index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > 'Ασημος γραφέας

'Ασημος γραφέας


άνδηρον aγχίαλος ιεροκρυφίως*
 
"το προσωπικό, για τον Νίκο, σήμαινε οικουμενικό"*



εγώ, πάντως, γράφω για την Ελένη και μόνο

-παιδεραστής καλός, μεταξύ των πελταστών*



[… …]



- Στό 'χω πεί πως μ' αρέσει το κανταΐφι... έ;


- μ μ μ...



- Σού έχω πεί... πόσο μ' αρέσει το κανταΐφι!
  
Λαγαρά επανέλαβα. Ζήτημα αν με άκουγε. Προσηλωμένη έδειχνε στα ζουμιά που  
  κύλαγαν πάνω της.


  
'Εκοβε καρπούζι και ξανά καρπούζι και πάλι. Κόντρα καρπούζι στο στόμα.
  'Εφτυνε τα κουκούτσια στο
   πιάτο. Τα δάχτυλα όλα πασαλειμμένα.


   
[… …]



   'Οπως καθόμουνα, κάθιδρος, έσταξε λίγος ακόμη ιδρώτας.

   'Εβγαλε απρόσμενα τη γλωσσίτσα της και την πέρασε στον αέρα.
    
Πλησίασε και έγλειψε τη σταλιά.

    (Στο τόσο καρπούζι κολλούσε κι η γλώσσα).


    
'Ενιωθα πότε το άρχιζε, και για πότε επαίζαμε κάθε φορά το ίδιο παιγνίδι.
    
(Ερωτισμός διάχυτος στη βεράντα· κι ο γάτης). Υγρά ανταλλάσσαμε...
     
'Οπως τότε με το τεψί - τις πατατούλες που μού 'ψενε κάτω, στον φούρνο.


     
[… …]

     

Εν τέλει το καρπούζι τελείωσε. Πια δροσίστηκε κάπως.


     
[… …]


     
'Απραγη, στη σαιζ-λόνγκ, άνοιγε τώρα τα σκέλια της και
     
Μόδειχνε το μουνάκι* της πάλε*. Βλέμμα αυτόματον* ευθές εγκαίνισεν εν τοις
     εγκάτοις μου
. 'Εφερα κατά νου, αν και απησχολημένος με ένα τόσο λινάρι, τα
     αιδοία των δυό μας εν τη συνουσία οργώντα*... 'Αλλωστε, στο σημείο αυτό, της 
     πρόστυχης ιστορίας μου, θα ημπορούσα να εμβάλλω τον Γεώργιον Χοιροβοσκό,
     μεγάλον αλήτην, όστις "σαν το Μεγάλο Αλέξανδρο κάμνει το σταυρό του και
     λέει: «'Ελα Χριστέ και Παναγιά
»."*
  
     


[… …]

     

Μύρισε φρέσκο σαπούνι στη βρύση, ο καφές στο φλυτζάνι και η κορομηλιά.

     Είπε· ας παίξουμε τον πίνακα με τους εραστές*...

     Και ξύρισα επιμελώς τ' αχαμνά μου.

   

     






--------
     
i. Στην προμετωπίδα το παράθεμα όπως αποδόθηκε στη συνέντευξη της συζύγου του    ποιητή, Λένας, στο ΒΗΜΑGAZINO (4-3-2007). Σημείωσε τη φράση του ίδιου: "θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό" (Ποιήματα Α, 'Ικαρος 1977, σ. 145). Πρβλ. τη διατύπωσή του στα 1938: "όσο είναι πιο προσωπική [μιά τέχνη] τόσο κι' έχει πιο πανανθρώπινη σημασία" (Πεζά κείμενα, 'Υψιλον 1987, σ. 81).





ii.
Στα επιμέρους (-σε δουλειά να βρισκόμαστε):


- ιεροκρυφίως· παρμένο από το ποίημα Νυκτερινή Μαρία (Ποιήματα Α, σ. 63).



- παιδεραστής κλπ.· απ' αφορμή κάτι λέξεις που διάβασα στο 'Ορνεον 1748ερμηνεία των ζωγράφων υποτιτλούμενο (Ποιήματα Β, σσ. 91-92).



- μουνάκι· θυμίσου τον στίχο από την Ελεωνόρα (Ποιήματα Α, σ. 42):


το φύλο της

είναι

οξέα σφυρίγματα

μέσα στη γαλήνη 

του μεσημεριού

                                              -Ναί, ήτανε μεσημέρι.

- πάλε· άκουσέ το, τούτο το πάλε, σε βροντερή απαγγελία Βασίλη
Παπαβασιλείου, όταν διαβάζει τη Βυκάνη (Στην κοιλάδα με τους ροδώνες,
'Ικαρος 1978, σ. 98 κεξ. - Το πλήκτρο μέσω του άωρον).


- αυτόματον· ιδές και πως λειτουργεί στο Μόλις σημαίνουν τα μεσάνυχτα, ο Jef, το μέγα αυτόματον... (Ποιήματα Α, σσ. 133-134).



- οργώντα· μνημόνευσε εδώ τους στίχους από το ποίημα Πεζοναύται (Ποιήματα Α, σ. 28):

σαλπίσματα της συνουσίας

προς τα πηγάδια

τα οροπέδια

το χαρταετό


- σαν το Μεγάλο Αλέξανδρο κλπ.· απόλογος του ίδιου του ποιητή, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, πολλάκις ενθέτει στα ποιήματά του επιφανή πρόσωπα της γενικής ιστορίας είτε του μύθου (ως εδώ, εγώ, τον Γ.Χ.) τα οποία λειτουργούν ως κλειδιά του α χειροποίητου, του καθημερινού.

Στο ως άνω παράθεμα με τον Μακεδόνα Αλέξανδρο (και όχι τον Σκιαθίτη μου) σύμπας αποφαίνεται: "Για να καταλάβει ένας «ακαδημαϊκός» τούτη τη σεμνή προσευχή, πρέπει τουλάχιστον νάχει πεθάνει" ([Οι Ακαδημαϊκοί και η Τέχνη], Πεζά κείμενα, σ. 82).



