει πολύ κι αν τη ζήσεις μαζί τους αντιλαμβάνεσαι πολύ καλά τη στρατηγική τους. Σαν η ψυχή να σηκώνεται, να στέκεται όρθια δίπλα στο χαρτόκουτο του ψυγείου, να ισιώνει τη γραβάτα να ξεσκονίζει το πέτο και να σου δείχνει με υπερηφάνεια το χαρτόκουτο, λέγοντάς σου: «περάστε παρακαλώ στο σαλόνι». Την ίδια στιγμή, που εσύ εμβρόντητος σκέφτεσαι, πως είναι αδύνατο να χωρέσεις σΆ αυτή τη σκοτεινή τρύπα που μοιάζει με λαγούμι και δεν ξέρεις που θα σε βγάλει, αλλά ότι είναι αποκρουστικό αυτό το εκεί και σε φοβίζει και σε κάνει να νοιώθεις γυμνός και μόνος και εντελώς αδέσποτος σαν σκύλος στο σύνταγμα και φοβισμένος σαν νεογέννητο κουταβάκι σε μια γωνιά που αγωνιά να περάσει απέναντι το φανάρι και παίρνει φόρα χωρίς να κοιτάζει τα αυτοκίνητα γιατί αν δεν τα κοιτάζει είναι σαν να μην υπάρχουν, δεν τα φοβάται, όμως αυτά υπάρχουν κι ένα από αυτά σκοτώνει το κουταβάκι, αυτό το μικρό που κρύβεται μες στην ψυχή σου. Κι εκείνη ακριβώς τη μεγάλη στιγμή που μέσα της χάθηκες καταλαβαίνεις πόσο ίδιο είναι το-μικρό-κουτάβι-εσύ με τον άστεγο που δεν σε κοιτάζει ή σε ειρωνεύεται σε άμυνα όπως ακριβώς εσύ δεν κοίταζες τΆ αυτοκίνητα καθώς διέσχιζες το δρόμο στο φανάρι. Εσύ ό ίδιος με τα τακούνια, με τη γραβάτα με την τσάντα γεμάτη άχρηστα πράγματα ασπίδες ασφαλείας, είσαι το ίδιο το σκοτωμένο κουτάβι κι ο ίδιος ο άστεγος ο μόνος, καθώς στέκεσαι με το χαρτόκουτο εκ δεξιών και την κοινωνία, τον κόσμο το σύμπαν εξΆ ευωνύμων. Και με κάποιο τρόπο, όσο αποκρουστικό και κατάντια να σου φαίνεται, το χαρτόκουτό σου, μοιάζει λίγο με τη μήτρα της μάνας σου από μέσα, όπως τη θυμάσαι κι έχει και μια γλυκειά ανακούφιση αυτήν την «αντίδωρο-στη-συνθηκολόγηση» ανακούφιση, τη στιγμή που παραδέχεσαι κρυφά «δεν χωράω στον κόσμο σας, δεν χωράω». Είναι που έχει τελειώσει η μάχη.