[Σημ. Συχώρεσέ με, δεν άντεξα και το κότσαρα κείνο το μύ στο κάνει του. Κάπως, λέω, κάπως να επιβάλλω στη γλωσσίτσα σου μιάν στάση· να σπάσεις την ροή του λόγου· να αρχίσεις, επιτέλους, πάνω στο σώμα μου να διαβάζεις συλλαβιστά - σαν βρέφος. Για την κατανόηση του κυβευομένου εδώ, λάβε υπ' όψιν το παιγνίδι με το μεταγγιζόμενο οδοντικό στις επαναλαμβανόμενες στροφές στο Πρωϊνό τραγούδι (Ποιήματα Α, σ. 130) και τις ερμηνείες που παρέχει ο ίδιος πίσω, στις σημειώσεις (σ. 158).]



- εραστές· το τελευταίο κατά σειράν αστεράκι ομνύει στον πίνακα (σ. 23) της έκδοσης Στην κοιλάδα με τους ροδώνες. Ο ίδιος περιγράφει στον Μαθητευόμενο της Οδύνης (Ποιήματα Β, σ. 121):

Και των βυζιών της τις κραυγές

τις κόκκινες

και τους κρυφούς

θυσάνους
 
Αν δεν βρείς αυτόν τον πίνακα, έλεγξε τουλάχιστον τούτο το ερωτικό ζεύγος. Ευκρινέστερα στον τόμο «...και σ' αγαπώ παράφορα, Γράμματα στη Λένα» ('Ικαρος 1993, α/α 725, σ. 97) όπου οι εραστές κατονομάζονται «Οδυσσέας και Καλυψώ, 1960». Ο ήρως φέρει βαρύτιμο δαχτυλίδι ενώ η ερωμένη βαστάζει ψαροκόκκαλο. Τα βυζιά, στην άλω, και πάλι χρωματίζονται άλικα.




iii. 'Υστερον
· Το όλον, αν και αρτυμένο σε ποίηση και έργα Εγγονόπουλου, εκτυλίσσεται στον σκεπασμένο εξώστη, στο χωράφι φυσικά, υπό τους ηχηρούς όσο ξηρούς και ασθμαίνοντες κρωγμούς πάμπολλων μόνο τζιτζικιών, το καλοκαίρι, όταν από τα βάθη της ρεματιάς ένας πουπούξιος κάλλει. 

 




συναγωγή  [είτε συμπίλημα]
 
για τον έτερον  'έρωντα'  και  'μπαρμπα-Γιαννιό' 
 

 
 
*
 
 
 
ετοιμασία των χελιδονιών η παραλογή
άπεφθες ανεβαίνουν οι μέρες με τον σταματημένον ήλιο στα μάτια
παραμυθία και φθάνει απηλιώτης πρόχορος ο ασβέστης με το λουλάκι στις κώμες
 
Γεννήθηκα στα 1854/1851. Αύγουστο. Στην Τήνο. Πύργος το χωρίον μου. 'Hμουν καλός στο λάξευμα της πέτρας. Δούλεψα το μάρμαρο. Με το εργόχειρό μου στράβωνα όποιον μού γυρεύε και 'γώ δεν ξέρω τί. Ο ήλιος πλούσιος στο λευκό νησί. Θυμάμαι. Ασβέστης.
 
είδες τις γυναίκες τα πρωινά να σηκώνουν τα μάγια οίκους επί τα χείλη έτσι τα μελίσσια φτάνουν στους κορμούς
λικνίζονται τα κίτρα πως οι άγαμες θα βυζάξουν τα λουλούδια
 
Είδα την κορασιά και στραβώθηκα. Ο ήλιος. Η ώρα τση. Η ομορφιά της. Αστροπελέκι. Γύρεψα τον κόρφο της.
 
η λυτή είδε τους ανέμους δεμένους τώρα κρουσταλλιάζουν τα ιδώματα
 
αγγέλιασμα το κεφαλοπάνι τα νηστικά μάτια
 
Τρελάθηκα. Με στείλανε στους Κόρφους. Κι ήμουνα νιός ακόμη. Χρόνους έμεινα σώκλειστος. Δεκατέσσερεις. 
 
 
*
 
 
απόταχο το πεφταστέρι στα μάτια ως τα νεκρά άλογα τόση ασπράδα τα κόκκαλα
έτσι φτερούγισε η έγνοια
 
Εμπνεύστηκα πολλά έργα από 'κείνην, αλλά βρισκόμενος συχνά σε άσχημες στιγμές τά 'σπαζα και τά 'κανα κομμάτια... *
 
το φεγγάρι αιματοσταλάζει τις γενεαλογίες αιχμάλωτες στ' αερικά
και στις αλυκές οι αποκρισάρηδες ξεδιαλέγουν τα κρίματα
 
πώς γύρισε η μέρα τον ήλιο ο κουρνιαχτός από το πέσιμο ανεβαίνει
 
 
*
 
 
Νεαρούλης κατατηξίτεχνος, σπουδαγμένος στας Ευρώπας (Μπαυαριά) εν έτει σωτηρίω 1873. 'Αριστος. Υπότροφος. Είτα ελωλάθη, ως είπαν.
 
το στρουθί δακρύζει λαλητής και απολησμονιάρης
ο νηστικός φθάνει στην καρδιά ξεκίνησε τ' αλάτι ατέλειωτο και τον
κελαδισμό

 
Από το τρελοκομείο βγήκε "ως εκ παστάδος προελθών,..  φρέσκος, καινούργιος και τραγικός, με ένα θείο ενθουσιασμό διονυσιακού τράγου" (Τσαρούχης, 1964).
 
προσμένει τα κοράσια φοβούνται όταν βλέπουν τον αναδρομάρη
οι άλλοι διώχνουν τις ξωθιές και το μυστικό πληγώνει τον ανήσκιωτο
όταν πλαντάζη στ' αναφιλητό αμολόγητος την ανάληψι των δέντρων να θυμίζη
 
'Εφαγα ξύλο... πίσω στο νησί, σαν γύρισα. Μόνος, έβοσκα πρόβατα. Μεγάλος πια κι όμως έτρωγα ξύλο. Φώναζαν: Μακρυά ο τρελλός απ' τα κορίτσια...
 
η γητειά παγίδεψε τα πουλάκια στο χοροστάσι
 
 
*
 
 
κεχαριτωμένος τρύγισε το χάδι του πεινασμένου τ' αγριομέλι στις
στράτες

των ματιών ψαύει τις άπλαστες αστραπές στις πέτρες ασύλητος
 
Δαιμονισμένος, συνομιλούσα με τις σκιές μου. 'Ενας απόκρυφος παγανιστής. Είτα δούλευα ξανά το, χάραζα εδώ και 'κεί το σκοτάδι που είδα. Κι όταν μού έπαιρναν ένα πρόβατο επί σφαγήν, γύρευα και το φώναζα με τ' όνομά του σ' όλες τις ραχούλες του νησιού. Ποιμένας στην τρέλλα μου.
 
θυμός ιερός το χώμα η παρθένα διαβαίνει έλκονται τα πέρατα
ώς τους εξώτερους η απαλλαγή απ' το χάος ύστερα θυμάται τους
αδελφούς άθαφτους

ο πόνος φίλος και συνέκδημος του πατέρα και κίνησαν οι μορφές στα
μαρμαρένια αλώνια

 
- Ο Πόνος είναι άντρας. Τί ξέρεις εσύ από πόνο; *
 
εκεί στα περιβόλια ιλαρός και αναβαλλόμενος τί τα πετροβολήματα και
τί μακρύς ο λώρος

όλες οι χαρές όλα τα μυστικά ως άγγιξε ο πρόδρομος ο άγιος ο κυνηγός
 
Λεφτά δεν έβγαλα ποτές μου. Κι ούτε μού μιλούσαν στο χωριό. Ξέρανε για μένα. Σαν ξανάρθα στην Αθήνα γέρος πια, θά 'μουν ογδόντα χρόνων, μού δείξανε κάτι σχέδια του Πικάσσο κι είδα μέσα τους την ελληνική γραμμή. Χαμογέλασα ευχαριστημένα.
 
στις πέτρες σώζεις τις θαλάσσιες αγωνίες ουράνια κύησι
 
 
*
 
 
ρίγος και προσφορά ιλαστήριος η ομόρριζος πίκρα της αδελφής
ζή ο βασιληάς Αλέξανδρος;
ιδού οι περάτες νεύουν εν σιγή ότι ο βασιλεύς ζων και νεκρός
αποτελείται την ζεύξιν

όσοι ακολουθούντες εγγύτεροι ότε οίκος αυτόμελος υψοί την
προσδοκίαν

 
 
*
 
 
 - Ποιός να με κρίνη εμένα, παιδάκι μου... *
 
η ορτυκομάννα διαβαίνει
το σκήνωμα μηνάει γύρω γύρω η θάλασσα
βρέχει
και στις συνάξεις διηγούνται την αποδημία είδησι καλή
 
Στον 'Αδη κατέβηκα ζωντανός. Και ξαναγύρισα. Τα σώματα έκτοτε δούλευα από μνήμης. Χάραζα και στους τοίχους απάνω. Χαρτί δεν είχα.
 
δίψασε το ποταμάκι απ' αθάνατο νερό
 
 
 
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

'Ω! ας ήμην ακόμη πτωχό βοσκόπουλο εις τα όρη...
 
 
  
 
 
---------------------
i. Στην κόψη, οι τριανταπέντε στίχοι συναγμένοι γύρω από την στάση: Νήψις του πατρός ημών Γιαννούλη του Χαλεπά (συλλογή:  ακαινοτόμητοι, 1984). Ποιητής ο Β. Ν. Μπόνος, δικηγόρος επί τιμή. Φίλος στην ματαία τούτη ζωή και τον τιμώ. Το ποίημα αναδημοσιεύθηκε στον συλλογικό για τον γλύπτη τόμο: ΧΑΛΕΠΑΣ, ο Κοσμοκαλόγερος καλλιτέχνης από τον Πύργο της Τήνου (επιμ. Στρ. Φιλιππότη, εκδ. ΕΡΙΝΝΗ, Αθήνα 1999, σσ. 77-79). Κατόπιν περιλήφθηκε στον συγκεντρωτικό τόμο: αυτόμελα (Ταμύναι 2004, σσ. 123-126) στον οποίο έχω αναφερθεί και άλλοτε (άωρον).
 
ii. Το παρόνομα ψηλά παραλλάσσει το γνωστό:" Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...• έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας" ('Ερωτας στα χιόνια).
Την τελευταία επιθυμία εξέφρασε πρώτο το βοσκόπουλο (του ιδίου, 'Ονειρο στο κύμα).
 
iii. Με αστερίσκο, αυθεντικοί λόγοι του μπαρμπα-Γιαννούλη. Στοιχεία βιογραφικά μαρτυρεί ο Στρατής Δούκας και τράβηξαν την προσοχή της Λιλής Ζωγράφου (περ. Επίκαιρα, 18-10-1968).
 
iv. Η φωτογραφία παρμένη λίγο πριν από το θάνατό του, 15-9-1938. Ιδές την, ολόκληρη, στο συλλογικό τομίδιο, σ. 190.  Ενδιαφέρει η εκφραστικότητα των χεριών του παππούλη. 
 
v. Έτος 2007. Έκθεση γλυπτών μετά από πολλά χρόνια σιωπής (σαράντα από κείνην που προηγήθηκε και ογδόντα από το θάνατό του) στην νεότευκτη Ελληνική Γλυπτοθήκη, στου Γουδή. 'Αμε να δείς και το τραγί σου σιμά στον Σάτυρο και τον έρω[τα].
 
 


επίστεψις
 
 
 
στην Μαριάννα Κορομηλά, με όλην την αγάπη
 
 Μεσημεράκι, συνήθως, προβάλλω απ' τη Στοά της Φωλιάς του Βιβλίου, κεκαρμένος εν χρώ, κι ατενίζω, με τις φρεσκοκομμένες τριχούλες να μού τριβελίζουν τον ζβέρκο, ψηλά, πίσω από τον γυναικωτό Απόλλωνα, τον Αη-Γιώργη, με τα ξεραμένα παλούκια των αθανάτων στη ράχη του. Στους δρόμους της πόλης όλο και θα συναντήσω κάναν φίλο με τον υιό του να βολτάρει αγκαλιά. Τα χέρια δίνουμε και έναν ασπασμό.
 