 Το γυαλί τΆ ουρανού
«Μπετίνα, εσύ ΅σαι; Εγώ είμαι καλή μου, το Γιωργάκι. Το Γιωργάκι της Μιχαλιέσσας. Μίλα μου να σΆ άκουσω, χάλασε τα μάτια μου η σπειροχαίτη και δεν σε βλέπω.» Είχα κρυφτεί πίσω από την κουρτίνα. Με είδε να στέκομαι στο παράθυρο (μόλις την προηγούμενη, είχα ζητήσει από τον κύριο Αριστερόχειρα να μου αλλάξει δωμάτιο, για να μείνω στο ισόγειο, που αντί για μπαλκόνι, η μπαλκονόπορτα, άνοιγε κατευθείαν στον κήπο). Από κει με είδε, φτάνοντας. Με θυμήθηκε, αλλά δεν κατάλαβε ποια είμαι. Πάνε χρόνια που συναντηθήκαμε στην «τούμβα» όπως την έλεγε. «Έχω νοικιάσει ένα σπιτάκι σΆ ένα περίεργο χωριό» μου έλεγε. «Τα σπίτια του, δεν είναι συγκεντρωμένα όπως σε όλα τα χωριά, αλλά απλωμένα σΆ ένα δαχτυλίδι, το ένα δίπλα στο άλλο, κολλητά γύρω από ένα λοφάκι, μια τούμβα.» Ήταν σκαρφαλωμένος πάνω σε μια ιδιότυπη σκάλα. Αντί τα σκαλάκια να είναι ανάμεσα στους οδηγούς της, η σκάλα αυτή, πανάλαφρη και καθόλου ασφαλής, είχε ένα φορέα στη μέση και καρφωμένα απάνω του σαν σε σταυρό πολλά στραβά ξυλαράκια. Την έστηνε κάθε πρωί στην κορφή του λόφου, χωρίς να τη στεραιώνει πουθενά. Ακούμπαγε λέει, στο «γυαλί τΆ ουρανού». Ανέβαινε, χτύπαγε το γυαλί και φώναζε, Μπετίνα, Κωστή, Βασιλοπούλα, όποιον του ΅ρχόταν. Aλλοτε φώναζε Ερρίκο, χερ Χαςς, ονόματα αλούτερα, κανείς δεν τα ήξερε και ξενικά. Τον ρώτησα μια μέρα γιατί; Μου λέει «παιδί μου, τι θαρρείς, ότι έγραψα δυο στιχάκια και τρεις ιστορίες κι αυτό είναι το έργο μου; Όχι. Εγώ ΅μουνα γιΆ άλλα. Είχα στα σκαριά μια μεγάλη επιχείρηση εκμεταλλεύσεως λατομείων. Θα την έκανα με τον Κωστή (τον Πασχάλη ντε). Και είχα και μια βαθυτάτη μελέτη για «παιδικό παιγνίδι εν αναφορά προς την Ψυχολογίαν και την Παιδαγωγικήν», όμως η Μπετίνα, δεν έπαιζε πια μαζι μου και οι άλλοι, όταν «άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου» δεν έπαιζαν πια μαζί μου κι ο Κωστής (ο Πασχάλης, ντε) είναι πάνω από το γυαλί τΆ ουρανού. ΓιΆ αυτό χτυπάω. ΝΆ ανοίξει να πάω κοντά του.» Γέρασα απότομα μόλις τον είδα. Σαν να ξαναφυτρώσαν στα πόδια μου τακούνια κόκκινα και στενές φούστες με σκίσιμο στο πλάι. Σαν να ξανακρύφτηκε η Αλίκη μέσα στη Μάτζικα. Σαν η Αλίκη να μην είχε κατέβει ποτέ από την «τούμβα». Δεν ήθελα να τον ξαναδώ ποτέ. Κι όμως, τον αγαπούσα τόσο. Φοβήθηκα μην είδε τις μύτες από τις γόβες μου κάτω από την κουρτίνα. Φώναζε ακόμα: Μπετίνα!
 Φωτο: Winnie
Τρία ροζ δέντρα
Το ξενοδοχείο μΆ αρέσει πολύ. Έχει δύο από τα πιο αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο. Φανταστικά πρωινά και φανταστικό κήπο. Αληθινά φανταστικά. Έχουν ότι μπορείς να φανταστείς.
Ακόμα, δεν έχω γνωριστεί με τους άλλους φιλοξενούμενους. ΜΆ απασχολούσε πολύ η Μελένια. Ο μαγικός μου άγγελος-σκύλος που με ταξιδεύει στην πλάτη του, θύμωσε μαζί μου γιατί αντί να έρθω εδώ πετώντας μαζί της, ήρθα γλιστρώντας στο λαγούμι. Η Μελένια ένιωσε προδομένη. Κι όταν το πρωί κάθισα στο γωνιακό τραπεζάκι της τζαμαρίας και φαντάστηκα στο πρωινό λουκουμάδες με ζάχαρη άχνη, πέταξε για λίγο έξω από τη τζαμαρία και μου σφύριξε : «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να φαντάζεσαι λουκουμάδες με άχνη. Αυτό το πρωινό ήταν για τα δικά μας ταξίδια, τα ιπτάμενα.» Όμως το ξενοδοχείο, είχε ακούσει τη φαντασία μου, κι οι λουκουμάδες ήταν ήδη στο πιάτο μου.