'Οταν κατεβαίνω την Αιόλου, προτιμώ νά 'ναι κλειστά τα μαγαζιά. Είναι η ώρα που το παλιό κάστρο βασιλεύει στον περίκλειστο τόπο, με τους ναούς απάνω ολόφωτους. Νιώθω κάθε φορά την ίδια έκπληξη και αγαλλίαση μαζί, ψυχική. Την ίδια, λέω, με τον κυρό εκείνο Χωνιάτη Μιχαήλ, τον επίσκοπο, όταν, απεσταλμένος στην μικρά του 12ου αιώνος κώμη μας, πρωταντίκρυσε με δέος τον Παρθενώνα. Τον είχε μέχρι τότε ιδεί με τη φαντασία του, από τις περιγραφές στα αρχαία συγγράμματα, στις βιβλιοθήκες της Βασιλεύουσας. Κοντοστέκομαι στην αλλοτινή είσοδο της πόλης (Σοφοκλέους γωνία) κι απομαντεύω τα κάρα που τραβάνε, τάχα μου, για το Μενίδι.
 
Πιο κάτω αναζητώ το τετράκογχον, του 5ου αι. μ.Χ. Γυρεύω τα ημικύκλια που το ορίζουν, αφήνοντας μιάν αίσθηση γλυκιά στη ζήτηση του νού. 'Αργησαν εδώ να θεμελιώσουνε ναούς οι Χριστιανοί. Νωρίτερα η κάθοδος των Ερούλων (267) ερήμωσε την αττική γή. Ιδές σήμερα, μείς, πώς καλύψαμε κάθε της σπιθαμή...
 
Κατά τη δύση του ήλιου, όμως, επιθυμώ να βρίσκομαι ήδη στη ρωμαϊκή αγορά. Την γυροφέρνω αργά-αργά, σαν αγρίμι που παραφυλάει τη λεία του. Στα δεξιά του δωρικού Πρόπυλου βρίσκω τα χαλάσματα βυζαντινού οικισμού. Λίγα, έρμα, χωρίς σήμανση καμμία, κρυμμένα πίσω από την Ιερά των Παναθηναίων οδό, σμίγουν από μόνα τους με τον ομόστικτο και ομογάλακτό τους ναό των Αποστόλων. Υψώνεται πιο κεί, σταυρόσχημος και αλειτούργητος. Αλλοδαπές μόνον ή τσιγγάνες βαστάνε στον κόρφο μωρά. Οι δικές μας δεν πολυνοιάζονται.
 
Στην ανωφέρεια, πάνω από το ιωνικό περιστύλιο της αγοράς, χαζεύω ό,τι απόμεινε από το Κιουτσούκ Τζαμί. Το ισοπεδωμένο μικρούλι ιερό, με την κόγχη του. Στο δάπεδο γραμμένο. 'Οσο δύει ο ήλιος στο Αιγάλεω, ροδοκοκκινίζει στα νώτα ο Τρελλός. Είναι η ώρα μου.
 
'Αλαλο το Φετιχιέ Τζαμί στους εσπερινούς χρωματισμούς. Σφραγισμένο, αχρηστεμένο, δίχως μιναρέ, με την σκεπή χορταριασμένη, αλλ' ολόρθο, χτισμένο πάνω σε μιάν παλαιά χριστιανική βασιλική, με εμφανή τα δικά της από κάτω ερείπια. Τί έλεγα; 'Α, ναί! Στην κρήνη μιά σουσουράδα βολεύεται.
 
Πιάνω ξανά την πεφιλημένη οδό του Πανός κι από τον εξώστη της Αρέτουσας αγναντεύω πότε θα φωτίσει το Ηφαιστείον. Το Agrigento, αίφνης, αναλογίζομαι και τους δικούς του ναούς, στη σειρά. Ακέραιους. Αιώνες διατηρημένους ως εκκλησίες χριστιανικές. Χάνομαι ύστερα πίσω από τις φυλλωσιές, στη ρεματιά, κάτω από τον 'Αρειο Πάγο και τις σπηλιές.
 
Αν όμως φωτίζει ακόμη, αποτελειώνω την γύρα της ρωμαϊκής αγοράς με τις Βεσπασιανές [:χέστρες, μη τη φοβάσαι τη λέξη] και την ξεμοναχιασμένη θύρα του οθωμανικού μεντρεσέ (1721), αντίκρυ στους Αέρηδες. 'Επειτα, βούρ ξανά, για την Μεγάλη Παναγιά.





νταμουζλούκι

 
 
Είπα: θα βγώ!
Πήρα μαζί μου την τελευταία μου φράση και έκλεισα πίσω την πόρτα.
'Οπου με βγάλει.
Τραβάει κανείς ώρες-ώρες για όπου τον βγάλει. Ο καιρός νά 'ναι καλός. Η μπόρα να έχει περάσει. Η μπόρα; Μα βγάζει αυτό πουθενά;
Με ταλάνιζε αυτή μου η φράση´ την έκλωθα γύρω-γύρω με τη γλώσσα μου σαν όπως πειράζω ξεχάρβαλο δόντι. [Μία μου φράση].
Στην πρώτη βιτρίνα-καθρέφτη μ' απάντησα ανήσυχον και τα μαλλιά ανάκατα. 'Ημουν εγώ;
Αξύριστος, ασουλούπωτος, μες στην πολλή μου τη θλίψη έφερνα πάλι και πάλι κείνη τη φράση, τη φράση μου, και αναμάσαγα πώς να τη χτίσω.
Το βλέμμα σκοτεινό, γυρισμένο ασπράδι, ανασηκώνεται και βλέπει ό,τι στον ορίζοντά μου προβάλλει ανάκατα.
Τό 'κοψα από Βουρνάζου, Γέλωνος και Δεινοκράτους 'σα πέρα. Φυλλωσιές μού έκρυβαν τον ουρανό. Και από κάτω κρυβόμουνα. Την λύπη μου περιέφερα. Λύπη που γελάστηκα, που με γέλασες. Και την πολλή μου θλίψη. Κάτι πάλι μού έφταιγε. 'Ολο κάτι μού φταίει. Και μία φράση ανάμεσα. 'Οχι έτσι, πρώτα εκείνο, ή, ακόμη καλύτερα [για τη φράση...] χωρίς αντικείμενο .
Δε μπορεί. Θα έφταιγε και το άλλο.
Εκ νεότητός μου πολλ ...
Κατεβαίνω τα σκαλιά της Πινδάρου με την ίδια μου σκέψη. 'Επιασα την Αλεξάντρου Σούτσου και βγήκα από Αμερικής στη Σταδίου. 'Α! Μάλιστα!
 
Νωρίτερα είπα: θα βγώ! Και είμαι μέσα ακόμη. 'Ως το λαιμό. Μέσα καλά-καλά. 'Ομως μέσα. Το δίχως άλλο, το πράμα με βάραινε. Και δεν έκανα βήμα.
Κρύο αεράκι με φλόγιζε. Σφίγγω το πέτο στο λαιμό. Να φυλάξω το στέρνο. Κρύγιο.
Μια γύρα τώρα στην Ευριπίδου. Κυριακή απόγευμα και το μπαχάρι κανέλλα ανέπαφο.
Μέ γέλασες. Γέλασες; Μπά! Δεν ακούστηκε. Ποιόν βρίζεις;
Γυρίζω αμέτοχος. Κολωνού και Αγησιλάου γωνία. Χώθηκα μέσα [για μία μου φράση...]. 'Ο,τι πιο φτηνό.
 
'Εστρωσα ξανά το υποκάμισο πάνω μου. Αρχινώ πάντα από τα πάνω στα κάτω. Ημίφως. Τόσο μικρά τα κουμπάκια! Δεν είναι για μένα.
'Εξω η νύχτα, υγρή, ραίνει το μέτωπο. 'Εως θανάτου περίλυπος. Είπα γυρνώ; Μπά, στα ίδια κυλάω.).






επιφάνεια
 
'Επιασα να καθαρίσω τα ψάρια. Τον θυμόμουνα να γλείφει τα δάχτυλά του και να λέει: «πόσο νόστιμα τα ψένεις, εσύ!» Μού 'λεγε κι άλλα παράξενα και με άναβε, όπως: «καβλώνω, μανάρι μου, όταν μυρίζω στα ακροδάχτυλά σου κρεμμύδι και σκόρδο». Και δώστου εγώ σκόρδο και κρεμμύδι και ντοματούλα από πάνω φετούλες, να μοσχομυρίσει το σπίτι. 'Οταν πρωτομαγείρεψα γι' αυτόνε, τού έφτιαξα ολόκληρο ταψί ψητά φιλετάκια με πατατούλες, εκεί στην εξορία που τον επισκεπτόμουνα. Με το που το τράβηξα από το φούρνο, τόν είδα που τού 'τρεξαν τα σάλια πάνω απ' το ταψί. Εργένης! Ποτέ δεν μαγείρεψε κάτι από μόνος του. Κι εκτίμησε την προθυμία μου. Την άλλη φορά μπροστά σε μιά ομελέτα χτυπημένη με ντοματούλα τόν πήρανε τα ζουμιά.
 
Μαγείρευα νόστιμα. Δεν χωράει αμφιβολία. Τού 'λεγα: «ό,τι θέλεις! οτιδήποτε θελήσεις, ζήτα το και 'γώ θα στο φτιάξω». Με είχε τραβήξει κοντά του με τα γράμματα που μού 'στελνε απ' όλο τον κόσμο.  'Ενα του σημείωμα από το 'Ααχεν, κάποτε, με είχε τρομάξει: «Οι άνθρωποι που διάλεξαν να ζήσουν μοναχικά, κι αυτό για να ικανοποιήσουν για μιάν ακόμη φορά τον εγωϊσμό που θεριεύει μέσα τους…».  'Ετσι, ακαταλαβίστικα μίλαγε. Φοβόμουνα και τη ματιά του ακόμη, όταν με κάρφωνε και με λίγωνε και δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Πού να τού κρυφτώ.
 
Τον είχα ή, μάλλον, με είχε κάνει να τον αγαπήσω. Με τα καμώματά του, που κατεβαίναμε καμαρωτά την Σταδίου και ξαφνικά τον έχανα πίσω μου, να κουτσαίνει έτσι, στα καλά καθούμενα. 'Α, πώς σε ξεγέλαγε για να παίξει. 'Οταν τελειώναμε το φαγητό με έπαιρνε στα γόνατά του, έτσι για χώνεμα και χαμούρεμα μαζί. Αλλοιώς δε σηκωνότανε από το τραπέζι. Μού άρεσε.
 
Την τελευταία φορά που πλαγιάσαμε μαζί (το έβλεπα, θα με άφηνε΄ η αρρώστια αυγάταινε βαρβάτη΄ δεν ήθελε να «φτερουγίσει» στο πλάγι μου) έσκουξα: «Μωρό μου, μ' αγαπάς;» Χωρίς να ενοχληθεί καθόλου συνέχισε να με καλαφατίζει με το απαράμιλλο: «Σκάσε και τρώγε!…». Και νά 'μαι τώρα, να τόνε βλέπω μπροστά μου και τού λέω: «σκάω και τρώω, μωρό μου!».   





        φωτο:  Βούλα Παπαιωάννου



υποβρύχιος
 
 
i. Στο βουνό ανεβαίναμε. Στο ίδιο ακόμη πηγαίνω. 'Εστηνα μέτρα. Θρόνο είχα στην κορφή. Πίσω από τα θάμνα αντικρύζαμε πρόστυχα στρωσίδια, σκισμένα φύλλα τις τσόντες και χρησιμοποιημένες βρώμικες κιτρινισμένες καπότες. 'Ελεγα" θα μεγαλώσω κι εγώ και θα γίνω δεκαεπτά, εικοσιδυό, σαράντα χρονώ. Δυό μόλις ημερών αξύριστος θα γρατζουνίζω. Στην αγριάδα θα αγκυλώνομαι.
 
ii. Στούς τοίχους ζωγραφίζαμε τα απ' αιώνος μυστήρια" πούτσες, σε όλα τα σχήματα. Γυρεύαμε το μουνί. Το φανταζόμασταν στρόγγυλο, ολοστρόγγυλο με μιά τρυπούλα στη μέση- όχι σχισμή, μία στιγμή μόνο ανάμεσα στις φυλλωσιές, όπου θα χανόμασταν ποτε δίχως επιστροφή.
 