Ο Βέρθερος και το Ναρκωμένο ντουλάπι κοίταζαν προς τη μεριά μου, αλλά δεν νομίζω να κατάλαβαν κάτι, γιατί το μυαλό τους ήταν απασχολημένο, με άλλα θέματα, σοβαρά. Δεν ξέρω τι, αλλά σοβαρά! Κι ύστερα ο κύριος Ζερβός, πέρασε από το τραπέζι μου, με χάιδεψε στο μάγουλο και μου έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. «Κι η κόρη μου φαντάζεται πράγματα και συμβαίνουν», μου ψιθύρισε. Πάντως κι εκείνος είχε έννοιες. Γενικά στο ξενοδοχείο υπήρχε μια σύγχυση για ένα θέμα πολύ σοβαρό. Δεν ξέρω τι, αλλά σοβαρό.
Έφαγα γρήγορα τους λουκουμάδες και φαντάστηκα μια κούνια δεμένη σΆ ένα ροζ δέντρο. Ήθελα να εξηγήσω στη Μελένια, πως έχει αρχίσει να φέρεται σαν άνθρωπος κι όχι σαν μαγικός άγγελος-σκύλος που πετάει. Βλέπει παντού προδοσίες όχι γιατί συμβαίνουν, αλλά γιατί απλώς τις φαντάζεται. Ευτυχώς ο φανταστικός κήπος είχε χώρο για τρία ροζ δέντρα κι ένα σχοινί της μπουγάδας. Λίγο άβολο, αλλά σε λίγο φαντάστηκα ένα μαξιλάρι κι έκανα κούνια ως το βράδυ.
Αύριο, θα ρωτήσω τον κύριο Αριστερόχειρα αν επιτρέπεται στο ξενοδοχείο να φαντάζεσαι μαγικούς άγγελους-σκύλους που πετάνε. Με λένε Αλίκη, Φοράω ένα μακρύ φουστάνι και παίζω σχοινάκι. Τα μαλλιά μου, ας τα πούμε επιθετικές ενορμήσεις, είναι καλυμμένα με λουλούδια. Το ίδιο και το πρόσωπό μου. Δεν έχω χαρακτηριστικά. Δεν είμαι πρόσωπο. Είμαι το παιδί. Το παιδί στο στήθος μου, το παιδί στο δικό σας στήθος. Είμαι το παιδί που υπήρξα και το παιδί που θα γίνω, όταν τελειώσει η μακριά περίοδος της ενήλικης ζωής. Είμαι το παιδί που δεν χρειάζεται φούρκα, υποστήριγμα για να σταθεί. Κι ας μου το προσφέρει η τέχνη και η ανάλυση. Βλέπετε πόσο μοιάζουμε; Δεν θυμάμαι από πού κατάγομαι. Θυμάμαι μόνο από πού ξεκίνησε το ταξίδι μου γιΆ αυτό το ξενοδοχείο. Δεν έχω πατρίδα. Έχω μόνο μια «αποβάθρα» να θυμάμαι. Κι όχι ακριβώς αποβάθρα. Μια τρύπα, την τρύπα του κουνελιού που η περιέργειά μου μΆ έσπρωξε να κατέβω και βρέθηκα εδώ. Δεν ξέρω γιατί βρέθηκα εδώ. Όμως αυτή ακριβώς η παρουσία μου, είναι από μόνη της μια τόλμη. Δεν ξέρω ακόμα τι ελπίζω να βρω. Όμως σίγουρα ελπίζω να βρω κάτι. Κάθομαι στο διπλό κρεβάτι μου το καλοστρωμένο κι αποφασίζω νΆ ανοίξω τη βαλίτσα μου. Πάνω πάνω έχει ένα βιβλίο. Το ανοίγω και διαβάζω φωναχτά: Λακωνικόν του Οδυσσέα Ελύτη O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο. Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος, Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι. Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, Xειμώνα ελάχιστε, H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου. (Δια χειρός Magica de Spell)
|