iii. Στην εκκλησία αυτό που με τράβηξε ήταν που καταλάβαινα, μόλις δεκαετής, τη γλώσσα των αρχαίων ευαγγελίων, παραβολών και πάντων θαυμάτων αναγνώσματα της κοινής. Επόμενο ήταν να τεθούν οι καταβολές για την λατρεία και την ενασχόλησή μου στη συνέχεια με τη γλώσσα. Γλείφω όλα τα μεγέθη. Προτιμώ τα χειλάκια εξέχοντα, να παλεύουν τα δυό τους για την μία ή την άλλη πλευρά. Κι εγώ στο ανάμεσο. Ρώτησες" -Γιατί;  -'Ε, γιατί! Μα, όρθια κατουράνε τ' αγόρια... 
 
iv. Στο χωριό του πατέρα, την ορεινή Γορτυνία, παραγγέλναμε κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο τα καλοκαίρια υποβρύχιο με γεύση βανίλια. Πιάναμε απ' τον σχισμένο βράχο νερό, κρούσταλλο, ώσπου το ποτήρι δάκρυζε. Κι εγώ τού χάϊδευα κείνην τη διάφανη αυλακιά ένα δάχτυλο από το χείλος που το έζωνε. 'Εγλειφα για να γλυκαθώ.
 
v. Μ' αρέσει το κολύμπι στα βαθιά. Ωστόσο κάποτε στα ρηχά κόντεψα να πνιγώ. 'Εβαλα τη μάσκα για να γνωρίσω δήθεν και τον βυθό. Μού 'πεσε μεγάλη στο πρόσωπο και έμπαζε νερά. Βιαζόμουν; Τα απαράτησα. Μ' αρέσει στον Μεγαλέξαντρο της νεωτέρας παράδοσης η παράγραφος με τα παιδιά - αγυιόπαιδες που δίνουν παλούκια. 'Οχι, βέβαια, τον Φύλακα στη σίκαλη, αλλά τον Βαρδιάνο στα σπόρκα θ' ανοίξεις. Εκεί θα με βρείς να σπένδω (:ρήμα σε αχρηστία) βουτιές στη θάλασσα των παθών μου"  υποβλύχιος και νομίζοντας είναι.
 
 
(στον μικρό μόλις 18 μηνών υιό σου νεαρέ βιβλιοπώλη το δίνω…)







Columbarium ή, έστω Αντέρως, καίριον

 
σ' εκείνους τους/τες ενοίκους που εις έτι διψούν
τούτο το καλοκαιράκι
μα πρώτα απ' όλους για σένα
 
 
 
 
Είπες: - Ακολούθα με!
- Τραβώ γι' αλλού, είπα.
 
 
Βγήκα με τα καράβια στη θάλασσα
να γυρέψω τη δροσιά στα πέλαγα
τα γαληνιόντα. Κι έπαψαν να μάς χωρίζουν.
Μάς ενώνουν.

Γύρεψα
Να φύγω από τον τόπο μου
Να φύγω από την πετρώδη γή μου μακρυά.
Να φύγω από σένα.

'Οχι πια Οδυσσέας. 'Οχι. Δεν με περιμένουν
εκπλήξεις πιά. 'Ο,τι ήτανε να 'ρθεί, ήρθε.
'Ο,τι ήταν να γινεί, γίνηκε. Το αφήσαμε στον κλήρο.
'Ο,τι λάχει. Κορώνα - γράμματα.
Γίναμε εμπόροι κι εμπορευόμαστε τη σάρκα μας.
'Ολα πουλιούνται και αγοράζονται. 'Ολα ανα-
λώσιμα είναι, λαμπαδιάζουν, φλέγονται
Σαν τα φλεγραία πεδία.

Πήρα κι έστησα τις πέτρες
τη μιά πάνω στην άλλη.
Ετούτη πως
κάπως παράταιρα εξέχει. Την άφησα ως έχει.
Εις μνήμην.

Βάλθηκα έπειτα καταμεσής του θέρους
τις πλάκες να σηκώνω.
Τη μιά μετά την άλλη.
Κόκκαλα σαλεύουν και κρανία
ομιλούντα βλέπω.

Στέκω χωλός, κουτσός να σέρνομαι
πάνω σ' ένα πατίνι καθιστός χαμαί
με τα χέρια κωπηλατώ
στα χέρια τ' άρβυλα φορώντας.

Και στον εσπερινό
μόλις το δείλι έρθει
-πώς γνωρίζουν-
τα χελιδόνια όλα
λάμνουν
θρασύτατα
αλήτικα
σχίζουν μία πάνω
μιά κάτω τα στενά σοκάκια.
Πάνε έρχονται στριγγά.
Τις αρχαίες συνοικίες
κατοικώντας
αφυπνούν
ότι περί λύχνων αφάς.

Τον ρυθμό της ταραντέλλας
τα λιόδεντρα συντρέχουν
με πλοκάμους πεταχτούς
γεροδεμένα οπλισμένα
καλοκλαδεμένα φοινικιές
κάνουν το βλέμμα να κοχλάζει
στα βλέφαρα έκνομο
να πλαταγίζει.

Ce mila, mila dodeca
citonia decatria

::::::::::::::::::::

Ο θεός φιδοσέρνεται στον έρημο ναό του.
Τι η Σίβυλλα απομίλησε.
Περιστέρα τα ενδότερα
φυλλάσσει. Στα ενδότερα ενοικεί.
Με περιμένει.

Εδώ να 'ρθείς, στη Ρώμη,
τον Χριστό φαντάρο για να δείς... Re.


Κατόπιν
Διεπέτασα προς σέ
τας χείρας μου.

Κι ενώ εσύ κοιτούσες τον θείο Αντωνίνο Πίο
εγώ κοιτούσα εσένα.

'Οτι
η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι *...
 
 
 
 

____________
* το «σοί» θέλει να πεί «για σένα».












ανέρως


 
 
(ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, ΒΡΑΧΥΣ)

 
 
                                                                                           νίκωνος του φιλοκτήτη
 
 
Την κοπάνισα. Κι ήμουν πάλι ατός μου, με το μάτι ριγμένο κολλημένο έξω απ' τον δρόμο, να κοιτώ ακριβώς στις άκριες, τις θημωνιές του αγρού στα δεξιά.
   Βάδιζα σύμφωνα με το ρεύμα κυκλοφορίας. 'Οταν θα επέστρεφα, ήξερα, θα προτιμούσα πάλι την ίδια μεριά, αντίθετα, τότε, απ' το ρεύμα κυκλοφορίας. 'Εβλεπα τ' αμάξια να περνούν δίχως να σταματούν. 'Εβλεπα και τα ξεραμένα χορτάρια να περνούν, μα να μή χάνονται πίσω μου. Μόνο δύο αθάνατοι ήρθαν και έφυγαν. 'Ηταν στην εποχή τους.      
  'Επρόβαλε στητός ο ανθοφόρος τους βλαστός. Υπερμεγέθης, υπέρογκος, με την κυρτότητα στο σχήμα των φαλλών΄ δώδεκα πόδια ψηλός, δώδεκα ίντσες παχύς. 'Ολος σφρίγος ήτανε κι όλο ζωντάνια. Κι είχε χρώμα πράσινο το βαθύ. Σπαργή. Κάτω απ'  την κορφή δεξιά κι αριστερά είχε κιόλα πετάξει τα πρώτα του άνθη. Τα ιδιόμορφα κείνα ταψάκια με τ' άνθη του:
     Μικρά μπρατσάκια που απέληγαν σάμπως σε βούρτσες από σαρκώδη σώματα, όμοια κεράκια, κίτρινα πολύ, γεμάτα γύρη. Στην κορφή ο βλαστός δεν είχε ξεφλουδίσει ακόμη ενώ το όνειρο που υπέβαλλε ήταν ικανό για να μού σηκωθεί… Κι έτσι τού μίλησα. Ο όλισβος κάτι απάντησε και στην δευτερολογία του ξεστόμισε τούτο το τρομερό:  - Θα καταλάβεις, όταν αναλογισθείς γιατί είναι σπουδαίο να βαράς πέναλντυ σε ωραίους τερματοφύλακες.










'Αστεγος έρως. Εντός πωλούνται υλικά
 
σώματι αναβάλλεται ηδονικούς σπασμούς εξαπτέρυγους νήστις τις άλλες υετός και μούρα έλιωνε στα χείλη τα σαρκώδη ωσεί ρόδου βάφονται κόκκινα το εσωβράκι άπτει και άπτεται και χλευάζει την βολή ημών στρέφων το βλέμμα κάτω από τη μουριά αποβάλλει τελετουργικά κάθε περιβολής ράκος βορά στα μάτια του ανίδεου περαστικού την ώρα που το membrum virilis επιβάλλεται αγήρατον στο από καταβολής κόσμου σημάδι που αφήνει η νύχτα και λάμπεις εσύ ο γυρεύων την μάχαιρα πως σφαδάζει η σάρκα για λίγη θρησκεία ρώγος σωμάτων και δυό βαριά βυζιά λιωμένες ασπιρίνες είναι ενδοφλέβιες ζωής μυρεψός ραντιείς με [υσσώπω] ότι δέος αντίπαλον ο ίμερος δυό μέτρα μπόϊ με τον φαντάρο και άγαρμπος και φυλλωσιές θροΐζουν με το κρυμμένο φεγγάρι στο άγγελμα το γραμμένο στο μέτωπο τα μάτια και την σφραγισμένη απαλάμη .Epeidh den goustaro na koroideyo,sthn arxh na exoume mia filikh epafh.epeidh h prosopikh mou zoh kyriarxhtai akoma an kai akarpa.ego eimai protarhs kai psilokolao.thelo kati kalo pou den exo brei akoma.epeidh thn exo pathsei,tha thela mia foto sou.ego kapnizo tha to ekoba mono an mou to zhtouse o anthropos pou tha me goustarei pragmatika .den e imai gia apla gamhsia.an exeis erthei me tetoio skopo stribe. pros to paron filika.ciao. ήρα και πάλι τους οφθαλμούς εις τα όρη σαλός για λίγη γλύκα στενάζων έσχατος και τελευταίος της γής εντελώς την ημέρα σιωπών και τη νύχτα δρων κυνηγός στο ξέφωτο τυλιγμένος την κάπα καπάκι και τούμπαλιν -
εκμυστηρεύσεις υπό τον κάππαρη κηπουρός τσιτσεκτσής και φιλάνθρωπος όσο εγώ επέμενα να ιδώ ιδίοις όμμασι το ως άνω φερόμενο μήνυμα πως ο και την θαλπωρή ξένος κατέλιπεν μαζί με την τελευταία πνοή ει και ζωή επιζητών στου κηπουρού εσχάτως ήλθε o απόκληρος και έδεσε λίγη φροντίδα πριν να συμβεί το μοιραίο ξενίσει οσοδήποτε τον κόσμον με τον άστεγο ένα γύρω τον μέσα και κάτω και ύπερθεν






παίζων (ή, άραις, μάραις, κουκουνάραις)...

 
                                                                    για την Ελένη, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι
 
 
Είχα ανήσυχον ύπνο. Στριφογυρνούσα στα στρωσίδια. 'Οπου νά 'ταν ξημέρωνε. Πολλή υγρασία, μάνα μου. Μάης! και τί μ' αυτό; Κλωθωγύρναα όλο προσέχοντας μη βλάψω το νεαρό βλαστάρι στο πλάϊ μου.
    Μόρθε λίγο μετά τα μεσάνυχτα με τα ροδαλά της τα μάγουλα, μικρή, και τις τσέπες γιομάτες λεμονανθούς, που ετίναξεν στην παστάδα. Μόδειχνε το όργανό των πόσο μεγάλο είναι. Και το οσφραίνομαν. Λίγο κοκκίνιζε.
Τώρα όλο πρόσεχα να μήν τήνε ξυπνήσω. 'Ητανε για να ρθεί, είπανε, τζελεπή μουσαφίρ απόψε. Θε νά 'σκαγε μύτη από νωρίς. Κι ήρθε.
Θάταν την ώρα που σ'κώθηκα να κατουρήσω π' ακούστηκαν τα σκυλιά να σκούζουν. Και φασαρία στην είσοδο. 'Ηταν αυτός.
     Με το που τον αντίκρισα αργότερα, χάζεψα το γερτό του καπέλο και το πρόσωπο με το βλέμμα στρεβλό, σάμπως μεταβαλλόμενο στη ροή ενός δικού του χρόνου. Αφαιρώντας από πάνω του έτη, θλίψεις και βάσανα, ήταν, έβλεπα, ήταν ίδιος, όπως νεαρός στο ρασάκι αγένειος, τότε που από το παραθύρι του δεσπότη γύρευε το νιό κορίτσι απέναντι. (Να ματαδεί ζητούσε στανικώς τη γειτονοπούλα. Σ' αυτήν και γι' αυτήν κατόπιν θα έγραφε:  «αποτελείτε το είδωλον της λατρείας μου και την ελπίδα του μέλλοντός μου»)...
   Δεν μίλαε πολύ. Λίγο τ' αχείλι μόνο κρυφά έσουρνε. Και στον κα[η]φέ με τον καημό μονολόγησεν: 

«Θέλω το δύστυχο κι'  εγώ στο σπήτι μας να πάγω,
θέλω στης μάνας το πλευρό λίγο ψωμί να φάγω,
βαρέθηκα  τα ξένα».
 
Μετά το φαγητό ζήτησε σοροπιαστόν μπαμπά. Σα να γαλήνεψε. Και κοίταζε την ροδαλή ομορφιά (αυτήν που μού βάστηξεν συντροφιά κείνη κιόλας τη νύχτα). 'Εγειρε και σα να της ψιθύρισε στ' αυτί: «Να επισκεφθώ την Κύπρον»... ή, ίσως να είπε: «άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου. 'Ελα να πάμε»...
    Εκτός από τον μπαμπά της ζήτησε, παίζων, και έτερο του κουταλιού γλυκό´ σταχειλάκι.







Φωτο: Winnie


Ο φλοιός


'Οπως και νά 'χει, ο δέντρος τούτος, φουντωτός, σαλαγάει τα μυαλά πέρα στους πέρα κάμπους... της πρώτης νιότης. Ιδού! στην ώρα του. Ολόγιομος. Κι οι κλάδοι, πώς διπλώνουν! Λελούδια μαϊμουδίζουν χειλανθή... «Πού να εκβάλλουνε, άραγε, τα ωριμότερα των σωμάτων ερωτήματα;», αναλογίζεται ατός του, ο Βερθέρος, οψιφανής.
   Οι κυρίες ενδεδυμένες ευπρεπώς, ως άλλες κορασίδες, παίζουνε γύρω απ' τον κορμό το «γύρω-γύρω όλοι». Κι ο Στυλίτης, σκαρφάλωσε στον πιο ψηλό τους κλώνο. Στη μέση, μες στη μέση, η Κοκκινομποτίτσα γλείχει τον ιερό φλοιό. Σ' ένα μαζό (όλο μαζό-) σχηματισμό, βυζάκι. -Τί ν' αγαπήσω;
   Αλλοτε, θυμάμαι, και αλλού, τις νύχτες μού κρατούσε συντροφιά μία γιασμίνα, μιά μικέλα, αγόρια και κορίτσια της χυμώδους ηλικίας. (Αφελώς προσφέρονται κι εδώ οι καμαριέρες). -Είναι να μην φουντώσεις στην όψη της κερκίδας;
    Η Winnie έπαιζε πιο κει με ένα τραγί, ζεμένο στο τρίτο δέντρο. Μόλις την εψές ερίζανε για τούνομα. 'Ερις που βάστηξεν ως αργά, το μένος, μέχρι που πήρε κι έδυσε ο Κριός στο σκότος. Την ώρα επακριβώς γνωρίζει ο Ξένος.
   Ο Γιάννης Καλαφάτης με ένα σουγιαδάκι χάραξε στον επιφανή γδυμνό κορμό, ανεξίτηλα, το όνομα της μάνας του και του εραστή της, που τον έσφαξε στο γόνα ο πατριός του. (Τα ονόματα, καληώρα, στου Αρεταίου το υπέρθυρο). Τον ωραίο κηπουρό-πατέρα ποτέ του δεν εγνώρισε. Ούτε σφαγμένο. «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου», τού 'γνεψεν η Αλίκη. -Οποία προδοσία!
   Η ορθρινή ιεροτελεστία συνετελέσθη με τον χορό που στήθηκε κύκλω στο ροζαλό χαλί, στρωτό, στο μήκος κύκλου, κύκλω στα τρία δένδρα. Από το Nαρκωμένο ντουλάπι, αντήχησε: «νά! έστησεν ο έρωτας χορό με τον σαβόν Απρίλη».
    «Και μόνο το να χύνεις στο ξένο σώμα», ξεκαθάρισε κάπως πικρά, ο Frigor Jaginsky, «γεννά ψιχία ενδιαφέροντος προς τον χυμένο. Ναι, γεννάται η αγάπη. Γεννάται και μόνον απ' την κατ' επανάληψιν ρέουσα, εντός του ξένου σώματος, του ζώντος, ποσότητα σε δόσεις-δόσεις χύσι, ζώντος». «Γιαυτό, γαμάτε!», έδραμε ο Γρηγόρης. «Ο έρως, άλλωστε, είν' ανώνυμος μες στην συμπαντική μας ανυπαρξία», αναθάρρησε το πνεύμα ημών, ό εστι μεθερμηνευόμενον: ΝΤRDL.


αμμόλοφοι της Aνατολής

Το επ' εμοί λαμβάνω από αλλοτινή τινός γραφή:
 
"Εγώ, ταπεινός υπήκοος του πολυχρονεμένου μας αφέντη, άσημος γραφέας στη δούλεψη του έπαρχου της Ανατολής, αθεράπευτος εθνικιστής του δωματίου, ελάχιστο μέρος του όλου της κατά των βυζαντινών οικουμένης, βληθείς υπό βολίδος αδύτου φέγγους και εκουσίως αιχμαλωτισθείς στα δεσμά της οπτασίας που άλλοι ονόμασαν "μισγάγκια" κι άλλοι "χώρα του αχωρήτου",  κατήντησα ακάματος οδοιπόρος, άθλιος διακονιάρης, πτωχός προσκυνητής τόπων αγίων, ελληνικών πόλεων και λιμένων, εμπορείων φοινικικών, οάσεων, ερήμων... μέχρι που έφτασα εδώ."
 
Και όπως πάντα, ταξιδεύω χωρίς αποσκευές.

'Ασημος γραφέας
(Δια χειρός  θείο τραγί)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet